Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]

Αρχείο 24/07/2012

Μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές, κανείς δεν μιλούσε γιατί ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια και οι μνήμες και είχε παγωνιά τη μέρα του χαμού. Μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά κάθε τόσο τραγουδούσαν με τα μάτια βουρκωμένα, τα μάτια καρφωμένοι καημοί μες στο πρόσωπο, μες στο υδρόγειο πρόσωπό τους. Έπειτα ο γηραιότερος σηκώθηκε από το χώμα και πήρε να χορεύει και επέταγε πέτρες μες στη θράκα και εκείνη δεν έσβηνε, έτσι δεν σβήνουν οι φωτιές, μήτε με χώμα, οι φωτιές μας θρέφουν και δεν μαιρεύουν, δεν τρέμουν τους ανθρώπους. Κάποιοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, πήγαν να τον κρατήσουν, εκείνος τινάχτηκε, σκόρπισαν πάνω από την κάπα του όλων των λογιών τα αηδόνια, σκόρπισαν όλων των λογιών τα λουλούδια και οι λύπες και οι άλλοι σάστισαν γιατί δεν είχαν υποπτευθεί πως εκείνος ήταν ο θεός τους, η λατρευτική εκείνη μορφή που αποτυπωνόταν στα εδώλια και είχε μια κίνηση, ένα βλέμμα προς το φως, σαν ανθός. Τότε ανασηκώθηκαν όλοι από το χώμα και μεγάλωσαν τη φωτιά, χάλασαν την πυροστιά, να εξαπλωθεί να καούν οι ζωντανοί, οι νεκροί, να καούν, να μην αντέξει κανείς, κανείς από τούτο το χαμό, ετούτη την ευτυχία να μην τη χορτάσει κανείς. Και ο άνδρας ήταν γυμνός, έκανε μεγάλες χειρονομίες με τα χέρια του που ήταν διαβήτες και έσπερναν χρώματα σε όλη την έκταση της χορογραφίας, έσπερναν. Έπειτα καθώς ξημέρωνε πλησίασε γυμνός καθώς ήταν τις πήλινες μορφές, τις χάλασε όλες, έστησε ένα μεγάλο λάβαρο, από κάτω περνούσαν οι άνδρες, οι γυναίκες, τα παιδιά του βασιλιά, οι ζητιάνοι, εκείνοι που έζησαν όμορφοι και πελώριοι, οι άλλοι που μάζεψαν με τα χρόνια, ασχήμυναν με τα χρόνια, εζάρωσαν. Όσοι περνούσαν κάτω από το λάβαρο, έφευγαν προς το φως της αστραπής, εκεί, σε ένα βάθος ακαθόριστο στεκόταν ένα σκιάχτρο από πέτρα και λάσπη και ύστερα έπεφταν νεκροί, εξαντλημένοι, ωραίοι. Μα εκείνο που τους υποσχέθηκε δεν ήταν ψευδές, μήτε άργησε να συμβεί. Όσοι πέθαιναν μες στο βάθος εκείνο που σας λέω, κείτονταν ώσπου να ανασυρθεί από τα στήθια τους ο παλιός, εκείνος ποιητής που κοιμήθηκε νωρίς. Έτσι γεννήθηκαν οι ποιητές. Γύρω από τη φωτιά, στα πόδια του σκιάχτρου και δεν φοβούνταν πια πράγματα ανθρώπινα, όπως το να πεθαίνουν, όπως το να πεθαίνουν. Που είναι το ανθρωπινότερο, το πιο δύσκολο.

Δεν τον γιορτάζουν τον άγιο ετούτο. Μόνο κάποιοι που γνωρίζουν λεν το όνομά του, σταυροκοπιούνται στη μνήμη του και τραγουδούν κάτι παράξενους γεφυρισμούς. Έπειτα γελούν και ζουν ευτυχισμένοι που ξέρουν πως μέσα τους βαθιά, οι άνθρωποι όλοι είναι ποιητές.

***

© Απόστολος Θηβαίος
Photo © David Avison, 1986