άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]

Αρχείο 20/04/2012

προηγούμενο, παλιό,ετερόχρονο, δε με νοιάζει

Συνήθως καμιά μοναξιά για μένα δεν είναι ευεργετική ούτε κι ευλογία.Για εύλογους λόγους.Ας τους ξέρω μόνο εγώ.Μα τώρα που λείπεις την απολαμβάνω τη μοναξιά.Είμαι στο χώρο σου,μου,μας.Μυρίζω το λινό σου πουκάμισο και το μαξιλάρι σου.Κοιτάω και καμιά φωτογραφία.Σκέφτομαι πως θα χω το σπίτι καθαρό και μοσχοβολιστό όταν γυρίσεις.Κι ένα πιάτο φαί στο ξύλινο τραπέζι της αυλής.Να μου πεις μπράβο για την πρόοδό μου και να μου δώσεις και καμιά σφαλιάρα στον κώλο σαν να σαι κανένας 50άρης κι εγώ η λολίτα σου.Απενοχοποίηση της ζητάω.Στο κάτω κάτω δεν έφταιξε κι εκείνη που ο Ναμπόκοφ την έπλασε έτσι.

Τις μέρες που έλειπες είδα την Αθήνα χωρίς προκατάληψη και λάτρεψα για άλλη μια φορά το μπλακ ντακ.Αποφάσισα που θα’ναι το επόμενο ιερογλυφικό στο σώμα μου.Αγάπησα το βιβλίο της οικολογίας και την ουβικουϊτίνη και σαν κάπως να συμπάθησα το θεώρημα Bayes.Το τελευταίο μαζί με τα υπόλοιπα δικά σου θα μου τα αναλύσεις στα ιδιαίτερα μας.

Το ναρκωμένο μου πληκτρολόγιο με τη φλατ οθόνη υστερούν μπροστά στην προοπτική του να σου ‘γραφα σε μολύβι και χαρτί.Αν το ‘κανα θα ‘μπαινε το γράμμα σ’ενα μπουκάλι και με άνεμο ούριο θα έφτανε στη γή σου χωρίς καθυστέρηση.Εκεί που θα βρισκόμαστε μαζί σε λίγο καιρό αφού γυρίσεις, αφού γυρίσω.Θα πακετάρουμε βιαστικά,μόνο τα απαραίτητα, θα πετάξω και κάνα δυο βιβλία να μη μ’αφήνουν να χαίρομαι όπως θέλω.Μπόλικα φιλμ και μια απ’τις μηχανές.Θα τα εμφανίσω στην ώρα τους όλα.Μαζί μ’αυτά και την πρόθεσή μου να είμαι πιο δυνατή, δυναμική και αγέρωχη.

Τις μέρες που έλειπες δεν άκουγα τίποτ’αλλο απο μένα.Μιλούσα ελάχιστα με πραγματική φωνή.Μιλούσα στο σκύλο κι εκείνος έγερνε το κεφάλι του μια από δω μια απο κει. Κοιμόμουν αργά και προσπαθούσα, προσπαθούσα να διαβάσω.Και διάβαζα.Έγινα μελετηρή.Έβλεπα ταινίες ασπρόμαυρες για να φαντάζομαι τα χρώματα κι ονειρευόμουν φωτογραφικά γουόρκσοπς στην Ινδία που ποτέ δε θα κάνω.Ήταν μέρες κενές από σένα, γεμάτες από μένα, στυφές και υγρές.Η αφωνία είναι σοβαρό πράγμα όταν σου επιβάλλεται.Μη γελάς σαν να μου επιβλήθηκε.Και τώρα δηλαδή που είσαι δω σαν να μην το συνειδητοποιώ.Σαν να είμαι κανένας σάικο τύπος και να σε ψάχνω να σε βρω ενώ είσαι μπροστά μου με σάρκα και οστά που λένε και πέντε παραπανίσια κιλά από τα σνίτσελ της μάνας σου.Εδώ που ήρθες, σου είπα πως θα σε ταΐζω μόνο κολοκύθια και ψάρια.Να γίνεις φιτ, να γίνω φιτ να χωρέσουμε στον κόσμο των παραλιών του ρεθύμνου.

