Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Απόβραδο

Nighthawks, by Edward Hopper, 1942

Η περίπτωση Έντουαρντ Χόπερ

Ο γελωτοποιός της κλίμακας του Χένρυ Μίλερ στο λαϊκό κατάστημα. Τοίχοι από μίκα ή αλλιώς μια θάλασσα στους τοίχους και το κορίτσι με τις τεχνητά ερυθρές παρειές. Μια κατατομή περασμένων δεκαετιών, μια εποχή δίχως αυταπάτες. Το κορίτσι με το λευκό, νεκρό δέρμα προσομοιάζει εξαιρετικά σε μια ελληνική εκδοχή φιλμ νουάρ. Οι χαμογελαστοί ναύτες και τα κινέζικα φώτα. Ετούτο το μαγαζί βρίσκεται ίσως κάτω από μια γέφυρα. Κανείς δεν θα φανταστεί ποτέ πως σε μια τέτοια ιδιόμορφη θέση θα μπορούσαν να επιβιώσουν οι πρωινές, πιστές σκιάσεις. Καθώς τα ηλιοτρόπια θα γείρουμε κάποτε ο ένας προς τον άλλον, χτίζοντας τις πόλεις μέσα μας. Ετούτοι οι άνθρωποι, όσοι θα επιζήσουν κάτω από τα φώτα τύπου china town θα ομολογήσουν συντριμμένοι, λίγη μόνον ώρα προτού ξημερώσει πως πληγώθηκε ανεπανόρθωτα πια εκείνη η βεβαιότητα πως θα μπορέσουμε τάχα να επινοήσουμε μια άλλη ατμόσφαιρα. Δεν μπορεί παρά να κριθεί ως επαρκέστατη, μια άκρως πετυχημένη σκηνογραφία η προοπτική του τοίχου. Με ένα θαυμάσιο τρόπο θα απομείνει ο γελωτοποιός στη θέση του, με τα χαραγμένα αστέρια στα μάτια του ο γελωτοποιός, με τη λευκή ενδυμασία του που αναγνωρίζουν και αγαπούν τόσο τα παιδιά. Το κορίτσι του κέντρου ερμηνεύει ένα φλογερό τραγούδι. Οι στίχοι του μιλούν για πάθος και αν θα μπορούσε κανείς να αντικρίσει μόνο το κορίτσι εκείνο, αργά τη νύχτα, θα μαρτυρούσε μια φριχτή θλίψη, ένα λασπωμένο πρόσωπο κάτω από τις φωτιστικές απάτες των χαραυγών. Είπαν, εκείνα τα σημάδια δεν ήταν αστέρια. Εκείνα τα σημάδια ήταν αίματα, τα άλικα χείλη ήταν πνιγμένα μες στο αίμα. Ο νεκρός γελωτοποιός σε μερικά έτη θα αποσυρθεί από το κατάστημα. Θα περιφρονήσει την χαρτοπαιξία και όταν αιωρηθούν οι πολύχρωμοι φωτισμοί πάνω από τα κινέζικα, φορτηγά πλοία, λοιπόν τότε ο κρυφός εκείνος άνδρας θα αποσυρθεί στα λιτά, καθολικά ησυχαστήρια, λησμονώντας τις κλίμακες και τους ζωηρούς φθόγγους του κόσμου. Ο χαμογελαστός ναύτης, εκείνος που μοιάζει τόσο στον ζωγράφο Ρέμπραντ, ο μελαγχολικός εκατομμυριούχος, ακόμη και το κορίτσι με την αμήχανη γύμνια θα κοιτάξουν με δέος τον γελωτοποιό που αποσύρεται πολύ πάνω από τις κλίμακες, διαλυμένος ήδη σε θεωρίες και εικασίες.

  Εκείνος ο άγιος με τα αιμάτινα μάτια είναι ο φωτισμένος άνθρωπος των συνοικισμών. Ανήκει σε εκείνους τους πολύ δικούς μας ανθρώπους που εξέρχονται των αιθουσών, χύνονται σαν νερά μες στα οδοστρώματα για να ξεθωριάσουν ως αργά το μεσημέρι, δίχως να θυμίζουν τίποτε από τις νεοανακαλυφθείσες ηπείρους των εκατομμυρίων προοπτικών. Τα μάτια του είναι πάντα στυλωμένα στο άδειο. Είναι πηγάδια τα μάτια του και η περηφάνια του κοριτσιού λαμπρή. Μια επιβλητική συγκίνηση σε εκείνη την παρουσία, προτού απομείνουν κρεμασμένα στις πόρτες και πάνω στα δρεπάνια φεγγάρια τα κατάμαυρα σακάκια. Αργά το πρωί ο απόκοσμος γελωτοποιός θα είναι διάφανος μες στην αυλική του στολή, μονάχα σημάδια κόκκινα πάνω στα μάτια, έξω τα καταραμένα νερά των πρωινών βροχών, η σκουριασμένη κλίμακα και το στενό, δαντελένιο κολάρο. Ένα λευκό τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι και το περήφανο κορίτσι που χάνεται μες στη βρόχινη θάλασσα, μια αθεράπευτη μοναξιά, εξαιρετικά μακρινή στο μέσον του λαϊκού κέντρου που σβήνει τους φωτισμούς του και όλοι μπορούν με ησυχία να θρηνήσουν το τέλος της νύχτας και την τραχιά, καινούρια μέρα που ανοίγεται μες στις βορειοελλαδίτικες ομίχλες που τόσο αγαπούν οι λάτρεις του συγγραφέα Ιωάννου. Σε όλο το μήκος του λιμανιού τα απόμακρα πλοία με τα διεθνή χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο βάθους οι καινούριες σκιές και η υδατογραφία ενός ολοένα και λιγότερο, ανθρώπινου Θεού. Το κορίτσι τραγουδά στους δρόμους κάτω από τις γέφυρες, μια ζαχαρένια κούκλα με σπασμένα μέλη και το πρόσωπο κολλάζ με όλους τους εραστές νωπούς στα ερειπωμένα της μάτια.
  Οι γέφυρες θα΄ναι πάντα οι σκληρές, σκιερές μέρες του ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ, η ομίχλη και οι γερασμένοι φάροι από αντοβιανά τούβλα και παλιά σιένα. Η μοναξιά και η αποτίμησή μας, μια ίδια μουσική παιγμένη από χίλια, πανομοιότυπα χέρια που διαφέρουν μονάχα στις γραμμές και τις μοίρες. Η μορφή του γελωτοποιού απαντάται συχνά στα καταστήματα φαρμάκων, στα μεσημεριανά, αμερικανικά τοπία, στα μπαρ των διασταυρώσεων, τα νυχτερινά γραφεία και σε εκείνα ακόμη τα μοτέλ των δυτικών πολιτειών. Πρώτο πλάνο, γυναικεία φιγούρα, τα δυτικά βουνά, τελευταίο οχυρό πριν τον κόσμο των Αζτέκων, φωτεινές αιχμές και τα φετίχ των ανδρικών οραμάτων. Ο φωτογραφικός χρωστήρας, δαιμονικός, γεροντικός και ατομικός. Μια ανεπαίσθητη, ψύχραιμη, εξπρεσιονιστική ποίηση, φωτορεαλιστικών προδιαγραφών. Ο λυπημένος γελωτοποιός αποσύρεται αργά προς την αποβάθρα των μεγάλων Αυγουστίνων. Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης θα μπορούσε να ξερνά κατάμαυρες πεταλούδες μέσα από το υδραίικο στόμα του.
©Απόστολος Θηβαίος

