Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Αμοργίς

Του΄παν η Αμοργίς χάθηκε. Πνίγηκε στην Κασπία, πνίγηκε αργά κάτω απ΄τον ήλιο. Άλλος είπε πως δεμένη στα βράχια, ακούει το τραγούδι. Η Αμοργίς χάθηκε, είπαν. Προτού συντριβεί σηκώθηκε και πέταξε, την είδαν που σιωπούσε.

  Έπειτα απέμεινε μόνος μες στις μεγάλες αίθουσες με τ΄ανοιχτά παράθυρα και τις φωνές. Μεγάλωναν έξω, γερνούσαν τα νερά, γερνούσαν και έφευγαν. Κάποτε φέραν την Αμοργίδα, πάνω στη σχεδία, με μια μεγάλη λαμπάδα. Άστραφτε μες στα νερά, ερχόταν όπως τα κορίτσια των Ινδιών, μ΄ένα φόρεμα στο χρώμα της γης, όλο από φύλλα και κλαδιά, μια φωλιά είπαν και τινάχτηκαν οι λαιμοί, όπως στην έξαψη. Την σηκώσαν και περπάτησαν στην Αλεξάνδρεια, την Αθήνα, την Καρχηδόνα, τον Τάραντα. Βάδιζαν σιωπηλοί, αποκτούσαν και άλλες ηλικίες στα πόδια της Αμοργίδος. Δεν μιλούσε καθόλου και άμα πήγαινε ν΄ανάψει ο ήλιος, όλο μάκραινε, σαν φωτογραφία ή οροσειρά. Όταν σχημάτισαν τον κύκλο και είχαν πια διανύσει όλες τις εποχές, την έφεραν. Στην Ελευσίνα ή και σ΄άλλους τόπους, θερμότερους αντίκρυσε την Αμοργίδα που λάμπε μες στο τέλος της, όσο κρατήσουν τα νερά και οι κοίτες τους θα λάμπει η Αμοργίς, ακέραια, όπως η Ισπανία και όπως η μητέρα όταν. Δυο χιλιάδες χρόνια σιώπησαν, σαν να κατείχαν ένα περίφημο, οδυνηρό μυστικό και δεν το΄παν. Όμως είναι γραμμένο στην πέτρα και έχει κλειστεί μες στις σπηλιές και τα χορταριασμένα ερρείπια γύρω από τον Τουθόα και όπου ακούγεται η φωνή , καθάρια μες στις νύχτες. Ως τα πεδινά.
    Η Αμοργίς, είπαν, όταν πια ένα παιδί φώναξε γιατί, γιατί, γιατί, η Αμοργίς σημαίνει χρώμα κόκκινο. Και αυτά δεν ερμηνεύονται, μ΄άλλον τρόπο τα αισθήματα δεν λέγονται, τα φάσματα είναι γεφύρια στο σχήμα του τόξου, στο σχήμα και την ιδέα του σκοπού. Έτσι πράγμα στέρεο είναι η Αμοργίς, γλώσσα είναι, ελάχιστη που μια αίσθηση θέλησε να συλλάβει. Και τώρα,η Αμοργίς που χύνεται σαν καινούρια χώρα, αγαθοδαίμονες και τελώνια στον ύπνο της Αμοργίδος και γύρω απ΄τα