Ευτυχώς που μερικά από τα παραπάνω δεν είναι αλήθεια κι ευτυχώς που εκεί που θα πάμε οι παραλίες είναι απάτητες και ζουν τ’αγρίμια εκεί.Κι όλα τα μέρη που θέλω να επισκεφτούμε είναι ερημικά, για ερημίτες σαν κι εμάς κι αντισυμβατικούς λίγο δήθεν, σαν κι εμάς.Θα μάθω λύρα για να σου μουρμουρίζω όσα με φωνή ανθρωπινή δεν μπορώ.Οι λυράρηδες άμα τους ακούς να μιλούν είναι σαν να σωπαίνουν.Όλα τα λένε και δε λένε τίποτα.Άμα πιάσουν τη λύρα και ηχούν οι νότες της τότε βγαίνει κι η δική τους αληθινή φωνή.Τότε λένε τις αλήθειες τους κι άμα είσαι έτοιμος κι εσύ τις ακούς.Αλλιώς κρύβεις τ’αυτιά σου και λες πως δεν υπάρχουν.

Έχω χορτάσει από την κατινιά του κόσμου φέτος.Για ποικίλους λόγους και τερτίπια.Κλοπή ιδεών και λέξεων, κλοπή φίλων,κλοπή στιγμών, κλοπές παντός είδους και μήκους.Έχω ρουπώσει κι από υποσχέσεις και καλοσυνάτα λόγια.Που ξεφουσκώνουν στην πρώτη καλοβαλμένη δικιολογία.Κι έτσι λέω πως οι διακοπές αυτές θα είναι αυτό ακριβώς: ένας διακόπτης από κάθε λογής ανθρώπινο.Θα ‘μαστε γυμνοί και δε θα μας νοιάζει.Απέναντι στον ήλιο και το νερό κι όλα τα στοιχειά της φύσης.Και δε θα μας νοιάζει.

***

Dont try

Είχα κολλήσει τη μούρη στο τζάμι κι έτσι που άχνιζε η ανάσα μου ,πρόβαλλαν μπροστά σταγόνες.Τις έγλειφα μετά,σαν ζαχαρωτά.Κάνα δυο φορές η ίδια ιστορία.Παρατηρούσα την κόκκινη άκρη της μύτης μου αλληθωρίζοντας χαζά.Με κοίταζε κι ο σκύλος σαν ν’απορούσε.Μια τρύπα έχασκε κάτω απ’ τα μαλλιά.Αν την εξέταζες με προσοχή θα ‘βρισκες τα πάντα για μένα.Σίγουρα.Όλα φάτσα φόρα,εκτεθειμένα,απλά,άτακτα.Τόσα χρόνια,σκέψεις,όνειρα.Κόντευαν να χυθούν στο εσωτερικό του αυτιού.Γαλήνη.Και σκέψη ούτε μία.

Να μοιραστούμε μια μπανάνα;Είναι άγουρη και ξέρω πως σου αρέσει.Είσαι γκουρμέ τύπος για σκύλος.Σου μιλάω κι ας μην έχεις μιλιά-έλλογος είσαι από μένα πιο πολύ.Μόνο η ζέστη απ το χνώτο σου φτάνει.Για να ζεσταθώ.Σε κάποιον είπα πως θέλω να φύγω από δω.Εδώ που όσα και να χω νιώθω κενή και τρηματώδης.Να πάω βόρεια να δικιολογώ και την κατάθλιψη.Κάπως έτσι δεν πάει;Ο ήλιος θέλει χαμόγελα.Αληθινά.Κι αλήθειες.Ουδέν κρυπτόν.Να πάω αλλού λοιπόν.θα σας πάρω και τους δυο μαζί μου.Το χω δηλώσει κιόλας με μελάνι κατάσαρκα.Είτε με σάρκα λοιπόν είτε χωρίς, μαζί.Θα είμαστε.Είμαστε.