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Χιλιανός παπαγάλος

Ο Πάμπλο μια σπουδαία ρωγμή στα ερείπια της Χιλής. Ο Πάμπλο γερμένος σαν Ιρλανδός έφηβος στους λόφους του Σαντιάγο, μυρίζοντας το χορτάρι και τη δροσιά της τελειωμένης μέρας. Ο Πάμπλο, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου γεννημένος κάτω από λατινικούς ουρανούς. Ο Πάμπλο που γράφει στίχους για τη νεκρή, τη λησμονημένη, τα αμπέλια του στήθους, του εφηβαίου τα ρόδα. Με τη συρτή και λυπημένη φωνή του σπαράζει τη νυχτερινή πόλη, μες στις λεωφόρους το ψυχωμένο, το θερμό σώμα του Πάμπλο που λιώνει τα δέντρα και τους ανέμους. Αναριχώμενοι οικισμοί ως ψηλά στις χιλιανές κορφές, παντού το όνομα σου Πάμπλο. Γραμμένο σε τοίχους, χαραγμένο στα δέντρα, το όνομά σου μες στα νερά των πηγαδιών. Από το Παράλ ως το Σαντιάγο η ευεργετική σου μορφή Πάμπλο, οι ασπρόμαυρες ρωπογραφίες του Παρισιού από τους εξώστες, τα κόκκινα χώματα βαθιά μες στα μάτια, ορίζοντες από σιένα.Τα πέτρινα σπίτια του Σαντιάγο, τα παιδιά που σκοτώνονται μες στα υπόγεια, παλιά σαγματοποιεία και οι ανεμικές που σκορπούν τις στιχογραφίες του σε όλες τις προοπτικές.

