Της Κυριακής: Ανδρέας Λασκαράτος, Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα

Ὅντις ἔπλασε ὁ Θειὸς τὴν Οἰκουμένη,
τὸ Ληξούρι, καὶ τόσους ἄλλους τόπους,
εἶπε στὸ νοῦ του: Ἄ! τώρα δὲ μοῦ μένει
πάρι νὰ πλάσω, γέ μου, καὶ τσ᾽ ἀθρώπους».
Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ κράταε τὸν Ἀδὰμ στερνόνε,
τοὖπε: «Σὺ νἆσαι, Ἀδάμ, τὸ ζῶ᾽ τῶ ζῶνε!

Περισσότερα ->

Κωστής Παπαϊωάννου, Τα «καθαρά χέρια» της Χρυσής Αυγής: Εφαρμογές ναζιστικής καθαρότητας

Εκδόσεις Μεταίχμιο
«Αυτά τα χέρια μπορεί καμιά φορά να χαιρετούν έτσι, αλλά είναι καθαρά χέρια. Δεν είναι βρόμικα, δεν έχουν κλέψει». Όταν ο Αρχηγός της Χρυσής Αυγής είπε αυτά τα λόγια χαιρετώντας φασιστικά, όλοι στάθηκαν στην απροσχημάτιστη παραδοχή της φασιστικής του ταυτότητας. Λίγοι επισήμαναν πως το «ακόμα και φασίστες ή νεοναζί, αλλά πάντως καθαροί και έντιμοι» αποτελεί κεντρικό άξονα επικοινωνίας της Χρυσής Αυγής. Η καθαρότητα αποτελεί κομβικό σημείο στην πρόσληψη του ναζιστικού φαινομένου γενικά, και του ελληνικού νεοναζισμού ειδ

