Απόστολος Θηβαίος, «Με Τόσες Προσευχές»


Στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου,

εν ομίχλη λησμονημένου.
Είπαν πως τον είδαν στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Φορούσε ρούχα ανατολικά, κάτι λευκά φορέματα, διάφανα χαμηλά. Αυτά κρεμόντουσαν στα πεζοδρόμια και ήταν σαν κάτι ή κάποιος επιμονίμως να τον ακολουθεί. Κρατούσε ένα μικρό βιβλίο, το κρατούσε σφιχτά σαν μικρό παιδί που τρέμει όταν για πρώτη φορά συναναστρέφεται την αδιαφορία των ανθρώπων. Ορισμένοι που αναγνώρισαν την οικεία μορφή του, τον ακολούθησαν καθώς έστριβε στην οδό Αθηνάς. Ένα νεαρό αγόρι, με ενδυμασία μοντέρνα και ένα μυστήριο στο πρόσωπό του σχεδόν ανεξιχνίαστο, ο χωροφύλακας που περιφέρεται εδώ και αιώνες στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα, χαιρετά εγκάρδια τους καταστηματάρχες και κλαίει τις νύχτες πετώντας το πηλίκιό του στον αέρα. Τον ακολούθησαν αδέσποτα, ένας ναυτοπρόσκοπος με το βαθύ, γαλάζιο φουλάρι του, ένας παράφρων που ομιλούσε μια αρχαία γλώσσα και ήταν ρακένδυτος, σαν να είχε φτάσει τώρα σε τούτο τον τόπο, σαν να είχε μόλις σωθεί από κάποια κλεισμένα σύνορα. Τον ακολούθησα και εγώ. Είχε βέβαια γεράσει μα θα μπορούσε ο καθένας να τον αναγνωρίσει με ευκολία αν πρόσεχε τις μικρές αποστάσεις των ματιών του, τα ακίνητα, ψάρια νεκρά τα χέρια αυτού του ανθρώπου, η μεγάλη επιφάνεια του καθαρού προσώπου.Έπειτα, καθώς περπατούσαμε όλοι εμείς, μια φυλή ολόκληρη απόκληρων προσέξαμε και το συζητήσαμε με ενδιαφέρον, το μεγάλο, στρατιωτικό σάκο με την αποφορά. Ο ίδιος έκλαιγε προσέξαμε και το συζητήσαμε με επιμονή και ενδιαφέρον. Εκείνη την ημέρα ήταν καλοκαίρι και όλα τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στα σκοτεινά καφενεία άφηναν έναν βόμβο, ανακάτευαν το θερμό άνεμο, τεμάχιζαν το μεσημέρι με το συνηθισμένο τους τρόπο. Στα κατάμεστα σκαλά ακούγονταν κορίτσια που γελούσαν μες στα υπόγεια. Εκείνος περπατούσε με τα διάφανα, λιβυκά του ρούχα. Κάθε τόσο σταματούσε εμπρός από κάποιον λευκό τοίχο και έγραφε ένα ποίημα, έναν μόνο στίχο, σε λίγα χρόνια ετούτη η πόλη θα συνιστά ένα παλιό, εν προόδω έργο. Χαθήκαμε στα στενά, πίσω από την κατάμεστη, λαϊκή αγορά που έχει μορφές νωθρές, ανθρώπους του τίποτα, μύγες των αγορών.Οι άνθρωποι αυτοί, καθισμένοι μας παρατηρούσαν και δεν εκπλήσσονταν γιατί σε τούτη την πλατεία υφίστανται αναρίθμητες ακολουθίες. Κυρίως ερωτικές. Τώρα ανηφορίζαμε προς έναν δρόμο με κλειστά καταστήματα, στις άκριες του δρόμου σπουδαίες χαράδρες, από μέσα φλεγόμενα πουλιά που πέφτουν στις σκεπές των ανατολικών προαστίων και έτσι εξηγείται η μεγάλη φωτιά που μαίνεται στο μέλλοντα χρόνο. Παράτησε το σάκο σε μια διασταύρωση, από εκείνες που δεν αναζητά κανείς στις πρωινές εξορμήσεις, στις γραφειοκρατικές διευθετήσεις, δρόμοι δίχως ανθρώπους, σαν ιστορίες ενός άλλου καιρού, με όλες τις γενιές τους σκοτωμένες. Σπεύσαμε όλοι να δούμε το περιεχόμενο του σάκκου. Ήταν εκείνα τα ίδια κεφάλια που τον απασχόλησαν τότε και τον συντάρραξαν και μέθυσε θλιβερά για το ματωμένο μαχαίρι στο τραπέζι, για το σφαγμένο ψωμί μας, για τα παιδιά που επιβίωσαν και έγιναν δάκρυα και πλάτες γυρτές ηλικιωμένων ανθρώπων που τίποτε δεν ζήσαν και τώρα μιλούν με οργή για τη θηριωδία της ελπίδας. Κάποτε έπαψε το βήμα του, εισήλθε σε ένα ταπεινό κατάστημα, οι λαμπτήρες εκείνοι στα κατώφλια μετατοπίζουν για πάντα την αθωότητα. Μας φώναξε από μακριά, σαν να γνώριζε πως τόσα χρόνια τον ακολοθούμε με πίστη, πως τόσα χρόνια παλεύουμε με ανεμόμυλους, σκοτώνουμε ανδρείκελα, δίχως να λησμονούμε ούτε στιγμή την τρομερή ιερότητα της ζωής, τη μυστική λατρεία της να πούμε, ένα ζήτημα δυσδιάκριτο, μια αποχρώσα συχνότητα, εξαιρετικά ανεπαίσθητη. Μας σύστησε από μακριά τις γηραιές γυναίκες. Η Ελένη της καταστροφής, η Μήδεια του πάθους φώναξε και έκοψαν τη φωνή του τα βαριά φορτηγά των σαββατιάτικων ανεφοδιασμών. Εκεί λοιπόν φυλούσε τη σαρκοφάγο του. Σε εκείνο το μέρος εμπιστευόταν την ανεξάντλητη τρυφερότητά του. Εμείς τον χαιρετήσαμε.
Απομείναμε ανάμεσα στο λεκιασμένο ασβέστη και τα ετοιμόρροπα ξύλα Γιώργο. Εμείς, ξανθά παιδιά Γιώργο που μας πήρε ο ύπνος με τα ρούχα. Εμείς, μια πουλημένη φτηνά συλλογή στιγμογραφιών. Τίποτε άλλο Γιώργο, τίποτε.