      Ο Πάμπλο ραγισμένος από τους δυτικούς ήλιους, ο Πάμπλο που αγαπά τους κόνδορες και τα ευλογημένα πουλιά του λατινικού κόσμου. Εκείνος που ονειρεύεται τις λευκές γυναίκες, τα φιλημένα γόνατα της Παναγιάς, τα ολότελα λησμονημένα ηλιοβασιλέματα. Όταν εκείνη χανόταν μες στις φλαμανδικές, τις βαθιές λίμνες. Ο Πάμπλο που εισβάλλει στην πόλη από όλα της τα σύνορα, κοπάδι πουλιά ο άνδρας εκείνος. Σπάζουν τα παράθυρα, οι τοίχοι και τα γύψινα προσωπεία, ο Πάμπλο πάνω από τα επιτοίχια ρολόγια, πέρα από τις πόλεις και τις κλεισμένες πόρτες. Ο Πάμπλο μια σήραγγα, η μοναξιά των βουνών και η επιβολή τους στην προικισμένη του φωνή. Ένας στερνός Μπολιβάρ κάτω από χρόνια χαρταετούς, μια γερή, σωσμένη γέφυρα ανάμεσα στα χέρια μας, ο άγιος άνθρωπος Πάμπλο, ψυχή βγαλμένη από τους ναούς των Αζτέκων, γνωρίζοντας τις πύλες και τις εξαρθρωμένες κραυγές του Σαντιάγο.
      Είδαν τον Πάμπλο. Ο άνδρας δίχως τιμαλφή, με το χαμόγελο του μόχθου του βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα. Χρισμένος όπως τα ασβεστωμένα σπίτια και οι γυναίκες των πολλών. Βαδίζει ανάμεσα στα άγρια δάση, έπειτα κυνηγημένος, στις σαβάνες της οδού Πατησίων. Κρατεί στα χέρια του τον ελληνικό ερωτιδέα. Ο νεαρός θεός, ο ηνίοχος δίχως τ’ άρμα του που απλώνει τα παιδικά και αδέξια χέρια. Ο Πάμπλο στις κακόφημες συνοικίες της οδού Ιουλιανού, ο Πάμπλο με ένα φωσφορικό φως καλά κρατημένο στα δόντια βλέφαρα.
      Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο, για τον σκοτωμένο ήρωα, για τον στρατηγό που σέρνεται χτυπημένος κοντά στα σύνορα του Μεξικού, για τον Ρεινάλντο που φυλακίζεται μες στη νύχτα από τους στρατιώτες και γράφει επιστολές ως το τέλος του κόσμου. Για τις ερωτικές νοσταλγίες, τις αγαπημένες αμμουδιές. Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο για τους ορθόδοξους ήρωες της νύχτας, τα κόκκινα κορίτσια, τους σκοτωμένους, απόκρημνους βράχους. Εκείνα τα παιδιά που τάφηκαν απελπισμένα στους ομαδικούς τάφους των επαρχιών. Σπασμένες σιαγόνες σκύλων και σκελετοί παιδικοί από τους πιο σκοτεινούς καιρούς. Οι επίδεσμοι που κρέμονται από τα χέρια του Πάμπλο είναι οι σημαίες της ειρήνης και της ελπίδας και οι φανταχτεροί, χιλιανοί παπαγάλοι από τις κοιλάδες. Ο Πάμπλο Νερούδα που προσκυνά την Σάντα Λουσία, ο ποιητής στον αυτοκινητόδρομο Παναμερικάνα ορθώνοντας αντιανεμικά και οδοφράγματα, ύστερα στον ιππικό όμιλο μες στο κουρνιαχτό. Ένας θεός που τραβά κατά την Ελευσίνα μέσα από τα κτήματα των βιομηχανιών και τους ρόδινους προμαχώνες.
      Ο Πάμπλο δεν χάθηκε μες στα παραπλανημένα χρώματα. Ο Πάμπλο είναι ένα φεγγαρένιο πρόσωπο πάνω ακριβώς από τους κόσμους. Ο Πάμπλο, ο στερνός των πανσελήνων ανθρώπων και οι μακρινές αγάπες μας. Ο Πάμπλο με τους κεραυνούς στα χέρια που γράφει στίχους, μηνύματα σωτηρίας, τσεκούρι ακοίμητο με την αιχμή και την πυρόχρωμη σκουριά του.
        Καθεδρικέ Πάμπλο Νερούδα, ακοίμητε φρουρέ, πρόσοψη εσύ των παλατιών, με το σφιγμό των Ίνκας και το τραγούδι του νεαρού Κόνδορα.

© Απόστολου Θηβαίου
Φωτογραφία: Πάμπλο Νερούδα, ειδική επεξεργασία Στάχτες

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα νερά

Eρχόταν από τα νερά. Ο Θεός ερχόταν είπαν από τους ωκεανούς. Το πλήθος των τρελών τον είδε που σηκωνόταν από τα κύμματα, κατάκοπος, παραπατούσε μες στους αφρούς. Ήταν ένας νεαρός άνδρας, δεν μιλούσε καμιά γλώσσα, μες στο στόμα του ιχθύες και πολεμικές μηχανές, πόλεις και εξωφρενικά καλοκαίρια του μαύρου ήλιου, με νεκρούς ταύρους, μεσογειακά ερρείπια,τρεμάμενους καρπούς στα μεγάλα υψόμετρα, στο χρώμα του κερασιού. Το στόμα του ήταν όλο δόντια, από χάλυβα ή κάποιο σφυρήλατο υλικό Ερχόταν βιαστικός, σαν κάτι σπουδαίο να επρόκειτο να μας εμπιστευτεί. Εμείς με τους σταυρούς, οι παλαιοί άποικοι, η παταγώδης αποτυχία. Τώρα προσμένουμε τα μεγάλα, εμπορικά πλοία του στέμματος και το ναύτη που θα μας γνέψει. Θα ανταποκριθούμε στο χαιρετισμό και όρθιοι σαν πυρσοί θα προχωρήσουμε προς το πέλαγος, καινούριες ήπειροι που χύνονται στα νερά. Εμπρός από τα μάτια μας οι Πελασγοί με την παρθενικότητά τους, τα δωρικά φωνήεντα, τις χαράξεις του ένα και του λέοντα. Στα κεφάλια κρατούν τους αμφορείς εκείνοι που μέλλονται να έχουν πάντα τα ακίνητα των αγαλμάτων μάτια. Κάποιοι από εμάς θα πνιγούν, η ανεξιχνίαστη ηλικία του νερού μες στα σπλάχνα μας που είναι όλου του κόσμου. Καινούριοι ηνίοχοι που ξεχύνεστε στα άρματα, λυπηθείτε τους θεούς, σταθείτε, ταπεινοί όσο ποτέ οι θεοί μας, το τέλος των μεταλλουργικών εποχών. Ο Θεός είπαν θα έρθει από τα νερά, φύκια μες στο στόμα του, οι καταρράκτες ,πίσω από τα μάτια σπήλαια των πρώτων θαυμάτων. Εμείς προσμένουμε πάντα σαν τους παλιούς αποίκους που επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Ανάμεσά μας η Ιώ, της χαϊδεύουμε τα μαλλιά και υποσχόμαστε πως θα φτιάξουμε ένα άγαλμά της στο μέσον του αρχαίου θεάτρου ή θα ονομάζουμε για πάντα έτσι τα κορίτσια μας. Θα σωπάσουμε μονάχα όταν δούμε τον θεό μες στους ανέμους να κείτεται νεκρός. Οι σταυροί, οι εικόνες, τόσες λατρείες. Τόσες τελετές, λοιπόν στο όνομα ενός τέτοιου Θεού. Ανυποψίαστοι δεν είχαμε φανταστεί πως εμείς οι ωκεανοί, εμείς οι ασπίδες και οι συντριμμένοι θεοί.

