Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [6]

Αρχείο 23/04/2012

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992 (annotated) (1960)

5. Λωτοφάγοι
Δουβλίνο, από την οδό Ικκλς στον ποταμό Λίφφυ κι έως το χαμάμ, 10 το πρωί.

“Τι ζέστη… Εκλεκτό χαρμάνι, από τις καλύτερες ποικιλίες της Κεϋλάνης. Η Άπω Ανατολή. Πρέπει να είναι όμορφο μέρος, ο κήπος της γης, μεγάλα νωθρά φύλλα να λικνίζονται πέρα δώθε, κάκτοι, λιβάδια ολόκληρα λουλουδιασμένα, φιδίσιες λιάνες τα λένε. Άραγε είναι στ’ αλήθεια έτσι; Κι εκείνοι οι Σιγκαλέζοι ν’ αργοκινούνται κάτω από τον ήλιο, dolce far niente. Μήτε το χέρι τους δεν κουνάνε όλη μέρα. Κοιμούνται τους έξι μήνες από τους δώδεκα. Πολλή ζέστη για φιλονικίες. Η επίδραση του κλίματος. Λήθαργος. Άνθη ραθυμίας. Μάλλον είναι ο αέρας που τους θρέφει. Το άζωτο. Το θερμοκήπιο του Βοτανικού κήπου. Ευαίσθητα φυτά. Νούφαρα. Πέταλα πολύ κουρασμένα για να. Υπνηλία στην ατμόσφαιρα. Βήματα πάνω στα ροδοπέταλα. Φαντάσου κάποιον εκεί κάτω να προσπαθεί να φάει πατσά και μοσχαρίσια ποδαράκια. Πού να βρίσκεται εκείνος ο τύπος που είδα κάπου σε μία φωτογραφία; Α, στη Νεκρή θάλασσα, επιπλέοντας ανάσκελα, διαβάζοντας ένα βιβλίο κάτω από ένα σκιάδι. Και να ‘θελες δε θα μπορούσες να βυθιστείς, τόσο πηχτό το νερό απ’ το αλάτι…

Ο Λεοπόλδος Μπλουμ ξεκινάει το ταξίδι του στους δρόμους του Δουβλίνου. Πρώτη στάση το Ταχυδρομείο, όπου με το ψευδώνυμο Χένρυ Φλάουερ, παραλαμβάνει μια ερωτική επιστολή. Δεύτερη στάση στην καθολική εκκλησία των Αγίων Πάντων. Τρίτη στο φαρμακείο Σουήνυ και τελευταία στο χαμάμ για το μπάνιο του.

Στο πέμπτο κεφάλαιο του ”Οδυσσέα” κυριαρχεί ο εσωτερικός μονόλογος του κεντρικού ήρωα. Οι αναφορές στους ομηρικούς Λωτοφάγους είναι ποικίλες και συνεχείς. Οι σκέψεις του Μπλουμ δέχονται τα ερεθίσματα τού πραγματικού κόσμου, που τον περιβάλλει, και ταξιδεύουν σε έναν κόσμο αρωμάτων και λουλουδιών! Ο σύγχρονος Οδυσσέας, φαντασιωνόμενος, μετατρέπεται τελικά σε Λωτοφάγο, προκειμένου να βγει αλώβητος από την πίεση της σύγχρονης πραγματικότητας. Η ικανότητά του να αποδρά, ανά πάσα στιγμή, από κάθε τι κοινότοπο και καθημερινό είναι μοναδική. Κάθε τόσο βυθίζεται, έστω και στιγμιαία, σε ένα είδος γλυκιάς νάρκης, όπου τα όρια της λογικής και της φαντασίας συγχέονται σε τέτοιο βαθμό που, ενίοτε, είναι αδύνατον να τα διακρίνεις. Ωστόσο, η τετράγωνη λογική του, η γαλήνια στωικότητά του και οι συνεχείς κι ανεξέλεγκτες ονειροπολήσεις, δίνουν τη δυνατότητα στον Μπλουμ όχι μόνο να απαλύνει τη δυσάρεστη πραγματικότητα αλλά συχνά και να την ερμηνεύει.

Μεταφραστικά σχόλια

1. σελ. 1, πρώτη παράγραφος: ”Με μετρημένο βήμα, ανάμεσα από φορτηγά, ο κ. Μπλουμ διέσχισε την αποβάθρα σερ Ρότζερσον… Κοντά στα παραπήγματα Μπρέιντυ ένας μαθητευόμενος βυρσοδέψης περιφερόταν άσκοπα, μ’ έναν κουβά γεμάτο πατσές περασμένο στο μπράτσο του, καπνίζοντας μια μασημένη γόπα“. Σύμφωνα με τον Gifford, τα “φορτηγά” (“lorries”) είναι γερανοί της αποβάθρας (waterside cranes), ενώ ο “μαθητευόμενος βυρσοδέψης” (“a boy for the skins”) είναι ένα αγόρι που τριγυρνά στα σκουπίδια, δηλ. ρακοσυλλέκτης και ο κουβάς περιέχει σαβούρες αντί για “πατσές“ ή εντόσθια (“offal“).