*
©Απόστολος Θηβαίος

photo©André Kertész, 1928

Απόστολος Θηβαίος, «Κύλα με την ομίχλη»

«Ύφαλε, άστρο, μοναξιά, δεν έχει σημασία,
Ό,τι και αν μας εστοίχισε,
Η άσπρη του πανιού μας έγνοια.»
«Salut»

«Σε μια εποχή δίχως συνοχή και σταθερότητα, μην γυρεύετε μια τέχνη σταθερή και οριστική», επισημαίνει ο Στεφάν Μαλαρμέ στα περιεκτικά, κριτικά σημειώματά του,
όπως παραθέτονται μεταφρασμένα πάντοτε στο πνεύμα του δημιουργού, στην πολύτιμη έκδοση με την επιμέλεια του Αλέξη Ζήρα. Η διατύπωση αυτή θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως επαρκεί, πως συνιστά μία θαυμάσια αφορμή ώστε ο Γάλλος δημιουργός να προσεχτεί, να αποτελέσει μια ιδανική φωνή της τέχνης του, παρά την αρχαία, σχεδόν καταγωγή του για τούτη τη γοργή, σύγχρονη εποχή μας. Οι αστικού τύπου αναφορές του άλλωστε, η ποίηση που δομείται μες στο υπό διαμόρφωση, οικιστικό μοτίβο μιας μεγαλούπολης, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, δεν μπορούν παρά να πραγματεύονται ζητήματα όπως η μοναξιά. Πρόκειται για εκείνο το συναίσθημα, το οποίο εξεικονίζεται στη συσκοτισμένη, μονήρη ύπαρξη, την τόσο ασύμβατη, την απόλυτα διαχωρισμένη από τους νέους θεσμούς, την κλονισμένη, την περιεχόμενη μες στις τερατώδεις λεωφόρους. Ο Στεφάν Μαλαρμέ, άλλοτε θέτοντας διακριτικά τις βάσεις για μια ουσιαστική στροφή της ποιητικής λειτουργίας προς το γλωσσικό μέσον, ή εκφέροντας μυστικιστικές παραινέσεις περί ορφικών αποκαλύψεων και μιας λογοτεχνίας, εξίσου ισχυρής με τα θεολογικά προϊόντα των παραδόσεών μας, φαντάζει πρωτοπόρος για τον καιρό του και συναρπαστικά επίκαιρος για τη δική μας στιγμογραφία, καθώς σημειώνει ένας έτερος γαλλοτραφής δημιουργός, ο Ιάννης Ξενάκης. Με αφορμή τον ιδιάζοντα λυρισμό της ποίησής του, αλλά και το πεζολογικό της ύφος, προτείνεται σε τούτο το κείμενο μια άποψη, δίχως να επιδιώκεται μια ακόμη ερμηνευτική αφετηρία. Πρόκειται περί εντυπώσεων και μόνον.