Γιώργος Βέλτσος, Lupus in fabula*

 
Ο παλιός μου φοιτητής (δύο μεταπτυχιακά, διδακτορικό, άνεργος) συναντά στην Κανάρη τον Νικήτα Κακλαμάνη (γκολφ παντελόνι, ασορτί ακριβό μπουφάν, τρεις φιρμάτες χάρτινες τσάντες, εκ των οποίων τις δύο κρατάει ο συνοδός του) και τον ρωτά: «Εσείς γιατί δεν φεύγετε από τη χώρα όπου ανθίζει η φαιδρά πορτοκαλέα;». Ο Κακλαμάνης τού απαντά: «Διότι μου αρέσουν οι νεραντζιές».
Ο Τσοχατζόπουλος συναντά στον Κορυδαλλό τον συσταβλιζόμενό του Αντώνη Κάντα και τον ρωτά: «Εσύ γιατί δεν φεύγεις;». Ο Κάντας τού απαντά: «Γιατί δεν μου στέλνει ελικόπτερο η Axon».
Ο φιλόλογος Νάσος Βαγενάς συναντά στην Ποιητική 12 τον Καβάφη και τον ρωτά αν είναι ελληνοκεντρικός. Ο Καβάφης απαντά: «Με προορίζετε για ακαδημαϊκό;».
Οι νεκρικοί αυτοί διάλογοι προϋποθέτουν τον εξαιρετικό στίχο του Αντώνη Ζέρβα: «Το ναυάγιο της Ελλάδος είναι το προσωπικό ναυάγιο όλων όσοι πίστεψαν πως θα είχαν θέση στο παρελθόν της». Διότι όσο ο Κάντας (ο νυν και ο επόμενος), δηλαδή όσο «η ερμηνευτική ασυδοσία που μας κληροδότησαν οι μεταμοντέρνες εξάρσεις», όπως θα έλεγε για τη λογοτεχνική θεωρία ο Βαγενάς, υποστηρίζεται από την «επιχειρηματική ηθική» των εταιρειών ανελκύσεως ναυαγίων, τόσο οι πάσης φύσεως διαμεσολαβήσεις θα νομιμοποιούνται. Επιπλέον θα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και ως ηθικά αναγκαίες βάσει των εξής δύο συλλογισμών:
Πρώτον, «ό,τι είναι νόμιμο είναι ηθικό» (Βουλγαράκης) και, δεύτερον, «προμήθειες δόθηκαν και στους ανωτέρους μου με βάση την κοινή λογική» (Κάντας).
Οπότε όχι μόνο το ανήθικο είναι αποδεκτό με βάση την κοινή λογική αλλά και το «ηθικό» που όταν παρακολουθεί το «νόμιμο» καθίσταται ανήθικο διά της κοινής λογικής.
Προϋποτίθεται βεβαίως μια συμφωνία κυρίων. (Ο Κάντας στην κατάθεσή του αποκαλεί «κυρίους» τους 17 εντιμότατους φίλους του.)
Αυτή τη συμφωνία κυρίων ονομάζω «Ελλάδα», την ιστορία της οποίας ξαναγράφουν οι εντιμότατοι, έχοντας προηγουμένως μεταγράψει την «αίσθηση» που έχουν για την ελληνικότητα στο χρηματιστήριο των αξιών (και των αξιών).
Το ναυάγιο όμως της Ελλάδας – προσωπικό για όσους είχαν πιστέψει πως δικαιούνται μια θέση στο παρελθόν της, ναυάγιο εξίσου και για όσους έχουν θέση στο μέλλον της – παραμένει ναυάγιο διότι δεν είναι μόνο κοστοβόρα η ανέλκυσή του αλλά και η καταβύθισή του εκ νέου από την ίδια εταιρεία. Την εντιμότητα ας τη χαρίσουμε λοιπόν στους εντιμότατους και ας μην ακούσουμε τον Robert Merton να ισχυρίζεται πως «η εντιμότητα δεν είναι η καλύτερη πολιτική». Παρά ταύτα, είναι, εφόσον ο ηθικός κανόνας παρακάμπτεται από όσους έχουν την ικανότητα να εφευρίσκουν εναλλακτικές συνθήκες της εντιμότητάς τους εν ονόματι της ηθικής, η οποία παραμένει έντιμη όσο και ανέντιμη, λογική όσο και παράλογη.
Και ιδού, lupus in fαbula. Διότι σε κάθε αφήγημα εμφιλοχωρεί ο λύκος, σαν το τυφλό σημείο της όλης ιστορίας, ο οποίος επιτρέπει εντούτοις να διακρίνουμε τα μεγάλα του δόντια πίσω από τη μεταμφίεση της διοπτροφόρου γιαγιάς. Και αν η κρίση έχει, όπως λένε, ένα πλεονέκτημα είναι πως η Κοκκινοσκουφίτσα δεν θα χρειάζεται να υποβάλλει ιδιαίτερες ερωτήσεις ούτε στη γιαγιά ούτε στον λύκο αλλά ούτε και στο ιδεολόγημα της ελληνικότητας, είτε πρόκειται για κάτι το υπαρκτό ή το ανύπαρκτο.
Ο Κ. Τσουκαλάς στο τελευταίο βιβλίο του για την κρίση αποκαλεί τους λύκους «λαθρεπιβάτες». Πιστεύει μάλιστα πως «η ομαλή αναπαραγωγή ενός κοινωνικού όλου που απαρτίζεται αποκλειστικά από λαθρεπιβάτες μοιάζει αδύνατη από ιστορική άποψη». Θα είχε δίκιο αν οι λαθρεπιβάτες δεν ήταν οι μόνοι που περισυνελέγησαν σώοι μετά το ναυάγιο, έχοντας μάλιστα «βουτήξει» και τα ασημικά του υπερωκεανίου «Νέα Ελλάς». Το παράδοξο είναι πως, παρ’ όλα αυτά, δεν βούλιαξαν από το βάρος (της γνώμης τους).