 

©Απόστολος Θηβαίος
Photo by Philippe Halsman, 1948

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο πορθμός*

 
Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλο
 
Η πόλη του πορθμού εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Ντιτρόιτ. Γρήγορα αυτοκίνητα, ωραία, αστραφτερά χρώματα χυμένα στους δρόμους, η σπουδαία, μπρούτζινη γροθιά του θρυλικού πυγμάχου Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, οι καρτ ποστάλ που δείχνουν την πόλη καθρεφτισμένη μες στα νερά, η γέφυρα Αμπάσαντορ με το ελλειπτικό, μεταλλικό κιγκλίδωμα στον ορίζοντα. Έπειτα, τα σκοτεινά σπίτια των εκατομυρίων δολλαρίων με το χρώμα του χώματος, οι αντιλόπες με το αργό περπάτημα του νερού και υδράργυρος, το χαμηλό βαρομετρικό της πόλης και οι πάνθηρες με τις ευωδιαστές ανάσες. Οι λέοντες μες στα ψηλά κτίρια, αγάλματα νυχτερινά και ο άνθρωπος του πορτραίτου καθισμένος εμπρός από το αρχαιοπρεπές κτίσμα του θρυλικού μουσείου. Έχουμε πια χάσει ολότελα την επαφή με την ξεχασμένη φρουρά της πόλης και εκείνοι που θα την ανακαλύψουν έπειτα από αιώνες, άναυδοι εμπρός στα απολιθωμένα ζώα, τα ρημαγμένα σπίτια, τις σπηλιές μες στους δρόμους, τις περιστρεφόμενες, διαφημιστικές πινακίδες των εταιρειών πετρελαιοειδών. Μες στις κωμικές, θηλαστικές κοιλότητες της γης τα παλαιά μνημεία, οι σκοτεινές γειτονιές και οι άγνωστοι μάρτυρες της προόδου θαμένοι μες στα πελώρια, ερημικά μαυσωλεία της πόλης Ντιτρόιτ, συντρίμμια από θρυμματισμένα πιάτα, η μητέρα του καιρού μες στους δρόμους, με γυμνά τα πόδια, σαν νύχτα, στην αγκαλιά της η αγωνία και ο παραδαρμός από τα σαπισμένα κόκκαλα και τα ρεζιλεμένα εντόσθια της πραγματικότητας, όπως επισήμανε μες σε δράματα και οραματισμούς ο άνθρωπος Γουίλιαμ, πνιγμένος μες στην αγκαλιά του γέρικου ποταμού. Μες σε τούτες τις τοπογραφικές λεπτομέρειες της πόλης πορθμού πάντα το σπαραχτικό και το απέραστο, όπως οι νύχτες μας, όπως οι νύχτες μας. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο, οι χρωματογραφίες του Δον Κιχώτη, νεαροί Ισπανοί και κοπέλλες με εσάρπες ή άλλες αφάνταστα ερωτικές, σπαρμένοι μες στην πόλη, ένας ωραίος νέος και οι ηρωικοί φορτοεκφορτωτές της πάλαι ποτέ κραταιάς βιομηχανίας, τα οικογενειακά κειμήλια και τα εραλδικά σύμβολα, ο Ιντυμπόϋ με το φεγγάρι αγκαλιά στους δρόμους της πόλης πορθμού, ξεριζωμένα δέντρα, σωριασμένες επαύλεις, οξειδωμένες σιδεριές, άγνωστα φυτά μες στους κήπους, σκόνη στα έπιπλα και οι λησμονημένοι, αρχιτεκτονικοί ρυθμοί. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο αιχμή και ελπίδα μες στους απελπισμένους καιρούς, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα μάτια πληγές, τώρα κανείς δεν μπορεί να μας οδηγήσει στις νέες ηπείρους, εκείνες γλιστρούν μες στα νερά, νεκρή η ρίζα και το όνειρο μες στην πόλη πορθμό, έτσι όπως απλώνεται, σκοτωμένο φίδι κατά μήκος του σπουδαίου ποταμού.
Σε λίγο καιρό τα στρατιωτικά φορτηγά θα φτάσουν από όλες τις πλευρές της πόλης, θα έχουν εξαντληθεί όλες οι πιθανότητες και όλοι οι καιροί και ο άνδρας με το ψάθινο καπέλλο, μια αγροτική προσωπογραφία, μορφές που ακολουθούν την τεχνοτροπία των εξαρθρωμένων γλυπτών του Τζιακομέτι, οι τραγικοί διασκεδαστές των προηγούμενων αιώνων, όλοι θα επιβιβαστούν στα στρατιωτικά οχήματα και ο ποταμός που ξερνά νέους ανθρώπους, ολόκληρα κοπάδια από γυναίκες και παιδιά. Θα ανοίξουν τα σπίτια, λοιπόν, θα ξεκαρφώσουν τα ξύλα από τα παράθυρα, θα σκάψουν το χώμα, θα θάψουν, λοιπόν τους νεκρούς ως τα μεσάνυχτα και περπατώντας μες στην πόλη θα σημάνουν τις νέες μέρες. Τα πρώτα νερά μες στου πάγους και τα ασανσέρ τύπου πλέξιγκλας που ανέρχονται ψηλά στους ουρανούς και ξανά ο καρκίνος και το ντελίριο του πολιτισμού. Με παιάνες και στίχους φτιαγμένους μες στη στιγμή ο Ολλανδός άνδρας με το ψάθινο καπέλλο επιβιβάζεται τώρα στα στρατιωτικά φορτηγά. Στους τοίχους γραμμένα τα συνθήματα ενός τυφλού σοφού, ενός ολότελα φανταστικού όντος.
    Η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη γεννιέται από την προσωπική μας διάλυση και τούτη οφείλει να παρηγορεί, όταν δοθεί κάποτε η ευκαιρία.
   Το μέλλον του πορθμού, ο άνθρωπος που πάντα καραδοκεί, οι αντιλόπες που τρέχουν προς τα δάση, τα αγάλματα που ακουμπούν στη γρανιτένια λύπη τους, οι εποχές μας δίχως φως, δίχως διάρκεια και αέρα. Η κλαγγή των όπλων θα ακουστεί κάποτε ξανά, υπόκωφη, άγρια, μέσα από τα βάθη των καθρεφτών μας. Όπως στις καρτ ποστάλ της θρυλικής πόλης πορθμού στην αμερικανική ενδοχώρα που βυθίζεται πάντα μες στα νερά.