μαλλιά της, κλαδιά, σχοινιά και οι χαλασμένες της φωλιές. Είναι γλώσσα, ερρείπιο μ΄όλη τη δόξα του, είναι ένας πρώτος λόγος, το έπος μιας ομολογίας. Εκείνη τρελή μπορεί και πλέκει χίλια χρώματα μ΄όλο της το σώμα, δηλαδή μονάχη εξαντλείται παράλογη, γνωρίζοντας εκείνο το μυστικό. Πλέκει σκηνές εξωφρενικές , κρατά τους ανθρώπους μακριά και σπαράζονται τα φεγγάρια, ο γιαλός, τα μαγγανοπήγαδα, τα κτήνη, υάκινθοι μες στα φρεάτια, σοφά τ΄αηδόνια, τρυφερή η αγάπη. Και έτσι καθώς αναμιγνύονται και υπάρχουν όλα απλώνεται ένα τραγούδι και όλα πάλι συμμετέχουν. Είναι μια ώρα, η κάθε ώρα όταν η Αμοργίς συλλαβάνει τις έξαλες εικασίες της, δράματα απ΄όλων των λογιών τις εποχές και τα γένη. Δεν απομένει τίποτε που να μην θρηνεί την Αμοργίδα. Και ακόμη όσοι πιάστηκαν με τα σπαθιά και τα δόντια να σηκώσουν το άμοιρο κορίτσι, εκείνη γελούσε μες στη σχεδία της, πήγαινε και ερχόταν σ΄όλα τα νερά, απ΄τα δέντρα και τις πέτρες ίσαμε πάνω στα φτερωτά καρτέρια, γινόταν όμορφη, καταρρακτώδης η Αμοργίς. Είναι μια στιγμή που κανείς κρατιέται μονάχα από τη μνήμη του, είναι μια στιγμή που όλα αγαπήθηκαν, μια ύστατη στιγμή που αξίζουν όλα να ειπωθούν. Όχι γιατί είναι ελληνικά, όχι γιατί μονάχα τώρα τρέχουν στις πηγές λέξεις και ονόματα, μα γιατί δεν αντέχεται λιγότερη παρηγοριά. Να΄ρχεσαι Αμοργίς, να με καταργείς, να με συνθέτεις και να με παραπλανάς. Να΄ρχεσαι κόκκινη, όπως οι εραστές και όπως το αίμα. Η Αμοργίς είναι μια πασχαλινή φωτογραφία. Πίσω φλέγονται τα κτήματα, τα καλύβια, τα σίδερα και οι δεξαμενές. Συμβαίνουν πράγματα ακατάληπτα και αμά κοιτώ την Αμοργίδα, όλα κινούν και κλαίνε και γεννούν. Η Αμοργίς φορούσε ένα περιδέραιο από γαλάζιο Μυτιλήνης. Ετούτο μόνον διακρίνεται στη φωτογραφία. Το πρόσωπό της , όμως, το πρόσωπό της είναι καθολικό.
   Άλλοι είπαν ήταν κορίτσι και κάποιοι δείχνουν τον ποιητή και το καράβι. Ήταν πάντα κάτι παραπάνω.
*
©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Square Ambiorix 2009», Bruxelles.
 