    Στην περίπτωση του Μαλαρμέ διαπιστώνουμε την πρώιμη, υπερεαλιστική στάση, εκείνη που επρόκειτο να εισάγει χρόνια έπειτα τον άκρατο υπερβατισμό. Η τέχνη της ποιητικής του ρεμβασμού, προικισμένη πια με μια ροπή ενδοσκοπική, διεκδικώντας μια άλλη γεωμετρία στην παρατήρηση, συναντά στην περίπτωση του Γάλλου ποιητή μια διακριτική καταρχήν αποσύνδεση από την ποιητική του ρομαντισμού, όπως η τελευταία κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά γράμματα. Η τάση για αποδέσμευση προκύπτει διάφανη και ουσιώδης στοχοθέτηση της ποιητικής του Μαλαρμέ, παρά την αποστροφή του για την ποιητική ιδεολογία που δεν αποδίδει στον άνθρωπο τις πρέπουσες, τέλως πάντων τιμές. Η οριστική ρήξη του με το παρελθόν δεν συνιστά μια υποψία, παρά μια νοσταλγική, ειρωνικής ίσως τάξεως επισήμανση. Τούτο το ύφος που ξεχωρίζει ολοφάνερα στην πεποίθηση για «το υπέροχο αντίο των μαντηλιών» θα αποτελέσει έναν άξονα κεντρικό, ένα ας πούμε δόγμα για την ποιητική του Μαλαρμέ, αποδεχόμενοι τον προσδιορισμό αυτό, ολότελα διαχωρισμένο από μια ηθική ή πολιτική διάσταση. Το ύφος του Μαλαρμέ πραγματοποιεί μια τομή, μια κάθετη εναντίωση στο ποιητικό περιβάλλον του καιρού του, μία κραυγή επιδοκιμασίας για τη νέα εποχή και την οριστικά συντελεσμένη ποιητική παλαιότερων εποχών, την καθολικά διαποτισμένη από ιδεολογικές κορώνες, συναισθηματισμούς και αποτίμηση τοπογραφιών, με έντονο το στοιχείο του ρομαντισμού. Η ιδιότητα αυτή, μια ονειρική αγωνία απάνθρωπης φιλοδοξίας φαίνεται να εξαντλείται. Ο νέος κόσμος δύναται να εκφραστεί καλύτερα μέσω της πυκνότατης γραφής της διδασκαλίας του Μαλαρμέ, μιας εκφοράς φωτισμένης υπό το πρίσμα εικόνων συμβολοποιημένων, ενός φυσικού, συλλογικού χώρου αλλά και μεμονωμένων, αναμνησιακών χαλασμάτων. Ο Μαλαρμέ δεν αποδέχεται τον καιρό του, αδυνατεί να το πράξει ίσως λόγω μιας ασυγκράτητης πια πρωτοπορίας, μιας διαφοροποίησης από φιλολογικές καταχωρήσεις του συρμού, με ανάλογα ύφη και ανύπαρκτες, αισθητικές αποκλίσεις, όπως χαρακτηρίζει ο Γιάννης Δάλλας τις μικρές και σπάνιες αυτές «αποδράσεις.» Η ποίηση του Μαλαρμέ, ακόμα και αν δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τη σχέση της με τα αντίστοιχα, πνευματικά κινήματα της εποχής του σηματοδοτεί μια νέα εποχή στη λογοτεχνία, μια τάση πνευματική, εκπληρωμένη από τη μη επαγωγική σύνθεση των λέξεων, αλλά την αναγωγή τους πια σε αντικείμενα ή πρόσωπα σύμβολα. Με αυτήν την ιδιότητα πορεύεται η ποιητική του Στεφάν Μαλαρμέ, δίχως όμως να παύει να συνιστά έναν λόγο ειλικρινή, να ενσωματώνει με άλλα λόγια μια ψυχική και αγνή, δηλαδή συναισθηματική νοηματική, άμεσα συσχετιζόμενη με τις διαχρονικές, αγωνιώδεις αναζητήσεις του προσώπου. Ο Μαλαρμέ μοιάζει να αποδέχεται πλήρως εκείνο, το οποίο ο Μπόρχες υπογράμμισε, προσδιορίζοντας μια κρίση για τον κόσμο του καιρού του, αλλά και του μελλοντικού. Η ατελής πραγματικότητα του Αργεντίνου συγγραφέα, οφείλει την ύπαρξή της σε θεούς κατώτερους της ανθρώπινης προοπτικής, χθόνια πνεύματα, η τραγωδία του ανθρώπου του καιρού μας δεν οφείλει την τέλεσή της σε μια σκληρότατη μοίρα αλλά σε μια τραγωδία, για την οποία υπεύθυνοι στέκουμε μονάχα εμείς. Ο ποιητής του «Φαύνου» ορίζει μια ποιητική ολοκληρωτικά στηριγμένη σε ένα λόγο μακράς και ευρείας συναισθηματικής τάξεως, απόλυτα ξεχωρισμένης από την τοπογραφία των επικών, ανθρώπινων τοπίων. Το ποιητικό σύμπαν του Στεφάν Μαλαρμέ δομείται από μία συστατική γλώσσα, απλή και προφορική, σχεδόν ρευστή, τέτοια ώστε να σηματοδοτεί νέα ηθικά πρότυπα ανθρώπινου ψυχισμού.