Έχω πειστεί.Η πολλή σκέψη φταίει για όλα.Και η λέξη “προσπαθώ”.Έχω πάψει να προσπαθώ.’Η κάνω ή δεν κάνω.Η πράξη και η απουσία της.Πιο έντιμο.Το λεγε κι η ταφόπλακα (όχι πως την έχω δει από κοντά) του Χένρι:Don’t try.Να τρεις λέξεις, να συμπυκνώνουν το νόημα μιας ζωής.Εγώ για τη δικιά μου, άμα πέθαινα σε λίγο ,δεν τις έχω.Μπορεί να αράδιαζα εκατοντάδες άλλες ανούσιες μα τρεις δεν θα’χα.Μπορεί και να νομίζω πως τις έχω.Γραμμένες στην πλάτη.Μα θα λιώσουν έτσι κι αλλιώς.Τίποτα παντοτινό.Ισως μόνο το ποτέ και οι αρνήσεις.Αν είσαι απαισιόδοξος.Που είμαι.Και το προτιμώ γιατί ενέχει και ρεαλισμό.Κάτι φορές που φουσκώνω σα διάνος από αισιοδοξία,λέω πως δε θ’άλλαζα τίποτα στα χρόνια που έζησα.Κάτι φορές.Τότε όλα φαίνονται σωστά ,σε τάξη, εν τάξει, κι εγώ με στόχο και δυνάμεις σωρό.

Πιο πολύ όμως,συνήθως, ακουμπάνε τα μουστάκια μου στην επιφάνεια της ιλύος,τη γαργαλάνε και μου υπενθυμίζουν πως είναι ώρα ν’ανεβαίνω.Κι υπακούω.Παίρνω τόξα και στοχεύω ξανά, έχω όνειρα ,έχω απόθεμα στη φαρέτρα.Κι όλα καλά.Καθησυχάζω τότε τους πάντες.Μαμάδες, μπαμπάδες, αδερφούς, κουνιάδες,αγαπητικό και φιλενάδες.Ο ήλιος είναι ακόμα πάνω απ’τα κεφάλια μας.Το μερτικό μας του το ζητάμε καθημερινά και αδιαλείπτως.Έτσι;Έτσι.Κι έχει ο θεός, που λένε και οι γραίες.Έχει ο θεός λέω κι εγώ, κι αισθάνομαι ανακόλουθη.Γιατί δεν το πιστεύω.Φούμαρα είναι όλα αυτά για να ξυπνάς την επόμενη μέρα ευδιάθετος και διαθέσιμος.

Μα δε γουστάρω πια να τα πιστεύω.Πιο μικρή πίστευα και σε παραμύθια κι άλλα τέτοια σαχλά.Μα τώρα όχι.Τσ.La vie est la farce à mener par tous.Κι όσο να’ναι δεν είν’ανάγκη να είσαι Ρεμπώ για να το σκεφτέις ή να το πεις και να σε πιστέψουν.

***

νυχτερινό

Το κρύο ροκάνιζε το ένα μου χέρι κι ύστερα τη μύτη και το αριστερό αυτί. Όνειρα ήρθαν στον ύπνο μου να μου μιλήσουν ασυνάρτητα για όσα ποτέ δε θα κάνω. Σκέφτηκα εκεί μέσα στον παράδοξο ύπνο μου πως κάποιος λείπει: μια ανάσα ζεστή και δυο πόδια που με προστατεύουν. Μετά θυμήθηκα.Και μετά τα χέρια έψαξαν το κινητό ψηλαφητά μέσα στο σκοτάδι. Περασμένες έξι. Ξημέρωνε χωρίς να ξημερώνει. Μα το παλιομήνυμα ήταν εκεί. Τα μούτρα μου είχαν ήδη φτιάξει