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Καράκας 1954

Το θέαμα ήταν ένα θαύμα. Μια έδρα στο σώμα της Βενεζουέλας. Στα όρια των πόλεων. Εκείνη η κατασκευή που ποτέ δεν φαντάστηκες πως θα πραγματοποιηθεί στηριζόταν σε μια ακραία γωνία, μια πολύ οξεία γωνία. Ο κόσμος όλος έπειτα θα στηριζόταν στην πλατυτέρα επιφάνεια εκείνης της δημιουργίας. Κάπως έτσι Οδυσσέα αναδεικνύεται το δίκιο σου, όταν έλεγες πως η φαντασία αρμόζει, όχι ως φυγή από το πραγματικό, αλλά σαν προβολή στο μέλλον και σαν γενναία, μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες του παρόντος. Έτσι Οδυσσέα, μόνον έτσι μπορεί κάποτε να συντελεστεί το θαύμα.

   Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς σχεδιάζει το κοινοβούλιο της πόλεως Μπραζίλια, χαμηλό, πολύ χαμηλό, πλησιέστερο όσο ποτέ στους λαούς και τις επαναστάσεις. Ο αιρετικός, καθεδρικός ναός, με τ΄ακροδάχτυλα από χώμα και τσιμέντο, ογκώδη χέρια να στηρίζουν το λεπτό σταυρό. Μια αντένα, σημάδι της πίστης και του παραδείσου. Με τόσο θάρρος ο Νιεμάγερ, ολοζώντανος μες στο ιωβηλαίο του, αρνείται τη θεολογική του ανυποκοή και όλος ο ουρανός ως μες στα μάτια των πιστών. Μες στους βυθούς κρατιέται με θάρρος η ευλάβεια, μες στους βυθούς, δυο χιλιάδες λεύγες κάτω από τους τελευταίους καταρράκτες ένας Χριστός της Αβύσσου. Κάπως έτσι ονειρεύεται τα κτίρια κύμματα ο Νιεμάγερ, κάπως έτσι καθρεφτίζονται στα νερά οι ναοί και οι προσευχές. Εκείνος που ΄θαψε μαζί του ολόκληρη την ισπανική τέχνη, παραδέχθηκε τόσους αιώνες πριν τις αρχιτεκτονικές και τα οράματα πως τούτος ο κόσμος είναι φτιαγμένος από σκιά και φως. Ονειρεύτηκε τις θρυλικές κληματίδες, τις όψεις που ΄χουν κάτι από τα νερά. Έτσι γεννιούνται οι πιο ελεύθερες απ΄τις φόρμες, όπως οι πορείες κατά μήκος της Casa do Baile. Αυτές επιβεβαιώνουν έναν ρυθμό, έναν αισθητικό συγχρονισμό που μπορεί μόνο ως δυνατότητα να εκτιμηθεί.
   Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από εμπειρίες. Ομόκεντροι κύκλοι πέρα από το κέντρο της ιστορίας και τις πρώτες πόλεις του κόσμου. Ο κόσμος φτιαγμένος από εμπειρίες και φαντασίες και τίποτε και ποτέ δεν θ΄απομονωθεί. Έτσι αναδεικνύονται οι καμπύλες σαν αγκαλιές, σαν αγκαλιές γύρω από τον κόσμο μας. Ο Νιεμάγερ, Όσκαρ κατά κόσμον κρατά το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Και όταν τα κτίσματά του σηκώνονται σαν βρέφη στους δρόμους είναι πλοία που θα πλεύσουν προς το μέλλον, ακουμπώντας ευλαβικά στη φύση, τη λογική και τ΄όνειρο. Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς χαράζει υψικάμινους και βωμούς. Εκεί θ΄αφήσει ο τελευταίος άνθρωπος τον κόκκινο ανθό της ευχαριστίας, για την παγκόσμια σκηνογραφία, για το σεβασμό στην ιδέα του ανέμου και της διαχρονικότητας. Λιγότερο ανεδαφικός από τις προτάσεις των κάθετων πόλεων, όμως εξίσου ανισορροπητικός, προτείνοντας τις γεωμετρίες ενός νεοπλαστικισμού, διόλου διακοσμητικού. Ετούτες οι γεωμετρίες ανοίγουν τις προοπτικές, σηκώνονται με σεβασμό, κρατούν ορίζοντες, κρατούν τις κατατομές των θεών όπως ποτέ δεν αναδείχτηκαν, έξω και πέρα από τ΄ανθρώπινα. Κατώτερες απ΄εκείνα.