(*)Lupus in fabula = Ο λύκος στην ιστορία, ή στο παραμύθι, ή στο αφήγημα

[Το Βήμα 04.01.2014]

 

Νέες προσθήκες στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Από το ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο:

  • Νέα εκδοτική σειρά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης: Παλαιά κείμενα, νέες αναγνώσεις
    Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης εγκαινίασαν μια νέα εκδοτική σειρά με τον τίτλο «Παλαιά κείμενα, νέες αναγνώσεις». Στόχος της σειράς αυτής είναι η έκδοση παλαιότερων αφηγηματικών κειμένων συνοδευμένων από σχετικές μελέτες που συστήνουν το έργο και τον δημιουργό του τόσο στο ειδικό όσο και στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Η «Κερένια κούκλα» του Χρηστομάνου αποτελεί την πρώτη έκδοση της σειράς, υπεύθυνη της οποίας είναι η Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Αγγέλα Καστρινάκη.

Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους

 

Κόκκινο φανάρι, γωνία Θεμιστοκλέους και Σόλωνος. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα ανθρώπινο ποτάμι χύνεται προς τα κάτω. Άνθρωποι και ποντίκια. Μια αναίτια βιασύνη κάνει τα βήματά μου να φεύγουν πιο μπροστά. Περπατάω ως συνήθως με το κεφάλι κάτω, κοιτώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μπας και μου πούνε μυστικά. Μπας και ανακαλύψω πάνω τους το νόημα του κόσμου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους»

Eric Hobsbawm, Θρυμματισμένοι καιροί

Κουλτούρα και κοινωνία στον 20ό αιώνα

μτφρ.: Νίκος Κούρκουλος
Εκδόσεις Θεμέλιο

Ο Eric Hobsbawm, ένας από τους λαμπρότερους και πιο πρωτότυπους ιστορικούς της εποχής μας, γεννήθηκε πριν σχεδόν εκατό χρόνια και μεγάλωσε στη Βιέννη και το Βερολίνο. Βρέθηκε λοιπόν στην τέλεια θέση για να παρατηρήσει την επερχόμενη εποχή μιας τιτάνιας κοινωνικής και καλλιτεχνικής αλλαγής. Όσο προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η αστική κουλτούρα του fin de siecle ερχόταν αντιμέτωπη με μυριάδες νέα κινήματα και ιδεολογίες, από τον κομμουνισμό και τον ακραίο εθνικισμό ώς τον ντανταϊσμό και την ανάδυση μιας πληροφορικής τεχνολογίας. Στους «Θρυμματισμένους καιρούς» ο Hobsbawm, με το χαρακτηριστικό του νεύρο, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας έναν κατακερματισμένο αιώνα.
Εξετάζει τις συνθήκες που δημιούργησαν την άνθηση της belle epoque, ενώ ταυτόχρονα περιείχαν το σπέρμα της αποσύνθεσής της: πατερναλιστικός καπιταλισμός, παγκοσμιοποίηση και εμφάνιση μιας μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας. Με πάθος, αλλά πάντα χωρίς συναισθηματισμούς, περιφέρεται με άνεση σε όλο το φάσμα του αντικειμένου του: καταγράφει το θάνατο της χρυσής εποχής του «ελεύθερου διανοούμενου» και εξερευνεί τις ζωές λησμονημένων αλλά σπουδαίων φυσιογνωμιών, αναλύει τη σχέση μεταξύ τέχνης κι ολοκληρωτισμού, και ανατέμνει φαινόμενα τόσο διαφορετικά όπως ο σουρεαλισμός, η χειραφέτηση των γυναικών κι ο μύθος του αμερικάνου καουμπόη.
Γραμμένο με πλούσια φαντασία και εξαιρετική επιδεξιότητα, οι «Θρυμματισμένοι καιροί» είναι το τελευταίο βιβλίο ενός από τους σπουδαιότερους στοχαστές του καιρού μας.

