Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»

Να συλλογιστούμε με τα τωρινά μέσα, τις παραστάσεις, τις ποικίλες, εξειδικευμένες συγκινήσεις, πόσο σπουδαιότερο και ευρύτερο θα είχε σταθεί το έργο του Κάφκα ή του Πορτογάλου Πεσσόα. Να αναλογιστούμε την ψυχολογική εμβάθυνση με την οποία θα προίκιζαν το έργο τους, λαμβάνοντας υπόψη τις επίκαιρες συνθήκες, τις καινούριες αγωνίες, το ανθρώπινο αδιέξοδο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»»

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Απόστολος Θηβαίος, «Τις Νύχτες της Κυριακής και ποτέ άλλοτε»

Ισπανικές υδατογραφίες, κορίτσια της Μαδρίτης καμωμένα από χειροβομβίδες και σπαρμένα μέλη, ανθρώπινα, σπαρακτικά τα θεάματα του αιώνα μας. Και έπειτα η σύνοψη των εποχών, τα δράματα, οι ελπίδες και τα κρίματα, σκοτωμένα πλάι στα εμπορικά της οδού Μητροπόλεως με τους γωνιακούς έρωτες και τα ανθοπωλεία και οι αναρίθμητες ήπειροι σταματημένες σε χαμηλά τοιχία και καταστήματα εποχιακών. Ο ηλικιωμένος άνδρας διαδραματίζει μια σπουδαία θέση στην αστική σκηνογραφία, έτσι με το βιολί του, τότε μονόχειρας, σήμερα με πολύσπαστα, μεταλλικά πόδια και προσφυγικές ιστορίες που λέγονται μόνο στις φωσφορικές κουζίνες των ιπτάμενων σχεδίων της οδού Πατησίων και ακόμα περισσότερο, όπου σφύζει η ανθρώπινη βιολογία και τα βήματα των οδοιπόρων. Δεν παραθέτω παρά σκόρπιες, αυθόρμητες εικόνες καταστροφών. Και εξακολουθώ να αφιερώνομαι στην παρασκευή ανεμοστρόβιλων και σε άλλες εργασίες χαρακτήρος βιομηχανικού, καθώς κατώτεροι θεοί κραυγάζουν απελπισμένοι «Ορέστη, Ορέστη!» και γκρεμίζονται από τους υψηλούς εξώστες του μοτέλ Νέα Βικτωρία στην ομώνυμη πλατεία με τα σκόρπια, τα σκισμένα φτερά των αδικοχαμένων Τρώων.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Απόστολος Θηβαίος, «Με Τόσες Προσευχές»


Στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου,

εν ομίχλη λησμονημένου.
Είπαν πως τον είδαν στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Φορούσε ρούχα ανατολικά, κάτι λευκά φορέματα, διάφανα χαμηλά. Αυτά κρεμόντουσαν στα πεζοδρόμια και ήταν σαν κάτι ή κάποιος επιμονίμως να τον ακολουθεί. Κρατούσε ένα μικρό βιβλίο, το κρατούσε σφιχτά σαν μικρό παιδί που τρέμει όταν για πρώτη φορά συναναστρέφεται την αδιαφορία των ανθρώπων. Ορισμένοι που αναγνώρισαν την οικεία μορφή του, τον ακολούθησαν καθώς έστριβε στην οδό Αθηνάς. Ένα νεαρό αγόρι, με ενδυμασία μοντέρνα και ένα μυστήριο στο πρόσωπό του σχεδόν ανεξιχνίαστο, ο χωροφύλακας που περιφέρεται εδώ και αιώνες στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα, χαιρετά εγκάρδια τους καταστηματάρχες και κλαίει τις νύχτες πετώντας το πηλίκιό του στον αέρα. Τον ακολούθησαν αδέσποτα, ένας ναυτοπρόσκοπος με το βαθύ, γαλάζιο φουλάρι του, ένας παράφρων που ομιλούσε μια αρχαία γλώσσα και ήταν ρακένδυτος, σαν να είχε φτάσει τώρα σε τούτο τον τόπο, σαν να είχε μόλις σωθεί από κάποια κλεισμένα σύνορα. Τον ακολούθησα και εγώ. Είχε βέβαια γεράσει μα θα μπορούσε ο καθένας να τον αναγνωρίσει με ευκολία αν πρόσεχε τις μικρές αποστάσεις των ματιών του, τα ακίνητα, ψάρια νεκρά τα χέρια αυτού του ανθρώπου, η μεγάλη επιφάνεια του καθαρού προσώπου.Έπειτα, καθώς περπατούσαμε όλοι εμείς, μια φυλή ολόκληρη απόκληρων προσέξαμε και το συζητήσαμε με ενδιαφέρον, το μεγάλο, στρατιωτικό σάκο με την αποφορά. Ο ίδιος έκλαιγε προσέξαμε και το συζητήσαμε με επιμονή και ενδιαφέρον. Εκείνη την ημέρα ήταν καλοκαίρι και όλα τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στα σκοτεινά καφενεία άφηναν έναν βόμβο, ανακάτευαν το θερμό άνεμο, τεμάχιζαν το μεσημέρι με το συνηθισμένο τους τρόπο. Στα κατάμεστα σκαλά ακούγονταν κορίτσια που γελούσαν μες στα υπόγεια. Εκείνος περπατούσε με τα διάφανα, λιβυκά του ρούχα. Κάθε τόσο σταματούσε εμπρός από κάποιον λευκό τοίχο και έγραφε ένα ποίημα, έναν μόνο στίχο, σε λίγα χρόνια ετούτη η πόλη θα συνιστά ένα παλιό, εν προόδω έργο. Χαθήκαμε στα στενά, πίσω από την κατάμεστη, λαϊκή αγορά που έχει μορφές νωθρές, ανθρώπους του τίποτα, μύγες των αγορών.Οι άνθρωποι αυτοί, καθισμένοι μας παρατηρούσαν και δεν εκπλήσσονταν γιατί σε τούτη την πλατεία υφίστανται αναρίθμητες ακολουθίες. Κυρίως ερωτικές. Τώρα ανηφορίζαμε προς έναν δρόμο με κλειστά καταστήματα, στις άκριες του δρόμου σπουδαίες χαράδρες, από μέσα φλεγόμενα πουλιά που πέφτουν στις σκεπές των ανατολικών προαστίων και έτσι εξηγείται η μεγάλη φωτιά που μαίνεται στο μέλλοντα χρόνο. Παράτησε το σάκο σε μια διασταύρωση, από εκείνες που δεν αναζητά κανείς στις πρωινές εξορμήσεις, στις γραφειοκρατικές διευθετήσεις, δρόμοι δίχως ανθρώπους, σαν ιστορίες ενός άλλου καιρού, με όλες τις γενιές τους σκοτωμένες. Σπεύσαμε όλοι να δούμε το περιεχόμενο του σάκκου. Ήταν εκείνα τα ίδια κεφάλια που τον απασχόλησαν τότε και τον συντάρραξαν και μέθυσε θλιβερά για το ματωμένο μαχαίρι στο τραπέζι, για το σφαγμένο ψωμί μας, για τα παιδιά που επιβίωσαν και έγιναν δάκρυα και πλάτες γυρτές ηλικιωμένων ανθρώπων που τίποτε δεν ζήσαν και τώρα μιλούν με οργή για τη θηριωδία της ελπίδας. Κάποτε έπαψε το βήμα του, εισήλθε σε ένα ταπεινό κατάστημα, οι λαμπτήρες εκείνοι στα κατώφλια μετατοπίζουν για πάντα την αθωότητα. Μας φώναξε από μακριά, σαν να γνώριζε πως τόσα χρόνια τον ακολοθούμε με πίστη, πως τόσα χρόνια παλεύουμε με ανεμόμυλους, σκοτώνουμε ανδρείκελα, δίχως να λησμονούμε ούτε στιγμή την τρομερή ιερότητα της ζωής, τη μυστική λατρεία της να πούμε, ένα ζήτημα δυσδιάκριτο, μια αποχρώσα συχνότητα, εξαιρετικά ανεπαίσθητη. Μας σύστησε από μακριά τις γηραιές γυναίκες. Η Ελένη της καταστροφής, η Μήδεια του πάθους φώναξε και έκοψαν τη φωνή του τα βαριά φορτηγά των σαββατιάτικων ανεφοδιασμών. Εκεί λοιπόν φυλούσε τη σαρκοφάγο του. Σε εκείνο το μέρος εμπιστευόταν την ανεξάντλητη τρυφερότητά του. Εμείς τον χαιρετήσαμε.
Απομείναμε ανάμεσα στο λεκιασμένο ασβέστη και τα ετοιμόρροπα ξύλα Γιώργο. Εμείς, ξανθά παιδιά Γιώργο που μας πήρε ο ύπνος με τα ρούχα. Εμείς, μια πουλημένη φτηνά συλλογή στιγμογραφιών. Τίποτε άλλο Γιώργο, τίποτε.