   Ο Νιεμάγερ καπνίζοντας αφήνει πίσω του την Μπραζίλια των εξερευνητών, τις ισλαμικές τεχνοτροπίες που τόσο τον γοήτευσαν. Πρόκειται για εκείνη τη διαρκή εμμονή του ονειρικού στη γραμμή, όπως ρίζα μες σε άνθρωπο. Επαναλαμβάνεται ένα χαμηλό γεγονός. Ετούτο είναι το Ισλάμ, ένα συμπλήρωμα της συναρπαστικής μας φύσης.Τα σπάταλα άκοσμα κτίσματα, δίχως Αφροδίτες, σίδερο και γυαλί και το σχήμα του ήχου ή τέτοια πράγματα αδιόρατα, μαθηματικά. Συγκρατημένη η πόλη, με την ηθική και το τοπίο της αποχαιρετά τον Όσκαρ Νιεμάγερ, μια μοναχική ταυτότητα, ένα όνομα γραμμένο στα υψωμένα σύμβολα.
   Σε κάθε τέχνη, λεν εκείνοι που γνωρίζουν είναι η αθωότητα μια διακριτική και διακεκριμένη ιδιότητα, ένα χάρισμα που δεν ερμηνεύεται και δεν αμφισβητείται. Ένα χάρισμα τέτοιο δεν συνιστά παρά μια αντίσταση αισθητική, μια μοναδικότητα, κτίρια νησιά στην καρδιά της βραζιλιάνικης πρωτεύουσας και αλλού.Η καταγωγή του Νιεμάγερ δεν διαθέτει κανένα χρώμα, η καταγωγή του συνθέτεται από την απλότητα του λευκού και απ΄τα οράματα που μόνο σε ορισμένα ύψη καθίστανται αντιληπτά. Όπως ένας Χριστός, τα σύμβολα της ισότητας και οι καθεδρικοί της τέχνης. Όπως εκείνη η κοσμική έδρα στο Καράκας, πάνω στους όγκους, ισορροπώντας στην κόψη της γης, χνάρια από γρανίτες και άλλες ασύλληπτες σκιαγραφήσεις. Οι κάθετες πόλεις του Ξενάκη ίσως ερείζουν μια θέση ανάμεσα σε τόσα θαύματα. Μια κοινή καταγωγή στη φόρμα μιας συνάρτησης.
   Δεν είναι η ζωντανή ποσότητα που γίνεται αντιληπτή στην αρχιτεκτονική του Όσκαρ Νιεμάγερ. Είναι ένας σκοπός υψηλότερος, κάτι σκληρότερο από χρόνο, αισθήσεις, σχεδόν θνητές που δεν θα μπορούσε κανείς να επισημάνει. Η Μπραζίλια συνιστά μια άλλη πρόταση, τόσο μακριά από τις οικείες περιπτώσεις του νεοκλασσικισμού. Τέτοιες προτάσεις καταθέτονται μόνον από βαρετές, αισθαντικές συγκινήσεις, εξαιρετικά συγκεκριμένες. Παραλαγές του βιομηχανικού σχεδιασμού, με μια αδικαιολόγητη επιμονή να συντηρηθεί η παράδοση. Η τελευταία αξίζει μονάχα όταν αποδίδει σε πρωτοπορίες, όταν διαφεύγει της φιλολογίας.
   Είναι η αρχιτεκτονική μιας ανθρώπινης ψυχής, ένα ηχόγραμμα και άλλες εξειδικεύσεις. Οι καμπύλες που αφήνει πίσω του θα΄ναι πάντα η ροή των ποταμών, οι ωκεανοί και το διεγερμένο σώμα ενός αγαπημένου κοριτσιού. Εκεί που ζούσαν κάποτε οι θεοί, ο Νιεμάγερ στήνει τα μνημεία του μέλλοντος. Καθώς οι καιροί θα περιπλέκονται, εμείς θα θυμόμαστε ευλαβικά τον Όσκαρ Νιεμάγερ που ακολουθεί με κυκλικές γραμμές τα σκοτεινά πλαίσια και την ανάδειξη ενός πλαισίου πολύ κοντύτερα στη φύση του αδιέξοδου. Η ελευθερία στην τέχνη είναι ανεδαφική, είναι το κούφιο των κυμμάτων στα υψηλότερα επίπεδα των εγκαταστάσεων του κτίσματος Copan. Ο Όσκαρ Νιεμάγερ κατάγεται από το γένος της κορινθιακής ακάνθου. Εξωθεί την τέχνη του στ΄άκρα. Κινείται κοντά στα σύνορα και συντελεί την έκπληξη.
   Έτσι ως πρώτη, ως πρωτόγονη σκέψη να εκτιμηθούν όλα αυτά, συνειρμική.
*
© Απόστολος Θηβαίος