2. σελ. 102, στη μέση: ”Απ’ έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα” (“handsome is and handsome does”). Η κανονική παροιμία είναι: handsome is as handsome does, που θα μπορούσε, κάπως αυθαίρετα βέβαια, να μεταφραστεί ως άνω, αλλά ο Μπλουμ την αλλάζει και το as γίνεται and. Συνεπώς θα έπρεπε, πιστεύω, να μεταφραστεί: “Απ’ έξω κούκλα κι από μέσα κούκλα”, αν θέλαμε να διατηρήσουμε το πνεύμα της παροιμίας, ή “όμορφη είναι κι όμορφα φέρεται“.

3. σελ. 102, 6η σειρά από το τέλος: “… τύμπανα στολισμένα με κορδέλες” (“… braided drums”). Ο Μπλουμ περιγράφει το γαντοφορεμένο χέρι της παραπάνω “ομορφιάς” και η σωστή απόδοση της φράσης θα ήταν: “ζάρες που σχηματίζει το κορδόνι στο πίσω μέρος του γαντιού” (Gifford) ή πιο απλά: “οι ζάρες στο γάντι της”.

4. σελ. 103, το τετράστιχο στο κάτω μέρος της σελίδας: ”Πώς είναι το νοικοκυριό/χωρίς ζαμπονάκι Πλάμτρη;/Ελλιπές./Ενώ με το Πλάμτρη γίνεται παράδεισος“. (“What is home without/ Plumtree’s Potted Meat?/Incomplete./With it an abode of bliss”). Plumtree είναι η δαμασκηνιά και αναφέρεται σε μια γνωστή μάρκα (που φέρει το όνομα του ιδιοκτήτη της: Plumtree) παστού κρέατος σε πήλινα γαστράκια (κάτι αντίστοιχο με τις σημερινές κονσέρβες). Το ποιηματάκι είναι από διαφημιστικό σλόγκαν, που διαβάζει ο Μπλουμ σε εφημερίδα. Επειδή πρόκειται για ένα μοτίβο που επανέρχεται και σε άλλα κεφάλαια είναι σημαντικό, όπως θα φανεί αργότερα, να διατηρηθεί στη μετάφραση η έννοια της δαμασκηνιάς, όπως και της γάστρας-κονσέρβας. Θα πρότεινα, λοιπόν, τη μετάφραση του Μαραγκόπουλου αλλάζοντας όμως το Πλάμτρη, που κι αυτός το αφήνει ως έχει: “Τι είναι το σπιτικό δίχως/ βαζάκια με πατέ Δαμασκηνάκη;/Σαν να του λείπει κάτι/ Όμως μ’ αυτό η ευτυχία, να τη!”

5. σελ. 106, 17η σειρά, μετά τη λέξη ”τσιγάρο“.: Να συμπληρωθεί μια πρόταση μίας μόνο λέξης: “Κοινωνικός” (“Sociable”).

6. σελ. 107. Ο Μπλουμ ξαναδιαβάζει το γράμμα της Μάρθας, από μέσα του αυτή τη φορά, με το δικό του, μοναδικό, “ολάνθιστο” τρόπο. Στο πρωτότυπο όμως κείμενο δεν υπάρχουν κόμματα κι αυτό αλλάζει σημαντικά τις σημασίες των φράσεων. Ο Καψάσκης αντίθετα βάζει συνεχώς κόμματα προσπαθώντας να το κάνει πιο κατανοητό.

7. σελ. 116, στη μέση περίπου: ”Αιγυπτιακές απολαύσεις” (“Fleshpots of Egypt”). Ενώ πριν από δύο κεφάλαια το μεταφράζει έξοχα: “Επί των λεβήτων των κρεών”, καθώς πρόκειται για κλασική φράση από την Έξοδο(16:3) της Παλαιάς Διαθήκης, εδώ μάλλον το ξεχνάει. Ίσως πάλι, ερμηνεύοντάς το, να θέλησε να το κάνει πιο κατανοητό. Επίσης, λίγες σειρές πιο κάτω γράφει: ”έναν ποδηλάτη καμπουριασμένον σαν σαλιγκάρι στο κέλυφός του“ ενώ το πρωτότυπο λέει κάτι πιο ιρλανδικό: “σαν μπακαλιάρος στη γάστρα”.

“Κύμα καύσωνα. Δεν θα κρατήσει. Φεύγει πάντα, το ρεύμα της ζωής, και τα δικά μας ίχνη πάνω του, ο ανεκτίμητος θησαυρός μας. Απόλαυσε τώρα ένα λουτρό, καθαρός λουτήρας νερού, δροσερό σμάλτο, το απαλό χλιαρό ρεύμα. Διότι τούτο εστί το σώμα μου. Προείδε το χλωμό του σώμα, σε μια μήτρα θαλπωρής, αλειμμένο με μυρωδάτο σαπούνι, απαλά λελουσμένο. Είδε τον κορμό του και τα άκρα να κάνουν κυμκυματάκια και να στέκονται, σημαντήρες ανάλαφροι, λεμονοκίτρινα. Τον αφαλό του, σάρκινο μπουμπούκι. Και είδε τους σκούρους μπερδεμένους βοστρύχους του θυσάνου του να επιπλέουν, επιπλέουσα κόμη του ρεύματος γύρω από τον ράθυμο πατέρα χιλιάδων, ένα χαύνο πλεούμενο άνθος“.

***

πηγή