________________________
* Το όνομα της πόλης Ντιτρόιτ προήλθε από τον ομώνυμο ποταμό, που με τη σειρά του ονομάστηκε από τους Γάλλους Rivière du Détroit ήτοι «Το ποτάμι του Πορθμού». Το όνομα αυτό προέκυψε πιθανότατα από το γεγονός ότι ο ποταμός συνδέει τη λίμνη Σαιν Κλαιρ (St. Clair) με τη λίμνη Ήρι (Erie).

*

©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Detroit -τέλη 19ου αι. 

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τ΄ ανυπόταχτο βήμα


Αγαπημένε Μπέρτολντ από τα μαύρα δάση

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ μοιάζει να επιβεβαιώνει πρόθυμα εκείνη τη διαπίστωση που θέλει την τέχνη να στέκει στο πλευρό της Εύας. Η έννοια της δημιουργίας, η θηλυκή προοπτική, η μήτρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που γεννά και γεννιέται μες στην πιο βαθιά και τρυφερή έκφανση της ανθρωπιάς μας. Ο Μπρεχτ, τιμημένος με την πίκρα της εξορίας και την πολιτική εκείνη αγωνία που σε λίγους μονάχα κυριαρχεί και ορίζει τη ζωή τους, αντικρίζει στον ίδιο τον κόσμο το μητρικό εκείνο υλικό από το οποίο τρέφονται οι κοινωνίες και οι εξελίξεις. Διακριτικός στον πυρήνα της συλλογιστικής του, διατυπώνει μες στο ποιητικό σώμα, σε επίπεδα πολλαπλά τις ανθρώπινες, τις αιώνια δικαιωμένες αξίες του. Στην ποιητική δειγματοληψία του Μάριου Πλωρίτη, πέρα από τις μεταφραστικές απόπειρες, οι οποίες διαθέτουν με διαύγεια αμείωτο το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας, διαπιστώνονται η κριτική στάση του ποιητή για την αστική πραγματικότητα που αναγεννιέται τη νέα χιλιετία. Και έτσι αναγνωρίζει μες στην πικρή ιστορία της παιδοκτόνου Μαρία Φεράρ που με τόση ένταση και απανθρωπιά δολοφόνησε το δυο μηνών παιδί της, την απελπισία, την αμείωτη αγωνία του ανθρώπου, τη μοναξιά του σύγχρονου εργάτη που δίχως καμιά προοπτική εξαντλεί τη δυστυχισμένη ζωή του. Ο Μπρεχτ αναγνωρίζει στην περσόνα της Φεράρ μια αφορμή για να αξιολογηθεί η εποχή μας, ένας καιρός δίχως τρυφερότητα, μια εποχή ανύπαρκτων ευκαιριών, η αστάθμητη εποχή που πλησίαζε και ήταν στα μάτια και την ψυχή μονάχα λίγων ριζωμένος ο φόβος της αδικίας. Στη μορφή της παιδοκτόνου, στην αγαπημένη όψη της νεκρής μητέρας που στοιχειώνει τη μνήμη του ποιητή, σε τέτοιες γωνιές υφίσταται η μυστική λύπη, ένα υπόστρωμα κάτω και πέρα από τον ανυπότακτο κυνισμό των ποιητικών σωμάτων. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, αναγνωρίζει στο μέλλον την όψη του ανθρώπου που καραδοκεί, κατώτεροι οι θεοί και τα οράματα, υπαίτιοι μονάχα εκείνοι για τις αδυναμίες και τις απρέπειες του καιρού μας, φοβεροί θεοί που απέμειναν υψηλά σύμβολα μες στα ρωμαϊκά μνημεία, στις ιουδαϊκές συναγωγές, στα επιβλητικά ρύγχη των αναγεννησιακών ναών. Οι θαλασσινές πολιτείες, τα χιόνια στη σκεπή, οι γυναίκες, το άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, οι αναγεννημένες αισθήσεις, όλα τούτα πράγματα και ονειροπολήσεις καταργημένες στα καινούρια, ασφάλτινα χρόνια, με τη μαιναδική επιστημοσύνη να φλέγει τις άπειρες στις νέες τοπογραφίες ζωές. Οι αιώνες πριν την ποιητική διατύπωση του Μπρεχτ, με τις ανακατατάξεις, τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς τους τίποτε δεν δίδαξαν τον άνθρωπο, μήτε την ιερογλυφική ιερότητα της ύπαρξής του, την έννοια του δίκαιου και την υποχρέωση ενός απαραβίαστου αγώνα. Όλες οι ελπίδες μορφές ριγμένες, ο Αχιλλέας, η μυθική Μέδουσα, η όψη του Πρωτέα, παλλαϊκοί πια χαρακτήρες στις καινούριες μας ασπίδες. Δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί η ιδιότητα του ενδεικτικού στις ποιητικές κρίσεις του Μπρεχτ, μια κρίση ευθεία και περιεκτική της ιστορικής αγωνίας.