Ύστερα το μυαλό μου αναζήτησε τα πολλά υποκοριστικά. Πολλές λέξεις να με χαρακτηρίζουν φυστίκι,πιτσιάκι,κουκλίτσα -φαντάζομαι από πορσελάνινη-,πορνέλο,κορισάκι,κι ανάμεσα σε αυτές μία που πιο πολύ μ’αρέσει μα ποτέ σχεδόν δεν είναι πιστευτη: γυναίκα. Τα χρόνια μου το μαρτυρούν, οι εκφράσεις μου σε οργασμικές στιγμές, μα η φωνή, τα μούτρα, όχι. Αυτά παραπλανούν. Θυμάμαι έναν άντρα, ψηλό, με ασυνήθιστο όνομα, μέσα στο σκοτάδι να με κρατάει δυνατά από τα μπράτσα και να μου λέει :”Δεν είσαι κορίτσι. Είσαι γυναίκα”. Το πρόσωπό του χιλιοστά απείχε από το δικό μου αλλά χιλιόμετρα για να το γλείψει ή να το φιλήσει. Ίσως να ήταν και ο μοναδικός αλήθινός φίλος που είχα ποτέ. Και τι έλεγα; Για τη γυναίκα. Για εμένα που δεν περπατάω αιθέρια πάνω σε δεκάποντα, που δεν πετυχαίνω να βάψω όμορφα τα χείλη, που τα μαλλιά μου είναι μπουκλωτά ατίθασα -όχι καθωσπρέπει. Μα όλα αυτά που δεν έχω πηγάζουν από κάπου πιο βαθιά. Όταν μια μέρα εκκολαφθώ θέλω να είσαι εκεί δίπλα να με βλέπεις, να με αγαπάς και τότε όπως και χθες το πρωί σε αυτό το παλιομήνυμα.Παράπονα δε θα έχω τότε. Στραγγαλισμένα θα είναι.

Κι εσύ θα είσαι δίπλα μου άντρας περήφανος, στητός ,να με τιθασεύεις, να μου μαθαίνεις πως δεν μπορώ όλα να τα προκαλώ ή να τα προσκαλώ γιατί τότε ακριβώς είναι που τα διώχνω.

Μα κι εγώ θα σου μαθαίνω. Πως είναι όμορφα όταν λές όσα μαγειρεύονται μέσα σου. Όταν δεν αφήνεις το όμορφο κεφάλι σου να κοκκινίζει από τις έγνοιες και τα πρέπει.Ίσως τότε το άγχος να εγκαταλείψει και τα πληγωμένα νύχια σου.

Είναι νύχτα πια. Ο μάρκος μασουλάει ψαροκόκκαλα και εγώ ανατριχιάζω ακούγοντας τον αλλόκοτο ήχο που κάνει το στόμα του καθώς τα αλέθει.

Όμορφα είναι και να συναναστρέφομαι κόσμο. Να βλέπω ανθρώπους που μου έχουν λείψει. Μα το κενό στριφογυρίζει στα τοιχώματα μέσα στο στομάχι σαν άδειο μπαλόνι που χάνει αέρα. Είναι μονίμως εκεί και μου υπενθυμίζει πως ο χρόνος κυλά και δυσκολεύει τα βήματα που κάνω. Οι αποφάσεις που πρέπει να σκοτώνω για να πάρω άλλες πιο σωστές κάθε φορά, πιο συγκρατημένες, πιο ρεαλιστικές. Μεγαλώνω και δε μου φαίνεται. Όλο θα το λέω γιατί καθόλου δεν μου αρέσει. Να με παίρνουν στα σοβαρά όσοι εγώ πιστεύω. Αυτός είναι ο στόχος μου. Με ρώτησε ο δάσκαλος ποια είναι τα σχέδια μου για το μέλλον, “non faccio progetti per il futuro” του απάντησα με πειθώ και δεν ξέρω αν δυσανασχέτησε. Μα ούτε και με ένοιαξε.

Αχταρμάς είναι όλα στη ζωή μου. Επειδή τις περισσότερες φορές τα έχω επιλέξει έτσι όντας απλός παρατηρητής και όχι δράστης. Κουράστηκα που αποζητώ το ντάντεμα ακόμα. Που μου βγαίνει μαγκιά άκαιρη και άσκοπη, που τριβελίζουν το κεφάλι μου ηλίθιες σκέψεις και ανασφάλειες. Έχω ξεχάσει εδώ και καιρό πολύ τι πάει να πει ελευθερία.Όχι του τύπου “κάνω ότι μου κατέβει στο κεφάλι”, δν με γεμίζει πια, μόνο με αδειάζει, μα ελευθερία να μπορώ να χαίρομαι αληθινά με πράγματα που κάνω, με τα όσα μοιράζομαι. Ίσως σήμερα να το θυμήθηκα λίγο. Και θέλω να μην το ξεχνάω.

***

©άλις