*
©Απόστολος Θηβαίος

photo©André Kertész, 1928

Απόστολος Θηβαίος, «Κύλα με την ομίχλη»

«Ύφαλε, άστρο, μοναξιά, δεν έχει σημασία,
Ό,τι και αν μας εστοίχισε,
Η άσπρη του πανιού μας έγνοια.»
«Salut»

«Σε μια εποχή δίχως συνοχή και σταθερότητα, μην γυρεύετε μια τέχνη σταθερή και οριστική», επισημαίνει ο Στεφάν Μαλαρμέ στα περιεκτικά, κριτικά σημειώματά του,
όπως παραθέτονται μεταφρασμένα πάντοτε στο πνεύμα του δημιουργού, στην πολύτιμη έκδοση με την επιμέλεια του Αλέξη Ζήρα. Η διατύπωση αυτή θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως επαρκεί, πως συνιστά μία θαυμάσια αφορμή ώστε ο Γάλλος δημιουργός να προσεχτεί, να αποτελέσει μια ιδανική φωνή της τέχνης του, παρά την αρχαία, σχεδόν καταγωγή του για τούτη τη γοργή, σύγχρονη εποχή μας. Οι αστικού τύπου αναφορές του άλλωστε, η ποίηση που δομείται μες στο υπό διαμόρφωση, οικιστικό μοτίβο μιας μεγαλούπολης, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, δεν μπορούν παρά να πραγματεύονται ζητήματα όπως η μοναξιά. Πρόκειται για εκείνο το συναίσθημα, το οποίο εξεικονίζεται στη συσκοτισμένη, μονήρη ύπαρξη, την τόσο ασύμβατη, την απόλυτα διαχωρισμένη από τους νέους θεσμούς, την κλονισμένη, την περιεχόμενη μες στις τερατώδεις λεωφόρους. Ο Στεφάν Μαλαρμέ, άλλοτε θέτοντας διακριτικά τις βάσεις για μια ουσιαστική στροφή της ποιητικής λειτουργίας προς το γλωσσικό μέσον, ή εκφέροντας μυστικιστικές παραινέσεις περί ορφικών αποκαλύψεων και μιας λογοτεχνίας, εξίσου ισχυρής με τα θεολογικά προϊόντα των παραδόσεών μας, φαντάζει πρωτοπόρος για τον καιρό του και συναρπαστικά επίκαιρος για τη δική μας στιγμογραφία, καθώς σημειώνει ένας έτερος γαλλοτραφής δημιουργός, ο Ιάννης Ξενάκης. Με αφορμή τον ιδιάζοντα λυρισμό της ποίησής του, αλλά και το πεζολογικό της ύφος, προτείνεται σε τούτο το κείμενο μια άποψη, δίχως να επιδιώκεται μια ακόμη ερμηνευτική αφετηρία. Πρόκειται περί εντυπώσεων και μόνον.