Η συνεισφορά του Γάλλου ποιητή συνιστά υλικό τροφοδοτικό για τις μετέπειτα, ποιητικές φωνές. Ο Τρακλ, ένας από τους συνεχιστές της υποσυνείδητης, εσωτερικής ποίησης, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο κατά κόσμον Ετιέν Μαλαρμέ, με τη «Γαλάζια Ψύχωση» ενσαρκώνει μες στο λόγο του τις ουτοπικές ονειρώξεις, τις τρομερές, συναισθηματικές συλλήψεις, όσες διαμορφώθηκαν μες στην απαισιότητα της πρώτης, παγκόσμιας εμπόλεμης τραγωδίας. Ετούτη η ποίηση φαίνεται πως στέκει κοντύτερα στα ανθρώπινα μεγέθη, ξεκάθαρη, διάφανη, μια ανθρώπινη ποίηση που σε τίποτα δεν σχετίζεται με την ιδεολογική πολυλογία του υπερεαλισμού. Η περίπτωση του Τρακλ δεν συνιστά τη μόνη από τις ποιητικές φωνές που τράφηκαν από την επαναστατική εκφορά του Μαλαρμέ. Η ανάκληση του Αυστριακού ποιητή που τόσο νέος πέρασε στην αιωνιότητα δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση που φωτίστηκε από τη στασιαστική, εμπρός στη λυρική νωθρότητα του ρομαντισμού, κίνηση. Οι κατευθύνσεις τις οποίες υπέδειξε ο Στεφάν Μαλαρμέ, συνιστούν εκείνες τις ποικίλες διαδρομές, με τις οποίες προικίζει ένας γηραιός κλειδούχος το δίκτυο των σιδηροδρόμων. Στέκει στην άκρη του σταθμού εκτελώντας τους οριστικούς, νυχτερινούς ελέγχους και έπειτα θαυμάζει τις βαριές ατμομηχανές που κοσμούν τις απάτητες τοπογραφίες. Μονάχα ως τέτοιες μπορούν να εκληφθούν οι πνευματικές υποδείξεις του Γάλλου δημιουργού. Υποδείξεις τεχνικές, που εξαντλούνται σε επιφανειακές μόνον εκτιμήσεις της μεγαλοπρέπειας του ανθρώπινου ψυχισμού. Καθώς άλλωστε σημειώνει ο Αντρέ Ζιντ σε μία από τις σημαίνουσες μεταφράσεις του Χατζίνη, «να μιμηθεί κανείς τον Μαλαρμέ, είναι μια τρέλα!» Η περίπτωση του Στεφάν Μαλαρμέ μπορεί να ειδωθεί ως μία από εκείνες τις μορφές που επιβεβαιώνουν με το τάλαντο και την ασύλληπτη τροχιά τους εκείνη την «αισθητική απόκλιση», πάει να πει έναν ακόμη, αιματώδη ορίζοντα ανάμεσα στις πιο αναπάντεχες προσδοκίες.
    «Ο λόγος είναι σαν χάρμα που ρουφάει ανθρώπους και τοπία, δέντρα, φυτά, φάμπρικες και κινέζικα σκυλάκια. Τότε ο λόγος γίνεται το αντικείμενο, υφασμένο σε ένα σχέδιο φανταστικό.» Ο Τζων Στάινμπεκ, χρόνια αργότερα λεξικοποιεί την ποιητική πρωτοπορία του Μαλαρμέ. Γιατί, υπάρχουν αμαρτήματα που θεραπεύονται με τον ρυθμό, τον πιο ανθρώπινο μονάχα. Τον πιο ανθρώπινο. Ας συγχωρεθούν ανεπάρκειες και σχόλια ατελή ή λανθασμένα. Ο ποιητής θα επιδοκίμαζε μια κριτική βαλμένη μες στο κόσκινο των αισθητικών εντυπώσεων.
*
©Απόστολος Θηβαίος

 

Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]

Αρχείο 24/07/2012

Μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές, κανείς δεν μιλούσε γιατί ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια και οι μνήμες και είχε παγωνιά τη μέρα του χαμού. Μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά κάθε τόσο τραγουδούσαν με τα μάτια βουρκωμένα, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]»