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Ζωγράφος της οδού Καρλ Γιόχαν


Αυθαιρεσία σε πίνακα του Munch

Στο Όσλο συμβαίνουν θαύματα. Αργά τις νύχτες, στη λεωφόρο Καρλ Γιόχαν που ήταν πάντα ένας δρόμος αστικός και κοσμικός οι νεκροί Νορβηγοί επαναλαμβάνουν τις απογευματινές συνήθειές τους. Πάει να πει πως συνοστίζονται στις πλατιές πεζοδρομήσεις, επιδεικνύοντας ένα ενδιαφέρον ζωηρό για τις βιτρίνες και τα νορβηγικά καταστήματα. Στέκουν νεκροί, μες στη λήθη τους, παρατηρούν τους μετανάστες, τους αργυραμοιβούς, τους εργάτες της πυλοποιίας και άλλους που ως αργά μένουν μες στα μαγαζιά και δεν μιλούν, μήτε ποτέ θα μπορέσουν να υποψιασθούν πως οι νεκροί, αστοί Νορβηγοί τις νύχτες κατακτούν και πάλι την πόλη τους.
Πως έχουν περάσει πια οι εποχές του χρώματος και του ονείρου δεν φαντάζονται. Και έτσι ζουν ανάμεσα στις σκιές και τους αδρούς ήλιους, ανάμεσα στ΄αστικά φαντάσματα και τα επιγραφοποιεία. Οι νεκροί Νορβηγοί, άνδρες και γυναίκες της εποχής του Μυνχ και ίσως παλαιότεροι ακόμα, φορούν κατάμαυρες κάπες, τα υψηλά των ευγενών. Περπατούν με τις γυναίκες τους, οι κορδέλες ανεμίζουν πάνω στα γείσα, αποκαλύπτονται ονόματα θρυλικών, ψαράδικων πλοίων και άλλων που ανήκουν στους στόλους του παρελθόντος.
  Λοιπόν, εκείνοι οι νεκροί Νορβηγοί στέκουν στο τέλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Στέκουν και δεν μιλούν, μόνο κοιτούν με τα λευκά, πανσέληνα μάτια τους ίσια ευθεία στις καρδιές. Και δεν μιλούν, με σφραγισμένα στόματα και όλο χώματα στα βλέφαρά τους δεν μιλούν, συντριμένοι με τα παιδιά τους μερικοί. Θα φθάσουν κάποτε στο ακραίο σημείο του πλαισίου, φανερώνοντας μια τραγική κατατομή. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, δίχως αμφιβολία πως οι νεκροί Νορβηγοί των θαυμάσιων νυχτών, ανήκουν στη μεγάλη εποχή της σιωπής, σηματοδοτώντας μια πόζα καλλιτεχνική, στο ύψος του εξπρεσιονισμού. Ίσως ακόμη συγκρατούν μονάχα τα ανυποψίαστα περιεχόμενα.
  Τα σπίτια σ΄όλο το μήκος της οδού Καρλ Γιόχαν ανοίγουν τα βραδινά τους μάτια, κοιτούν προς το δρόμο που είναι πια αλλιώτικος, διόλου αγροτικός. Είναι γεωμετρικές κατασκευές ετούτα τα σπίτια, κρατούν τα ποικίλα επίπεδά τους στο χείλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Κάποτε ανήκαν στους νεκρούς Νορβηγούς, με τα οστεώδη πρόσωπα μάσκες, κοντά, πολύ κοντά στην αισθητική μιας πεπαλαιωμένηες πινακοθήκης. Προτού ξημερώσει ο αιώνια εφηβικός, νορβηγικός ήλιος, οι