 

   Αγαπημένε φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, εσύ ανήκεις πια στους ρομαντικούς, με οράματα αρχαία και φόβους αδύναμους, το ιερό βάρος που σήκωσες μονάχος, τόσους αιώνες σε εξορίες, όπως τα πολωνικά παιδιά της ποίησής σου που τραβώντας κατά το νότο θα βρουν το θάνατο. Αγαπημένη φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, μαρμαρωμένος σαν νεκρός, με την ιδεολογία της ανθρωπιάς ριγμένα φύλλα στους ενταφιασμούς σου, νεκρός στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Εκουαδόρ, με την Ρόζα ο ποιητής αγκαλιασμένοι στις μεγάλες λεωφόρους, προτού χαθεί το ανυπόταχτο κορμί της, ο Μπέρτολντ ανασαίνοντας κρύο άνεμο στα πιο σκοτεινά δάση, οιωνοσκόπος, μες στους κατάλληλους φωτισμούς των παγκόσμιων θεάτρων. Αγαπημένε Μπέρτολντ, απελπισμένος μες στους κύκλους, κιμωλία στα αυλακωμένα μάτια σου, μάτια καλού στρατιώτη, χιόνια στο Μανχάταν και ο σοσιαλισμός που πνίγεται μες στα φώτα νέον και τις τυχοδιωκτικές μαρκίζες. Αγαπημένε Μπρεχτ, φίλε παλιέ και τίμιε ξοδεμένε στις χιλιόχρονες εξορίες στα αποστολικά σου κηρύγματα, αχνό φως μες στα τρομερά σκοτάδια, μοιάζει πως έληξε πια η εποχή σου. Και όμως, εσύ με μια από εκείνες τις θολές όψεις καταφτάνεις μέσα από τα συντρίμμια του παλιού μας κόσμου, οπλισμένος με στίχους λεπίδες, φυτεμένα στο στόμα σου και μες στα χέρια που φλέγονται, φλέγονται τα χέρια σου φίλε Μπέρτολντ, ένας άγιος των ορθόδοξων εργατών, ένας προφήτης με τα γυμνά του πόδια και τα στρατιωτικά αμπέχονα  όλο χιόνι στις πλάτες του ο Μπέρτολντ, παράξενες οδοσημάνσεις, ακατανόητες πια Μπέρτολντ, μα καθώς φτάνεις, πελώριος με την αλήθεια σου στα χέρια, μικρό, ελπιδοφόρο παιδί και εμείς κοιτούμε πίσω μας τα αγαπημένα ηρωικά κοπάδια των εργατών, νεαροί αγρότες με χώμα μες στα νύχια και μες στα στόματα, εσύ Μπέρτολντ πελώριος, ασύρματος να πιάνεις επαφή με τις δικές μας, ακραίες στιγμογραφίες, γνωρίζοντας σε βάθος και σε ουσία την ανθρώπινη γεωγραφία. Μπέρτολντ Μπρεχτ, χαραγμένη πάνω στη γλώσσα σου και αληθινά πορφυρό, κόκκινο αγκάθι, αδίσταχτο μες στα μάτια σου και τα δικά μας μάτια, η όψη σου με το κεραμίδι στα χέρια, να δείχνεις συγκινημένος πώς ήταν κάποτε τα σπίτια μας.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»

Σκοτεινές οι γυναίκες της Ελευσίνας προχωρούν προς το ναό του προφήτη. Κρατούν σπονδές, φορούν τα κατάμαυρα, λαδωμένα φορέματα και ανέχονται με υπομονή το σκληρό μεσημέρι. Στο βάθος ο μαύρος ήλιος της Μεσογείου που είναι θάνατος και ευθύνη μαζί. Καμιά τους δεν γελά, μόνο σκοτεινές, μαινάδες ενός άλλου καιρού οι γυναίκες ανέρχονται την αρχαία κλίμακα και στο βάθος ο προφήτης, γέρος και ειρηνικός, καθισμένος στον παχύ ίσκιο του πεύκου τους γνέφει να φτάσουν κοντά του. Εκείνες δίχως δισταγμό, τραβούν τη σκληρή τους πορεία. Σέρνουν τα σάβανα, σφιγμένα στόματα, απελπισμένα και όλα τούτα για τη μνήμη του αγίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες

Διατηρούσε μια αισιοδοξία, πως ίσως ετούτη η λογοτεχνική διατύπωση θα μπορούσε να αποδώσει το θεμελιακό νόημα του μύθου. Εξαντλούταν μες στο σκιερό δωμάτιο, συχνά τον επισκέπτονταν γνωστοί και φίλοι και έπειτα αποχωρούσαν λυπημένοι, λέγοντας ετούτος ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ήδη νεκρός. Ο συγγραφέας στεκόταν μες στις σκιές, σπανίως εξέφραζε μια απαίτηση, ενώ είχε κατορθώσει μες στην τόση περισυλλογή του να ατονήσει στο έπακρο την ανθρώπινη βιολογία του. Μόνο τα απογεύματα ανέβαλλε το σκεπτικισμό του και εγκατέλειπε το σπίτι για έναν από εκείνους τους μακριούς περιπάτους ως το λιμάνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «TEST ME»

Μια αυθαίρετη προσέγγιση στην αντιηρωική μυθιστορία.
Η πρώτη υποτίμηση της εικόνας και άλλες επισημάνσεις.

