Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι ντρίπλες

 

Τρεις ιστορίες ποδοσφαιρικές

I. Είναι κανείς να εντυπωσιάζεται με την επιδεξιότητα των πληρωμάτων. Για πότε μαζεύουν το χαλί, για πότε τακτοποιούν τις κάμερες, τα καλώδια, τους ανταποκριτές, τις μπάλες και τους κώνους για να σταθεί σε όλο του το μεγαλείο το ποδοσφαιρικό γήπεδο. Να λάμψουν οι αστέρες, να διαπρέψουν οι γκολτζήδες, να ξεχωρίσει το αστέρι που έχει καταγωγή εξωτική και ντριπλάρει ως και τον εαυτό του. Το κοινό παραληρεί, τα φλας αστράφτουν, οι φωτογραφίες παίρνουν και δίνουν, χιλιάδες δημοσιεύσεις το δευτερόλεπτο, του τύπου «ήμουν και εγώ εκεί», «ευτυχισμένοι τώρα στο» και άλλα παρόμοια. Το κοινό διψάει για φάσεις αμφισβητούμενες, δοκάρια, τραυματισμούς, ευκαιρίες, μια ατέλειωτη γκάμα που υπερβαίνει την πεμπτουσία του γκολ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι ντρίπλες»

Julien Gracq, Ο ψυχρός άνεμος της νύχτας

Μετάφραση Γώργος Κεντρωτής

Την περίμενα το βράδυ στο κυνηγετικό καταφύγιο, κοντά στο Νεκρό Ποτάμι. Στον απόκοτο άνεμο της νύχτας σείονταν τα έλατα με το φρικίασμα των σαβάνων, αλλά και με της πυρκαγιάς το τριζοβόλισμα. Η μαύρη νύχτα ήταν στρωμένη με πάχνη, σαν λευκό σατέν κάτω από βραδινό ένδυμα, — έξω, χέρια συστραμμένα έτρεχαν από παντού επάνω στο χιόνι. Οι τοίχοι ήσαν μεγάλα σκούρα παραπετάσματα, στις δε χιονισμένες στέπες αναδύονταν λευκά σεντόνια, μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι, σάμπως φωτιές, κι έβγαιναν μέσα από παγωμένα τενάγη: υψωνόταν το μυστικό φως των κεριών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Julien Gracq, Ο ψυχρός άνεμος της νύχτας»

Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου

Το παλιό σπίτι βρισκόταν στο τέλος του δρόμου, τα παράθυρά του ήταν ανοιχτά και η οροφή του κατέρρεε. Ήταν το είδος του σπιτιού για το οποίο τα παιδιά ψιθύριζαν σε χαμηλούς τόνους, φαντάζονταν κάθε είδους σκοτεινά και απειλητικά πράγματα να κρύβονται μέσα στους σάπιους τοίχους του. Καθώς στεκόμουν μπροστά στο παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι, ένα προαίσθημα με κατέκλυζε.

 Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχα πατήσει το πόδι μου σε αυτό το μέρος, αλλά οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας με ακολουθούν ακόμα, γιατί ήμουν το μόνο παιδί που ήξερε τι συνέβαινε σε αυτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Ανάφλεξη

(Τρίστιχα, τρίανδρα)

Στην άνοιξη· αραβική ή ευρωπαϊκή

Οι σκέψεις είναι στάχτες, κρύβουν σπίθες·
ποια θέλεις, ποια θα βρεις σαν να ’ν’ η μόνη;
Σ’ αυτήν θα προσφερθείς, για αυτό δεν ήρθες;

Μια θέλεις και τη βρήκες, και πυρώνει
τώρα, Μωχάμετ, που τραβάς το πώμα,
Μοχάμεντ Μπουαζίζι, απ’ το μπιτόνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Ανάφλεξη»

Μέλπω Αξιώτη, τα πράγματα που τους κάνει ο χρόνος το χατήρι να τα διατηρεί

Η Κάδμω (αποσπάσματα)

Κάθεσαι τώρα στο τραπέζι το τρίκλινο που είναι κόντρα στον τοίχο, μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Και γράφεις. Πάντα κόντρα στον τοίχο. Οδός Αριστοτέλους, όταν δοκίμασες για πρώτη φορά τη γραφή, οδός Τιμολέοντος, εκεί που σε βρήκε ο θάνατος της καλύτερης φίλης σου, οδός Κεφαληνίας που σε βρήκε ο πόλεμος, οδός Γκουφιέ, όπου έμενες εσύ στο κάτω μέρος του σπιτιού και πάνω κατοικούσε η άλλη φίλη σου, η Μάρω — που έμεινε στη μνήμη σου, και στην Ιστορία, τουφεκισμένη με το πολυβόλο από τον ξένο εχθρό, μέσα στην Κατοχή. Στο χώρο του Θυσιαστηρίου της Καισαριανής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μέλπω Αξιώτη, τα πράγματα που τους κάνει ο χρόνος το χατήρι να τα διατηρεί»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ

με τα μέσα του φωτός

ύλινη προβλήτα χαμένη μες στην ομίχλη. Αχνοφαίνεται το φανάρι για τα πλοία που εισέρχονται και πιο φανερά στη σκηνή, ένας φανοστάτης με ιαμβικά τεχνάσματα και το αδύναμο φως του. Κάθε τόσο ακούγονται τα μεγάλα πλοία που κορνάρουν, θαρρείς και κανείς δεν προσέχει πως λείπουν πια από το πόστο τους. Ένας νεαρός στέκεται εκεί στην άκρη. Η αγωνία του είναι φανερή. Τριγύρω και άλλοι, σκιές ακροβολισμένες, ψυχές σε άτακτη υποχώρηση. Για ευκολία θα λέγονται σκιές, ένα, δύο και τα λοιπά. Μόνον ο νέος θα έχει ένα όνομα, ας πούμε Τζόζι. Τον φωνάζουν Τζόζι και ίσως μας φανερώσει παρακάτω τι περιμένει μες στην θολή νυχτιά. Λοιπόν, Τζόζι;)

 Τζόζι: (μονάχος του, οι άλλοι μένουν κρυμμένοι, μόνο υποψίες τους έχει, επειδή πηγαίνει κάθε νύχτα) Είναι ώρα. Πάντα, τέτοια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ»

Μάριος Χάκκας, Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Άγρα

H ΣΥΝΤΟΜΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚH ΠΟΡΕΙΑ του Μάριου Χάκκα, επηρεασμένη βαθιά από την αναμέτρηση με τη θανατηφόρα ασθένειά του, είναι μια πορεία που περιγράφει, με ρεαλισμό και σαρκασμό, το μετεμφυλιακό κράτος και τις απαρχές της Μεταπολίτευσης. Στις σελίδες του Τυφεκιοφόρου του εχθρού παρακολουθούμε τον κοινωνικό τύπο του αριστερού πολίτη («γ’  κατηγορίας »). Παράλληλα, ο Χάκκας μας ξεναγεί στη μεταπολεμική Αθήνα: στην πόλη της «αντιπαροχής» και της αρχιτεκτονικής μετάλλαξης, της ευδαιμονίας, του καταναλωτισμού και της εύκολης κοινωνικής ανόδου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάριος Χάκκας, Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»