    Στην περίπτωση του Μαλαρμέ διαπιστώνουμε την πρώιμη, υπερεαλιστική στάση, εκείνη που επρόκειτο να εισάγει χρόνια έπειτα τον άκρατο υπερβατισμό. Η τέχνη της ποιητικής του ρεμβασμού, προικισμένη πια με μια ροπή ενδοσκοπική, διεκδικώντας μια άλλη γεωμετρία στην παρατήρηση, συναντά στην περίπτωση του Γάλλου ποιητή μια διακριτική καταρχήν αποσύνδεση από την ποιητική του ρομαντισμού, όπως η τελευταία κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά γράμματα. Η τάση για αποδέσμευση προκύπτει διάφανη και ουσιώδης στοχοθέτηση της ποιητικής του Μαλαρμέ, παρά την αποστροφή του για την ποιητική ιδεολογία που δεν αποδίδει στον άνθρωπο τις πρέπουσες, τέλως πάντων τιμές. Η οριστική ρήξη του με το παρελθόν δεν συνιστά μια υποψία, παρά μια νοσταλγική, ειρωνικής ίσως τάξεως επισήμανση. Τούτο το ύφος που ξεχωρίζει ολοφάνερα στην πεποίθηση για «το υπέροχο αντίο των μαντηλιών» θα αποτελέσει έναν άξονα κεντρικό, ένα ας πούμε δόγμα για την ποιητική του Μαλαρμέ, αποδεχόμενοι τον προσδιορισμό αυτό, ολότελα διαχωρισμένο από μια ηθική ή πολιτική διάσταση. Το ύφος του Μαλαρμέ πραγματοποιεί μια τομή, μια κάθετη εναντίωση στο ποιητικό περιβάλλον του καιρού του, μία κραυγή επιδοκιμασίας για τη νέα εποχή και την οριστικά συντελεσμένη ποιητική παλαιότερων εποχών, την καθολικά διαποτισμένη από ιδεολογικές κορώνες, συναισθηματισμούς και αποτίμηση τοπογραφιών, με έντονο το στοιχείο του ρομαντισμού. Η ιδιότητα αυτή, μια ονειρική αγωνία απάνθρωπης φιλοδοξίας φαίνεται να εξαντλείται. Ο νέος κόσμος δύναται να εκφραστεί καλύτερα μέσω της πυκνότατης γραφής της διδασκαλίας του Μαλαρμέ, μιας εκφοράς φωτισμένης υπό το πρίσμα εικόνων συμβολοποιημένων, ενός φυσικού, συλλογικού χώρου αλλά και μεμονωμένων, αναμνησιακών χαλασμάτων. Ο Μαλαρμέ δεν αποδέχεται τον καιρό του, αδυνατεί να το πράξει ίσως λόγω μιας ασυγκράτητης πια πρωτοπορίας, μιας διαφοροποίησης από φιλολογικές καταχωρήσεις του συρμού, με ανάλογα ύφη και ανύπαρκτες, αισθητικές αποκλίσεις, όπως χαρακτηρίζει ο Γιάννης Δάλλας τις μικρές και σπάνιες αυτές «αποδράσεις.» Η ποίηση του Μαλαρμέ, ακόμα και αν δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τη σχέση της με τα αντίστοιχα, πνευματικά κινήματα της εποχής του σηματοδοτεί μια νέα εποχή στη λογοτεχνία, μια τάση πνευματική, εκπληρωμένη από τη μη επαγωγική σύνθεση των λέξεων, αλλά την αναγωγή τους πια σε αντικείμενα ή πρόσωπα σύμβολα. Με αυτήν την ιδιότητα πορεύεται η ποιητική του Στεφάν Μαλαρμέ, δίχως όμως να παύει να συνιστά έναν λόγο ειλικρινή, να ενσωματώνει με άλλα λόγια μια ψυχική και αγνή, δηλαδή συναισθηματική νοηματική, άμεσα συσχετιζόμενη με τις διαχρονικές, αγωνιώδεις αναζητήσεις του προσώπου. Ο Μαλαρμέ μοιάζει να αποδέχεται πλήρως εκείνο, το οποίο ο Μπόρχες υπογράμμισε, προσδιορίζοντας μια κρίση για τον κόσμο του καιρού του, αλλά και του μελλοντικού. Η ατελής πραγματικότητα του Αργεντίνου συγγραφέα, οφείλει την ύπαρξή της σε θεούς κατώτερους της ανθρώπινης προοπτικής, χθόνια πνεύματα, η τραγωδία του ανθρώπου του καιρού μας δεν οφείλει την τέλεσή της σε μια σκληρότατη μοίρα αλλά σε μια τραγωδία, για την οποία υπεύθυνοι στέκουμε μονάχα εμείς. Ο ποιητής του «Φαύνου» ορίζει μια ποιητική ολοκληρωτικά στηριγμένη σε ένα λόγο μακράς και ευρείας συναισθηματικής τάξεως, απόλυτα ξεχωρισμένης από την τοπογραφία των επικών, ανθρώπινων τοπίων. Το ποιητικό σύμπαν του Στεφάν Μαλαρμέ δομείται από μία συστατική γλώσσα, απλή και προφορική, σχεδόν ρευστή, τέτοια ώστε να σηματοδοτεί νέα ηθικά πρότυπα ανθρώπινου ψυχισμού.