Νορβηγοί ευγενείς, οι γυναίκες και τ΄άλλα, τα πιο θολά και αδιάκριτα λάδια θα αποσυρθούν προς το κοιμητήριο του Όσλο. Ανάμεσα στις λίμνες κοιμούνται οι πεθαμένοι, κάτω από ψηλούς σταυρούς και ομοιώματα του αρχαιοελληνικού, νεανικού θεού Ύπνου. Αυτά τα σπάταλα διακοσμημένα μαρμαρόγλυπτα είναι τ΄άσπρα, τα ωραία σπίτια των πεθαμένων. Σ΄ένα μνημείο, μάλλον αριστοκρατικότερο του συνηθισμένου μπορεί κανείς να δει μια έξοχη μίμηση του μαρτυρίου του Αγίου Μαυρικίου. Αλλού επαναλαμβάνονται τα δράματα της πόλεως Τολέδο, όπως ας πούμε η ταφή του κόμητος Οργκάθ και άλλα. Οι ευεργεσίες και οι καταγωγές απόψε εκπληρώνονται.
  Εκεί θα ησυχάσουν οι νεκροί, πετώντας τα καπέλα τους στου ανέμους. Αυτά τα τελευταία θα φέρει ο καιρός πολύ αργότερα μες στα νερά. Τα ήσυχα ποτάμια που κυκλώνουν την πόλη του Όσλο πλέουν γεμάτα από τις κορδέλες και τους παναμάδες και τα υψηλά μιας ολότελα λησμονημένης τάξεως. Είναι πανικός οι νεκροί του Όσλο, είναι τα πρόσωπα μετά την κραυγή, είναι πρόσωπα με σκοτωμένη και ασάλευτη την άλλοτε προτεταμένη φλέβα του μετώπου. Οι νεκροί του Όσλο κρατιούνται στους καμβάδες σαν χαμένα χρώματα, τεμαχισμένοι και μόνοι θα επιστρέψουν λοιπόν κάποτε στα Λίβυθρα μ΄ολη τους τη λύπη και τη σιωπή. Οι νεκροί Νορβηγοί, σύμβολα της τάξης και της εποχής τους, περίλυποι απομένουν, με φωνή παλιά και υλική εμπρός στα τετράγωνα σπίτια, οι Νορβηγοί, δίχως τα στόματα πια, δίχως τα χέρια τους, άνθρωποι από κιμωλία, γραμμένοι εδώ και χρόνια.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός, πλησιάζοντας το χώμα. Είναι ένα βλέμμα σε απόσταση από τους ανθρώπους και τους συχνωτισμούς. Γερασμένος και μυστηριώδης εκείνος ο άνδρας, ένας παλιός αναρχικός της τέχνης και της πόλεως. Ένας ποιητής, πάντοτε πέρα και έξω από κάθε μονομέρεια και κάθε θάνατο και απ΄όλα τα πλήθη. Ετούτοι οι νεκροί Νορβηγοί θα μπορούσαν να αποτελούν τη μυθολογία των αποκρεών ή ένα μύθο, δίχως πια την υγεία του.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός.
  Βαδίζει μόνος στην οδό Καρλ Γιόχαν και ήσυχα απομακρύνεται. Καταυγάζει, δίχως παραφορά, σαν τέχνη. Έχει διδάξει μ΄επάρκεια την τεχνική της κραυγής που θα μας απασχολήσει.Δεν είναι καθόλου απόμακρος, διόλου νεκρός. Είναι ζωγραφιά αυστηρή και απλή. Μορφή του μέλλοντος, ανεπανάληπτη. Άνθρωπος των συνόρων με μια καταγωγή που μόλις στις μέρες μας τείνει να επιβεβαιωθεί πια ως είδος. Ο αδιόρατος άνθρωπος όλο κατευθύνεται.
*