*

Συμφέροντα της κουλτούρας και ελεύθερη αγορά
Tης Τιτικας Δημητρουλια στην Καθημερινή 4-5.1.2014

«Θρυμματισμένοι καιροί»: είκοσι δύο κείμενα, δημοσιευμένα κι αδημοσίευτα, γραμμένα ορισμένα από αυτά λίγο πριν από τον θάνατό του, το κύκνειο άσμα του μεγάλου μαρξιστή και ιστορικού Ερικ Χόμπσμπαουμ, που θεωρώντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ένα άρρηκτο συνεχές, τολμά εδώ και μελλοντολογεί. Καιροί φόβου κι ανησυχίας, «ταραγμένης αμηχανίας», καιροί πλανητικών ρήξεων και τεχνολογικών ανατροπών την ώρα που η πολιτική δράση δεν θεωρείται ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, η τέχνη ακροβατεί ανάμεσα στην ψυχή και την αγορά, το ατομικό και το συλλογικό, την αναγνωρισιμότητα του έργου και τον οικουμενικό θόρυβο του Διαδικτύου και η ίδια της η ταυτότητα τίθεται υπό αίρεση. Κείμενα μιας τριακονταετίας (με εξαίρεση ένα κείμενο του 1964 για την ποπ κουλτούρα), στην οποία ο ιστορικός του μέλλοντος θα αναζητήσει τα πρόδρομα σημεία των μελλοντικών εξελίξεων, καλύπτουν τον μακρό 19ο και τον σύντομο 20ό αιώνα από τη σκοπιά της κουλτούρας: γέννηση και ακμή της αστικής τέχνης, ιστορική της κατάρρευση με τον Μεγάλο Πόλεμο, ρόλος των πρωτοποριών, οι μεγάλες ρήξεις των τελευταίων δεκαετιών με άξονα την τεχνολογία, η μετάβαση από την υψηλή κουλτούρα στην κουλτούρα με την ανθρωπολογική έννοια του όρου.
Ο Χόμπσμπαουμ είναι θαυμάσιος αφηγητής και η ευρυμάθειά του δεν βαραίνει τον λόγο και την ειρωνεία του (οι υψηλές τέχνες όπως η σαμπάνια παραμένουν ευρωκεντρικές ακόμη και στην παγκοσμιοποίηση…). Αποτυπώνοντας με διαύγεια τη σύγχρονη κατάσταση της κουλτούρας, από την αυτοέκφραση του faceboook και τον εξισωτισμό του Διαδικτύου που δεν έχει εκδιπλώσει πλήρως της δυνατότητές του ως το εύφθαρτο των νέων άυλων μέσων αποθήκευσης του κατακλυσμού ήχων, λέξεων και εικόνων που συγκροτούν τη νέα δημιουργικότητα και τη συγκεντροποίηση στον εκδοτικό χώρο, συναντά πάρα πολύ συχνά στις διαπιστώσεις του τον Ζαν Κλαιρ και τον «Χειμώνα στον πολιτισμό» του (εκδ. Μικρή Αρκτος), χωρίς όμως να συμμερίζεται πλήρως την απαισιοδοξία του. Σίγουρα συμφωνεί μαζί του ότι η αστική τέχνη είναι παρελθόν, ότι οι πρωτοπορίες απέτυχαν (αν και από εντελώς διαφορετική σκοπιά σε σχέση με τον αφοριστικό Κλαιρ), ότι η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο, πολλώ μάλλον όταν οι κοινωνίες αναρωτιούνται εναγωνίως «τι είναι τέχνη» και η τεχνοκριτική δεν νοείται πια να μιλάει για «ομορφιά».
Ο Χόμπσμπαουμ ερμηνεύει τη λειτουργία των αψιμαχιών του διανοούμενου ακτιβισμού που φιλοδοξεί να τις μετατρέψει σε μάχες (με παράδειγμα το Occupy Wall Street)· ανατέμνει τη διεθνικότητα (transnationality) των ανθρώπινων μετακινήσεων και τους χώρους της (τους μη τόπους της κατά τον Ωζέ, τους τόσο ωραία απεικονισμένους από τον Ζαν Εσενόζ), αλλά και τον πολλαπλό νέο κόσμο των μεταναστών· τον συγκρητισμό της νέας πολιτισμικής εμπειρίας, που δεν καταργεί το εθνικό αλλά το συνδυάζει ιδιόμορφα και ομογενοποιημένα (από το ρέιβ ώς την κουλτούρα των διεθνών ξενοδοχείων). Κρίνοντας ένα βιβλίο για το αίσθημα ανησυχίας και φόβου στον μεσοπόλεμο, αίσθημα πολύ συχνό στην ευρωπαϊκή ιστορία, όπως τονίζει, σχολιάζει στην ουσία τη σύγχρονη συνθήκη της κρίσης, επισημαίνοντας πόσο οι άνθρωποι είναι η Ιστορία την ώρα που προσπαθούν να επιβιώσουν, αλλά δεν έχουν συνείδηση του συγκεκριμένου γεγονότος. Κατ’ αυτόν, η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική είναι οι παλιές τέχνες που επιβιώνουν, μέσα στον εντεινόμενο ανορθολογισμό που κατακερματίζει τις συλλογικότητες και ακυρώνει τον παραδοσιακό ρόλο της ιντελιγκέντσιας. Στην εποχή που έχει σύμβολό της στο στάδιο, κι ας είναι ο Ζιντάν και η αναγνώρισή του στη Γαλλία σύμβολο κι ελπίδα πολυπολιτισμικής συμβίωσης. Τέσσερις ενότητες που συγκοινωνούν και μία τελική διαπίστωση: «τα συμφέροντα της κουλτούρας όπως και τα συμφέροντα της κοινωνίας δεν μπορεί πια να αφήνονται στην ελεύθερη αγορά». Καλή χρονιά.
Άλλες κριτικές-παρουσιάσεις:

Βασίλειος Πατσογιάννης, Ο εικοστός αιώνας και οι αντιφάσεις του, «Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.8.2013


Στη σκιά του Τρίτου Ράιχ, «Το Βήμα»/ «Βιβλία», 7.7.2013

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Όλα για την Ιστορία, «Το Βήμα»/ «Βιβλία», 7.7.2013



 

Chris Veasy, The Father

 
7/13
I looked at my friend holding his new daughter in the crook of his arm and told myself again what I was. Four days old, her thin brown hair sparse, almost countable. He held her like a man who had become accustomed to, but not jaded by, handling the world’s largest diamond. His girlfriend, the mother, in utter serenity, looked on as he placed her down in the little seat in front of the couch. The two looked at the girl. We all looked at the girl. My girlfriend said:
‘She’s so beautiful. She’s perfect’.
Minutes earlier she’d had her in her arms, staring at the baby’s closed eyes as the new parents told us about how it had been in the hospital. My girlfriend had looked up as my friend described the delivery room, the fear, the midwife’s manner. She looked at him in awe. I sipped my drink, looking at the floor in front of me, forcing a smile when the story demanded one. The mother looked at me, I saw her from the corner of my eye.
‘Do you want a hold?’
‘No, I don’t want to wake her up.’
‘Don’t be stupid, here, come on.’
My friend put his new life in my hands. I slowly got myself into some sort of comfortable position with the baby. She was absolutely beautiful and perfect. I looked at her eyelids hoping she would wake up so her mother or father would take her off me, but she didn’t. She was so light, practically nothing, but so much. Eventually my friend must have seen how uncomfortable I looked and took her off me. The real man scooped up his child and took care of the situation. When she was in her seat she woke up. My girlfriend leaned over and said:
‘Oh, look at her eyes! Beautiful blue eyes!’
Her parents beamed at her. She had beautiful blue eyes. She stretched both her arms out into the air, one tiny hand in a tight fist, the other’s fingers outstretched. Her mother looked at us, at me, I saw her out of the corner of my eye. My girlfriend looked at them, at the baby. She was so excited. We sat for a long time and the mother and my girlfriend talked as my friend shook the baby’s hands while she looked up at him, her mouth and eyes wide. The mother had acquired some sort of power and my girlfriend knew it and revered her. I sat, sickened, and drank my drink. Eventually my friend invited me to go and have a look at the room he’d painted for the baby. I stood after him and followed him out and upstairs like a dog. In the room everything was as it should have been. The walls were a calm pink and all the gifts they’d received, some still wrapped, covered every surface.
‘What do you think?’
‘Very nice.’
‘Have you spoken to her recently?’
‘Have you?’
Acting big in the pink room. Back downstairs I had another drink and my girlfriend had the baby again. The mother looked at me, I saw her from the corner of my eye. I realised that, in fact, she was sitting stiffly, uncomfortably, in pain. My friend sat back on his couch, in his home, in sweatpants and socks as we watched the television. I looked as my girlfriend cradled his new daughter in her arms and told myself again what we were.
I climbed the stairs again, this time alone, and thought about defining moments, and how they can go either way; and how a single failed test can cause more damage than all the passed examinations in a lifetime can repair. I looked in the bathroom mirror and thought that moments of self-realisation can be moments of death. I looked down at the washing basket by the sink. On top of the basket was a box of Natracare New Mother Maternity Pads. I looked down and realised I had pissed on my jeans. Fastening the buttons I pulled a towel from the rail on the wall and dabbed at the denim. The jeans were quite dark, so the damage wasn’t too noticeable.
Back downstairs the baby was in her seat and the room had a new atmosphere. The mother watched me as I entered the room, followed me to my seat and didn’t look away as I sat down. I looked at her and she looked back, malignant. My girlfriend looked at the floor in front of her. Our visit was obviously over.
*
©Chris Veasy
photo©Stratos Fountoulis, «Self Portrait», 2009
 