Η συνεισφορά του Γάλλου ποιητή συνιστά υλικό τροφοδοτικό για τις μετέπειτα, ποιητικές φωνές. Ο Τρακλ, ένας από τους συνεχιστές της υποσυνείδητης, εσωτερικής ποίησης, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο κατά κόσμον Ετιέν Μαλαρμέ, με τη «Γαλάζια Ψύχωση» ενσαρκώνει μες στο λόγο του τις ουτοπικές ονειρώξεις, τις τρομερές, συναισθηματικές συλλήψεις, όσες διαμορφώθηκαν μες στην απαισιότητα της πρώτης, παγκόσμιας εμπόλεμης τραγωδίας. Ετούτη η ποίηση φαίνεται πως στέκει κοντύτερα στα ανθρώπινα μεγέθη, ξεκάθαρη, διάφανη, μια ανθρώπινη ποίηση που σε τίποτα δεν σχετίζεται με την ιδεολογική πολυλογία του υπερεαλισμού. Η περίπτωση του Τρακλ δεν συνιστά τη μόνη από τις ποιητικές φωνές που τράφηκαν από την επαναστατική εκφορά του Μαλαρμέ. Η ανάκληση του Αυστριακού ποιητή που τόσο νέος πέρασε στην αιωνιότητα δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση που φωτίστηκε από τη στασιαστική, εμπρός στη λυρική νωθρότητα του ρομαντισμού, κίνηση. Οι κατευθύνσεις τις οποίες υπέδειξε ο Στεφάν Μαλαρμέ, συνιστούν εκείνες τις ποικίλες διαδρομές, με τις οποίες προικίζει ένας γηραιός κλειδούχος το δίκτυο των σιδηροδρόμων. Στέκει στην άκρη του σταθμού εκτελώντας τους οριστικούς, νυχτερινούς ελέγχους και έπειτα θαυμάζει τις βαριές ατμομηχανές που κοσμούν τις απάτητες τοπογραφίες. Μονάχα ως τέτοιες μπορούν να εκληφθούν οι πνευματικές υποδείξεις του Γάλλου δημιουργού. Υποδείξεις τεχνικές, που εξαντλούνται σε επιφανειακές μόνον εκτιμήσεις της μεγαλοπρέπειας του ανθρώπινου ψυχισμού. Καθώς άλλωστε σημειώνει ο Αντρέ Ζιντ σε μία από τις σημαίνουσες μεταφράσεις του Χατζίνη, «να μιμηθεί κανείς τον Μαλαρμέ, είναι μια τρέλα!» Η περίπτωση του Στεφάν Μαλαρμέ μπορεί να ειδωθεί ως μία από εκείνες τις μορφές που επιβεβαιώνουν με το τάλαντο και την ασύλληπτη τροχιά τους εκείνη την «αισθητική απόκλιση», πάει να πει έναν ακόμη, αιματώδη ορίζοντα ανάμεσα στις πιο αναπάντεχες προσδοκίες.
    «Ο λόγος είναι σαν χάρμα που ρουφάει ανθρώπους και τοπία, δέντρα, φυτά, φάμπρικες και κινέζικα σκυλάκια. Τότε ο λόγος γίνεται το αντικείμενο, υφασμένο σε ένα σχέδιο φανταστικό.» Ο Τζων Στάινμπεκ, χρόνια αργότερα λεξικοποιεί την ποιητική πρωτοπορία του Μαλαρμέ. Γιατί, υπάρχουν αμαρτήματα που θεραπεύονται με τον ρυθμό, τον πιο ανθρώπινο μονάχα. Τον πιο ανθρώπινο. Ας συγχωρεθούν ανεπάρκειες και σχόλια ατελή ή λανθασμένα. Ο ποιητής θα επιδοκίμαζε μια κριτική βαλμένη μες στο κόσκινο των αισθητικών εντυπώσεων.
*
©Απόστολος Θηβαίος

 

Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]

Αρχείο 24/07/2012

Μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές, κανείς δεν μιλούσε γιατί ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια και οι μνήμες και είχε παγωνιά τη μέρα του χαμού. Μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά κάθε τόσο τραγουδούσαν με τα μάτια βουρκωμένα, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]»