Πέτρος Κυρίμης, Δόξα τω Θεώ

Αρχείο 23/07/2012

Μια γυναίκα στην άκρη της σκηνής μιλάει στο κοινό σα να μιλάει στον εαυτό της. Έχει περασμένα τα εξήντα. Βασανισμένο πρόσωπο και χέρια σταυρωμένα μπροστά της. Δίπλα της κάτω στο πάτωμα δυο μεγάλες βαλίτσες και στο βάθος ένα μεγάλο κρεβάτι δίχως στρώματα.

ΓΥΝΑΙΚΑ: -Δεν έχουμε παράπονο, καλά είμαστε… Δόξα τω Θεό να λέμε. Γιατί εμείς τώρα βγήκαμε στη σύνταξη!.. Εξήντα πέντε χρονών για… Το σπίτι κάτω στα Τρίκαλα το τελειώσαμε… Δόξα τω Θεό τριάντα πέντε χρόνια σκληρά δουλέψαμε!.. Δεκάρα δε χαλάγαμε… Ένα παιδί κάναμε, μεγάλος είναι τώρα πια, παντρεμένος κατά το Καναδά επήγε, που και που γράμμα λαβαίνουμε, καλά μας λέει ότι είναι… Δόξα τω Θεό να λέμε δεν έχουμε παράπονο!.. Τα χαρτιά όλα έτοιμα είναι, στο προξενείο τα κάναμε, πολλά πράμματα δεν έχουμε να πάρουμε, ένα δωμάτιο είχαμε όλο κι όλο …Το κρεβάτι πάλιωσε πια εδώ θα τ’ αφήκουμε. « Όπως ήρθαμε φεύγουμε» λέει ο Σωτήρης μου και στενοχωρημένος πολύ φαίνεται… Όμως δίκιο δεν έχεις του λέω εγώ– και σπίτι φτιάξαμε και το παιδί μας παντρέψαμε, δόξα τω θεό να λέμε… Έτσι του λέω και τη χαρούμενη κάνω… Όμως εκεί κάτω στον Καναδά κρύο λένε κάνει πολύ!.. Όσο ήτανε κοντά μου το παιδί το πρόσεχα, στην αγκαλιά μου μέσα το ζέσταινα, σαν ήτανε μωρό πάνω σε τούτο το κρεβάτι το έπαιρνα και με την ανάσα μου το χουχούλιαζα και κείνο χαρές μου έκανε.(μικρή παύση)Και τα χρόνια έτσι περάσανε!.. Εικοσιπέντε χρονών ήμουνα κι ο Σωτήρης μου τριάντα!.. Δόξα τω θεό να λέμε καλά χρόνια ήτανε!.. Σκάλες καθάριζα, πρωί, πρωί ξεκίναγα, οχτώ ήμουνα πίσω να φύγει κι ο Σωτήρης μου για τη δουλειά του να τον ετοιμάσω και κείνον και μετά να ξυπνήσω το παιδί να το ταΐσω, να το ντύσω και να το πάρω μαζί. Καλά χρόνια τότε, δόξα τω θεό δουλειά είχε μπόλικη, όρεξη μόνο να είχες!.. Εγώ το παιδί στη πλάτη το έδενα και καθόλου δε με ζόριζε, τραγουδούσα κι όλας καθώς σκυμμένη σφουγγάριζα!.. Καλά χρόνια τότε, δύναμη πολύ είχα και λεφτά δεν χαλάγαμε δεκάρα!.. «Το παιδί να μεγαλώσουμε και το σπίτι να φτιάξουμε–έλεγε ο Σωτήρης μου–σαν θα βγούμε στη σύνταξη αποκούμπι να έχουμε.»Και δόξα τω θεό και τα δυο τα κάναμε!.. Παράπονο δεν έχουμε.(παύση). Όμως εκεί κάτω κρύο λένε κάνει πολύ και το μυαλό μου όλο στο παιδί πηγαίνει, όλο το κρύο σκέφτομαι λες και τίποτα άλλο κακό δεν υπάρχει!.. Ίσως γιατί από μικρό που ήτανε όλο αυτή τη λαχτάρα είχα!.. Να μην μου κρυώσει!.. Τώρα η γυναίκα του Καναδέζα είναι, στην Ελλάδα τη γνώρισε το καλοκαίρι πρόπερσι. Γράμματα της έγραφε, γράμματα ελάβαινε και μια φορά στο σπίτι την έφερε θα ”παντρευτούμε” μας είπε!.. Καλή κοπέλα φαινότανε όμως λέξη δεν αλλάξαμε άλλη γλώσσα μίλαγε!.. Το πήρε το παιδί κι έφυγε!.. Γράμματα από τότε που και που λαβαίνουμε καλά λέει ότι είναι!.. Δόξα τω θεό λέμε εμείς παράπονο δεν έχουμε, μόνο ο Σωτήρης μου λέει… «Το σπίτι μεγάλο το φτιάξαμε, εμείς δυο γέροι μείναμε..»(παύση μικρή).Και όλο και πιο λίγο μου μιλάει και κάποιο σαράκι τον τρώει μέσα του και τα πράγματα έτοιμα είναι να, εδώ κάτω στο πάτωμα είναι, το κρεβάτι εδώ θα τ’ αφήκουμε πάλιωσε πια, τριάντα πέντε χρόνια περάσανε, τα ρούχα μας έχω μέσα και την εικόνα της Παναγίας από τη μάνα μου, καλά μας φύλαξε παράπονο δεν έχουμε, αύριο το αεροπλάνο θα πάρουμε όλα έτοιμα είναι, φίλους δεν έχουμε να χαιρετήσουμε, κάτω στο χωριό τους αφήκαμε πριν πολλά χρόνια, ούτε ξέρουμε αν ζούνε πια, του Σωτήρη μου τα φάρμακα έχω μέσα και τα δικά μου ξεχωριστά πάνω μου, να τα έχω πρόχειρα σαν με πιάνουνε οι πόνοι στη μέση και πίσω στη πλάτη μου και τσιρίζω τότε κι ανήμπορη πολύ είμαι και τότε «…πάρε με Παναγία μου να ησυχάσω» λέω.(παύση).Αλλά το πιο πολύ καιρό καλά τον περάσαμε δόξα τω θεό να λέμε και παράπονο δεν έχουμε κι ο Σωτήρης μου δυο μέτρα άντρας ήτανε, τώρα μια χούφτα άνθρωπος έμεινε και τρέμει ολόκληρος, «τα νεύρα του» λένε οι γιατροί, «η φάμπρικα’» λέει ο Σωτήρης μου και αύριο εμείς φεύγουμε, πρώτη φορά θα μπω στ’ αεροπλάνο αλλά δεν φοβάμαι καθόλου και να πέσει το ίδιο μου κάνει, εγώ το λέω στο Σωτήρη μου… «Τί πάμε κάτω τώρα; Τί το θέλουμε το σπίτι; Άγνωστο θα μας είναι και ξένο κι ώσπου να το μάθουμε θα έχουμε πεθάνει–έτσι του λέω–κάλιο εδώ να μείνουμε, σε τούτο το δωμάτιο, πάνω σε τούτο το κρεβάτι να πεθάνουμε που πάνω του ζήσαμε και το παιδί μας μεγαλώσαμε και…και…(κλαίει) τη ζωή μας όλη χάσαμε…» (κλαίει σιωπηλά χωρίς λυγμούς στην ίδια στάση καθώς τα φώτα χαμηλώνουν σιγά-σιγά.)

***

© Πέτρος Κυρίμης

φωτογραφία © André Kertész, 1928