*

Visit All «English Wednesdays»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Αμοργίς

Του΄παν η Αμοργίς χάθηκε. Πνίγηκε στην Κασπία, πνίγηκε αργά κάτω απ΄τον ήλιο. Άλλος είπε πως δεμένη στα βράχια, ακούει το τραγούδι. Η Αμοργίς χάθηκε, είπαν. Προτού συντριβεί σηκώθηκε και πέταξε, την είδαν που σιωπούσε.

  Έπειτα απέμεινε μόνος μες στις μεγάλες αίθουσες με τ΄ανοιχτά παράθυρα και τις φωνές. Μεγάλωναν έξω, γερνούσαν τα νερά, γερνούσαν και έφευγαν. Κάποτε φέραν την Αμοργίδα, πάνω στη σχεδία, με μια μεγάλη λαμπάδα. Άστραφτε μες στα νερά, ερχόταν όπως τα κορίτσια των Ινδιών, μ΄ένα φόρεμα στο χρώμα της γης, όλο από φύλλα και κλαδιά, μια φωλιά είπαν και τινάχτηκαν οι λαιμοί, όπως στην έξαψη. Την σηκώσαν και περπάτησαν στην Αλεξάνδρεια, την Αθήνα, την Καρχηδόνα, τον Τάραντα. Βάδιζαν σιωπηλοί, αποκτούσαν και άλλες ηλικίες στα πόδια της Αμοργίδος. Δεν μιλούσε καθόλου και άμα πήγαινε ν΄ανάψει ο ήλιος, όλο μάκραινε, σαν φωτογραφία ή οροσειρά. Όταν σχημάτισαν τον κύκλο και είχαν πια διανύσει όλες τις εποχές, την έφεραν. Στην Ελευσίνα ή και σ΄άλλους τόπους, θερμότερους αντίκρυσε την Αμοργίδα που λάμπε μες στο τέλος της, όσο κρατήσουν τα νερά και οι κοίτες τους θα λάμπει η Αμοργίς, ακέραια, όπως η Ισπανία και όπως η μητέρα όταν. Δυο χιλιάδες χρόνια σιώπησαν, σαν να κατείχαν ένα περίφημο, οδυνηρό μυστικό και δεν το΄παν. Όμως είναι γραμμένο στην πέτρα και έχει κλειστεί μες στις σπηλιές και τα χορταριασμένα ερρείπια γύρω από τον Τουθόα και όπου ακούγεται η φωνή , καθάρια μες στις νύχτες. Ως τα πεδινά.
    Η Αμοργίς, είπαν, όταν πια ένα παιδί φώναξε γιατί, γιατί, γιατί, η Αμοργίς σημαίνει χρώμα κόκκινο. Και αυτά δεν ερμηνεύονται, μ΄άλλον τρόπο τα αισθήματα δεν λέγονται, τα φάσματα είναι γεφύρια στο σχήμα του τόξου, στο σχήμα και την ιδέα του σκοπού. Έτσι πράγμα στέρεο είναι η Αμοργίς, γλώσσα είναι, ελάχιστη που μια αίσθηση θέλησε να συλλάβει. Και τώρα,η Αμοργίς που χύνεται σαν καινούρια χώρα, αγαθοδαίμονες και τελώνια στον ύπνο της