
Ξυπνάει αποφασιστικά από το παγκάκι όπου κοιμόταν, στη πλατεία Αριστοτέλους και με τα λιγοστά κέρματα που του άφησαν οι περαστικοί, σηκώθηκε με μιας όρθιος. Πηγαίνει και παίρνει το λεωφορείο για Χαλκιδική. Ο ‘οδηγός’ δέχτηκε με χαρά να μπει στο λεωφορείο, με τα σκισμένα βρομερά του ρούχα. Διάλεξε το πιο όμορφο μέρος της για να ταξιδέψει. Ίσως χωρίς επιστροφή. Ποιος ξέρει…
Φθάνει στο προορισμό του. Κατεβαίνει από το λεωφορείο και περπατάει ξυπόλυτος μέχρι την αμμουδιά. Ξαπλώνει πάνω σε αυτή και κυλιέται. Μετά παραμένει ανάσκελα και βλέπει τον ουρανό. Ο ήλιος τον “κτυπάει” κατάμουτρα, αλλά το χαίρεται. Κλείνει τα μάτια του για λίγο! Χαλαρώνει… Με το που έρχονται οι πρώτες σκέψεις στο μυαλό του, ανοίγει απότομα τα μάτια του, σηκώνεται και τρέχει προς τα γαλήνια νερά του παράδεισου. Βουτάει. Κολυμπάει σαν μικρό παιδί. Αφήνεται μπρούμυτα μέσα στο νερό και μετά παίζει πάλι. Ένιωθε πως όλος ο κόσμος ήτανε μαζί του…
Αρκετά πιο πέρα ήταν πολλές ξαπλώστρες με τουρίστες και ντόπιους. Αυτός προτίμησε τη μοναξιά του. Ήταν η δύναμη του. Από άστεγος στο παγκάκι της κεντρικής πλατείας, με τη ανυπόφορη θερμοκρασία των τσιμέντων που έκαιγαν, μετατράπηκε σε έναν παντοδύναμο βασιλιά του εαυτού του.
Ξαφνικά η φύση τον αγκαλιάζει, το γιατρεύει, του δίνει ιδέες, τον ανασυγκροτεί. Βγαίνει από το νερό γυμνός. Είχε αφήσει τα κουρελιασμένα του ρούχα στην αμμουδιά. Ξαπλώνει ανάσκελα και αφήνεται στο δυνατό καλοκαιρινό ήλιο. Δεν τον νοιάζει η επικίνδυνη UV ακτινοβολία. Τη νικάει στη σκέψη του. Αν και αργά, θυμήθηκε από ένα βιβλίο που είχε διαβάσει πριν χρόνια πως «ότι νικιέται στη σκέψη, νικιέται και στη πραγματικότητα». Ονειρεύεται ότι πίνει ένα καφέ και τον απολαμβάνει. Ονειρεύεται ότι έχει ένα βιβλίο μαζί του και το απολαμβάνει. Ονειρεύεται ότι έχει μαζί του μία παρέα, από πολλά άτομα να περνάνε ωραία, παίζοντας ρακέτες και συζητώντας ευχάριστα… τα απολαμβάνει. Είναι εσωτερικά ελεύθερος!
Είχε πεθάνει πριν λίγο στο παγκάκι της πλατείας από τη πείνα ο άστεγος. Αλλά, συναισθηματικά ανεξάρτητος … αυθεντικός. Στο μυαλό του έπαιζε η ‘ταινία’ που ήθελε αυτός και όχι οι άλλοι… τα social media, οι ειδήσεις και τα πρέπει του οποιουδήποτε. Ήταν το πιο ωραίο Καλοκαίρι! Ήταν η πιο όμορφη αμμουδιά και ο πιο “ζεστός” ήλιος. Τελικά, είχε ταξιδέψει χωρίς επιστροφή, στη αγαπημένη του παραλία!
Στα γαλήνια νερά του παράδεισου… Τον είχε πάει ό ‘βαρκάρης’… ο οδηγός του λεωφορείου. Τα νομίσματα των περαστικών, αρκούσαν και με το παραπάνω για το τελευταίο του “ταξίδι”.
✳︎
©Παύλος Τζιούρρου
φωτο: Στράτος Φουντούλης
✳︎
Βιογραφικό
Ο Παύλος Τζιούρρου γεννήθηκε στην Μπρατισλάβα Σλοβακίας και ενηλικιώθηκε στη Κύπρο. Μετά τη 25μηνη στρατιωτική του θητεία, έφυγε για ένα χρόνο για τη πόλη Poděbrady της Τσεχίας, όπου έζησε για ένα χρόνο. Μετά πήγε στη Μυτιλήνη, όπου σπούδασε Θαλάσσιες Επιστήμες στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών, του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Στη συνέχεια μετακόμισε στη Πάτρα, όπου πραγματοποίησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην ‘Περιβαλλοντική Ωκεανογραφία’ του Τμήματος Γεωλογίας και τη διδακτορική του έρευνα στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι συγγραφέας των παιδικών βιβλίων “Ο Περιβαντούλης”, “Τα Προσφυγόπουλα”, “Η Πόλη που Χορεύει και Προοδεύει” και η “Η Μάγισσα η Αναγκαζού” (υπό έκδοση) των εκδόσεων iWrite. Αυτό είναι το πρώτο του διήγημα σε μια προσπάθεια του να αναδείξει μεταξύ άλλων και την αιτία που “γεννάει” τους άστεγους.
✳︎
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.