Το νυχτερινό κατάστημα «Test Me» βρίσκεται στην οδό Πιπίνου. Κάποτε εδώ συνέβη ένα φριχτό έγκλημα. Το μαγαζί έκλεισε, ώσπου να ολοκληρωθούν οι ανακρίσεις, οι έλεγχοι, να τακτοποιηθούν όλα τα νομικά ζητήματα. Ο ανακριτής επέβαλε να σφραγιστεί το κατάστημα και έτσι σκόρπισαν σαν πουλιά οι νεαροί Άραβες, χάθηκαν στην οδό Φυλής, έπεσαν στους τάφους της πόλης, καθώς εκείνο το υπέροχο παιδί της Κλαυδιόπολης, το ηδονικό, πνιγμένο αγόρι. Μα ετούτες οι αντιστοιχίες είναι για τους ποιητές μονάχα και άλλωστε πέρασαν χρόνια από εκείνο το χαμό και απόψε το κατάστημα «Test Me» επαναλειτουργεί. Στέκει λευκό πλάι στις εισόδους των πολυκατοικιών, τα αγόρια χαιρετούν τους εραστές της Αχαΐας που έχουν συρρεύσει ευτυχισμένοι για την ολονύχτια, ερωτική προοπτική. Καταφτάνουν τα παιδιά του Άτλαντα με τα ερεθιστικά αρώματα, τις αποτυπώσεις των τατουάζ στα χέρια και αλλού στα ωραία σώματα. Απόψε θα χορταστεί ο έρωτας, λένε όσοι γνωρίζουν με τι πάθος αγαπούν ετούτοι οι άνθρωποι, πόσο απεγνωσμένοι φτάνουν από τις ασφυκτικές, επαρχιακές πόλεις. Ίσως απόψε να γεννηθεί στην οδό Πιπίνου ένας Χριστός. Όταν θα μαρτυρήσει πώς σπαράζονται οι ψυχές, πώς καίγονται τα σώματα, ο Χριστός εκείνος θα επιβάλλει μια αγάπη ικανή να θεραπεύσει τα νυχτερινά αμαρτήματα. Ο Χριστός ετούτος πνιγμένος μες στο κίτρινο φως της οδού Πιπίνου θα αναλογιστεί τις φοβερές τροπές της μοίρας μας, τα λιονταρίσια, ανθρώπινα πάθη, τη λιονταρίσια πόλη μας θα συλλογιστεί, την τρομερή τραγωδία θα αναλογιστεί, γιατί εδώ και χρόνια οι φίλοι μας δεν γνωρίζουν πώς να πεθάνουν και όλο εξαντλούνται. Απόψε να θηλάσουμε τη νύχτα, είπε κάποιος και απέμεινε ακίνητος σαν τα μεγάλα πουλιά άλμπατρος που ξημερώνουν στα πλοία.Μεγάλωνε η νύχτα και η λύπη.

 