Αμοργίδος και γύρω απ΄τα μαλλιά της, κλαδιά, σχοινιά και οι χαλασμένες της φωλιές. Είναι γλώσσα, ερρείπιο μ΄όλη τη δόξα του, είναι ένας πρώτος λόγος, το έπος μιας ομολογίας. Εκείνη τρελή μπορεί και πλέκει χίλια χρώματα μ΄όλο της το σώμα, δηλαδή μονάχη εξαντλείται παράλογη, γνωρίζοντας εκείνο το μυστικό. Πλέκει σκηνές εξωφρενικές , κρατά τους ανθρώπους μακριά και σπαράζονται τα φεγγάρια, ο γιαλός, τα μαγγανοπήγαδα, τα κτήνη, υάκινθοι μες στα φρεάτια, σοφά τ΄αηδόνια, τρυφερή η αγάπη. Και έτσι καθώς αναμιγνύονται και υπάρχουν όλα απλώνεται ένα τραγούδι και όλα πάλι συμμετέχουν. Είναι μια ώρα, η κάθε ώρα όταν η Αμοργίς συλλαβάνει τις έξαλες εικασίες της, δράματα απ΄όλων των λογιών τις εποχές και τα γένη. Δεν απομένει τίποτε που να μην θρηνεί την Αμοργίδα. Και ακόμη όσοι πιάστηκαν με τα σπαθιά και τα δόντια να σηκώσουν το άμοιρο κορίτσι, εκείνη γελούσε μες στη σχεδία της, πήγαινε και ερχόταν σ΄όλα τα νερά, απ΄τα δέντρα και τις πέτρες ίσαμε πάνω στα φτερωτά καρτέρια, γινόταν όμορφη, καταρρακτώδης η Αμοργίς. Είναι μια στιγμή που κανείς κρατιέται μονάχα από τη μνήμη του, είναι μια στιγμή που όλα αγαπήθηκαν, μια ύστατη στιγμή που αξίζουν όλα να ειπωθούν. Όχι γιατί είναι ελληνικά, όχι γιατί μονάχα τώρα τρέχουν στις πηγές λέξεις και ονόματα, μα γιατί δεν αντέχεται λιγότερη παρηγοριά. Να΄ρχεσαι Αμοργίς, να με καταργείς, να με συνθέτεις και να με παραπλανάς. Να΄ρχεσαι κόκκινη, όπως οι εραστές και όπως το αίμα. Η Αμοργίς είναι μια πασχαλινή φωτογραφία. Πίσω φλέγονται τα κτήματα, τα καλύβια, τα σίδερα και οι δεξαμενές. Συμβαίνουν πράγματα ακατάληπτα και αμά κοιτώ την Αμοργίδα, όλα κινούν και κλαίνε και γεννούν. Η Αμοργίς φορούσε ένα περιδέραιο από γαλάζιο Μυτιλήνης. Ετούτο μόνον διακρίνεται στη φωτογραφία. Το πρόσωπό της , όμως, το πρόσωπό της είναι καθολικό.
   Άλλοι είπαν ήταν κορίτσι και κάποιοι δείχνουν τον ποιητή και το καράβι. Ήταν πάντα κάτι παραπάνω.
*
©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Square Ambiorix 2009», Bruxelles.