     Στο πατάρι του μαγαζιού ο Παύλος, ο Τζων Φάντεν, ο Σκαρίμπας και ένας νέος ονόματι Ροΐδης δεν μιλούν, μόνο πετούν χρώματα στους τοίχους και με τίποτα δεν είναι ερωτευμένοι. Το πρόσωπό τους τείνει πάντα προς το χώμα, έξω μαίνεται ο αιώνας των θορύβων και των μηχανών, έξω ποτάμι οι εραστές και οι δολοφόνοι τραβούν με τα μεγάλα κεριά κατά τους μυστικούς ναούς και όλο δυναμώνει η βουή και βελούδο η νύχτα σκεπάζει τη γύμνια της πόλης. Άλεν, έλα κάθισε κοντά μας, γνέφει ο Παύλος που απόψε μας ζήτησε να τον αποκαλούμε Ερμή ή Μύρτο και εξηγεί με εμμονή την αγάπη του για τις λεύκες. Άλεν, έλα, και ο Αμερικάνος τρικλίζοντας με τα εξωφρενικά του μάτια μας δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γυμνού αγοριού και έπειτα στο φόντο μια πέτρινη πολιτεία και οι τρούλοι της. Καθώς γυρίζει προς τη μεριά μας, κοιτούμε έκπληκτοι την απάνθρωπη όψη του, μια γλώσσα αλλόκοτη, το διάφανο σώμα με όλες τις επίσημες πληγές του, τα μάτια από κόκκαλα. Μην τρομάζεται σημειώνει ο Σκαρίμπας και ετοιμάζεται να θυσιάσει εαυτόν, διότι τέχνη δεν γίνεται άνευ πυρός και άνευ σιδήρου. Άλλωστε ο νεαρός Ροΐδης, πολύ εύστοχα σημειώνει την ώρα εκείνη, την επισήμανση του Κίμωνα Φράιερ, για το πρόσωπο και το έργο που απαιτεί να φέρει τη δική του διάλεκτο. Και σαν να μεταλαβαίνουμε, όλοι μαζί επαναλαμβάνουμε τα λόγια. Να είναι η λαλιά ολοδική μας, να είναι ξένη ομιλία, μια απόκλιση αισθητική και ιδεολογική. Έτσι αποκαλύπτονται οι φωτιές και ας περπατούμε εμείς μες στους αιώνες σκυφτοί κάτω από κληματίδες και υγρούς μαντρότοιχους.
     Όποιος αγαπά, ας πεθάνει αναφωνούμε όλοι και κάπου ακούστηκε μια φωνή και έσπασε σε ρωγμές το σκεύος της νύχτας και όλοι έπαψαν τους έρωτες και τις διεκδικήσεις, τις λαθροχειρίες των πεσσών, οι εξαρθρώσεις αφέθηκαν και όλοι αρπαχτικοί και ωραίοι χυθήκαμε στους δρόμους. Κάποιες γυναίκες έφευγαν πέρα, σαν μέσα στα νερά και σαν μέσα στους ελαιώνες και ο Άλεν σωριάστηκε σαν βόμβα μες στις εποχές. Ξεκίνησε να ουρλιάζει και θυμόταν όσους σφαγιάστηκαν μες στις μεγάλες πόλεις, Χριστούς, ακέφαλους θεούς που ανακαλύφθηκαν τυχαία μες στα νερά του Νείλου, τη νεότητα που σωριάζεται μες στην ατομική της ιστορία και έτσι φθείρεται και πάει. Και μας έπιασε μια ταραχή και είπαμε στα κομμάτια ο κόσμος ετούτος και κοιτάξαμε όλοι κατά τα νεφελώματα. Ο Ερμής είπε, να, ο Αλδεβαράν,ο Ροΐδης επέμεινε πως οφείλουμε να φανούμε πιστοί στις πεποιθήσεις μας και έπειτα μας ανακοίνωσε ότι απόψε, λέει, φεύγει με το πλοίο «Κατερίνη» για την Σύρο και πως πολύ εχάρηκε που τα είπαμε και δεν θα μας λησμονήσει ποτέ. Τέλος χάθηκε, σαν να ανατινάχθηκε. Εμείς κοιταχτήκαμε με όλη την ηδονή του κόσμου.Πάει να πει συλλογιστήκαμε το χρέος μας και είπαμε στο διάβολο οι ηθικές και οι οφειλές προς το πνεύμα, το πιο άγριο ζώο είναι η μονάχη ψυχή μας και ορίσαμε εαυτούς απόκληρους και περιθώρια και είπαμε θα μετρηθούμε με ευθύτητα με εκείνα τα κατάμαυρα πουλιά που ξεπηδούν από τις χαράδρες κάθε τόσο και κλείνουν τις οδούς. Ο Σκαρίμπας θυμήθηκε τότε έναν Ισπανό μυθιστοριογράφο, ονόματι Ορτελάνο και αναπαρήγαγε με στόμφο τις διαπιστώσεις του, πως δηλαδή θα πρέπει η γραφή να είναι αντισηπτική, η γλώσσα μας ανάλογη, άλλος δρόμος για τις ζωές μας δεν υπάρχει. Μια ποίηση υπερβατική, ακμαία στους αιώνες που θα ανακαλύπτει μια ζωή πλουσιότερη από εκείνη της φαινομενικής πραγματικότητας. Ύστερα, συμφωνήσαμε με το λόγο μας, να περιφρονήσουμε τις προσευχές, όλος ο κόσμος στάζει το υλικό του μες στο τυφλό σημείο του καθρέφτη, τρέξαμε όλοι προς τα εκεί, είδαμε πράγματα σπουδαία, δεν αποκαλύψαμε τίποτε. Μαζέψαμε γρήγορα τα πράγματά μας και ο καθένας έφυγε για να ζήσει. Ο Αμερικάνος, μόνον Άλεν Γκίνσμπεργκ στάθηκε ξανά στον εξώστη, δεν μας χαιρέτησε, έβλεπε το μέλλον που κυμάτιζε. Απ΄όσο θυμούνται αγαπούσε τη Βιρτζίνια Γουλφ, ίσως γιατί η γυναίκα ετούτη έτεινε πάντα προς τη σιωπή και στις πιο σπουδαίες παραφορές της μιμήθηκε με ακρίβεια και φυσικότητα βιωματική τις μονοσύλλαβες, ερωτικές ομιλίες. Έπειτα άφησε μια ανάσα πανικού, η νύχτα θα τέλειωνε, χαθήκαμε, ακούσαμε τον Άλαν που ούρλιαζε εκκωφαντικά και ήταν ολάκερο το πατάρι ένα παρανάλωμα αγωνίας.
     Κάτω στο μαγαζί, κυριαρχούσε η βαρύτητα των σωμάτων. Τα αγάλματα της νυκτός ήσυχα καθώς πάντα, όμως ένα πορφυρό χρώμα στο βάθος του ορίζοντα μαρτυρά πως κάποιος αιμορράγησε. Σκεφτήκαμε τότε τις ρωγμές, όλες οι πόρτες κλειστές, όπως τα πρώτα χρόνια του αποικισμού, μες στην πόλη κανείς να μοιραστούμε το φοβερό μυστικό. Σε λίγο ο ήλιος θα μας λιώνει σαν τις πέτρες, σε λίγη ώρα. Άλεν, μην κλαις, θα πάμε να δούμε τα χαλάσματα πέρα στα ναυπηγεία, τα ηλιακά σημάδια των νεκροταφείων, ίσως μάλιστα κάποτε να σταθούμε ήρεμοι και νέοι στις μεγάλες βάρκες της πατρίδας σου. Ως τότε Άλεν δεν μπορούμε παρά να τραγουδούμε για όλα όσα είδαμε και μάθαμε.
     Ένας νέος με ωραίο σώμα και όλο του το βλέμμα στο άδειο, μιλούσε σε έναν μεσόκοπο άνδρα για τα κορελένια δάση των Βερμούδων. Και όλο ρύθμιζε ένα τεταρτοκύκλιο όργανο εκείνος πάνω στο χάρτη και ο άλλος γελούσε τρανταχτά. Πέρα οι φωνές των διαλαλητών, οι καμπάνες του όρθρου, ο Άλεν που στέκει και απαγγέλλει το φοβερό χρονικό του ήλιου και τσίγκινο φεγγάρι σπασμένο και όλα τα σκηνικά τα θεατρικά στοιβαγμένα. Η ωραία ακαταστασία της σκέψης μας, μικρό παιδί μες στη θέρμη του παιχνιδιού.
*
©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Στράτος Φουντούλης, «Jazz Bar», Βρυξέλλες, 2011