©Απόστολος Θηβαίος
Εικονογράφηση: Edvard Munch, «Ανοιξιάτικη μέρα, στην οδό Karl Johan», 1892

Όλες οι «Ανταποκρίσεις του Απόστολου Θηβαίου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος

Γιάννης Σκαρίμπας

ΗΑθήνα είναι λάδι σε τελάρο, πιο πέρα τ΄αρχαίο τρίγωνο της πόλεως και άλλες ιστορίες. Και στη Χαλκίδα ακόμη τραγουδούν τα μπλουζ του Σκαρίμπα. Οι λιγνές υπάρξεις, τα σύνθετα, βαδίσματα μες στις πόλεις και επιγραφές. Ο ευβοϊκός κόσμος του Γιάννη Σκαρίμπα είναι ένα άλμα. Και ως τέτοιο αναμένεται να το συνοδεύει ένα ρίσκο, ο κίνδυνος και ο θεσμός του ακροβάτη, τα τολμήματα στις επικίνδυνες περιοχές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Αγία Ιφιγένεια


Βασισμένο στο πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

  

Είναι κάτι ξύλινα σπίτια μες στο ρέμα. Η οδός Φλέβας εκτείνεται ως τον εθνικό δρόμο. Στις όχθες της ρεματιάς τα συνεργεία και τα μαγαζιά των ελασμάτων. Κάτι σκοτεινές αποθήκες με σίδερα και ακίνητους ανθρώπους, λερωμένους, σαν ελαιογραφίες. Οι κλειστές βιοτεχνίες, οι σταθμοί ανεφοδιασμού, τα πωλητήρια γκαζιού, τα τσιμεντένια γήπεδα, οι μάντρες και οι φωτογραφίες των λαϊκών τραγουδιστών κρύβουν τον ουρανό σε εκείνους που ζουν μες στο ρέμα. 

Έχουν απλωμένα ρούχα στα σύρματα οι άνθρωποι αυτοί και καίνε παλιά, χρωματισμένα ξύλα για να ζεσταθούν. Τα παιδιά ανεβαίνουν τις όχθες, κοιτούν τους δρόμους, έπειτα μιλούν για τις ομορφιές του και ζωγραφίζουν σε αυτοσχέδια τελάρα υψικάμινους, μεγάλα, διαφημιστικά πλαίσια αμερικανικών εταιρειών και τα χαμογελαστά, ηλιόλουστα κορίτσια των αρωμάτων. Τη νύχτα ορμούν στην πόλη, συλλέγουν ξύλα και πολυθρόνες, αποψιλώνουν με προχειρότητα τα σίδερα από τα ακίνητα φορτηγά των εταιρειών μεταφοράς. Τις νύχτες αργά οι γηραιότεροι τούτης της ιδιότροπης φυλής στέκουν γύρω από τη φωτιά. Παντρεύουν τα ανήλικα παιδιά τους, καταδικάζουν τους φονιάδες και τους ληστές, αγαπούν τις γυναίκες τους και αναριχώνται σαν καρκίνοι πάνω στα δροσερά κορμιά τους. Όλο παιδιά είναι το ρέμα. Ακίνητα στις όχθες, ρακένδυτα, προσδίδουν στο τοπίο μια νότα ανθρωπιάς, μια όψη φαραγγιού.
  Οι αρχηγοί των οικογενειών απόψε μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι.Η καλοκάγαθη γριά με τα χρυσά στολίδια και τα αρθρόμορφα χέρια χαράζει στο χώμα ήλιους, φεγγάρια και ανεπανάληπτα άστρα. Τα χέρια της εκτείνονται σε όλο το ρέμα, είναι δυο φλέβες πίσω και πέρα από τα μάτια των παιδιών.
  Τ΄άγρια τριαντάφυλλα που ανθίζουν στις όχθες τα πουλούν οι γυναίκες τα πρωινά. Ανάμεσα στα τροχοφόρα, επιδεικνύουν τα ολοπόρφυρα άνθη τους και ανεμίζουν σαν σκιές, τα κατάμαυρα φορέματα. Έχουν δεμένα με τους επιδέσμους παιδιά στις ράχες τους, εκείνα πεθαίνουν ακίνητα. Γελούν με τρυφερότητα στους επιβάτες και έχουν τα σώματα δέντρων. Με βαθιές, αναλλοίωτες χαραγματιές πάνω στο μέτωπο και στα μάτια. Ως μέσα οι ρυτίδες εκείνων των γυναικών που μοιάζουν με αρχαίες, πενθούσες νύφες. Κατάμαυρα τα φορέματά τους και τα ιωνικά, τα οστεώδη προσωπεία. Σε όλο τον τόπο θ΄ανθίσουν τριανταφυλλιές και άλλο τίποτε ετούτοι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται. Θάνατοι δίχως προσευχές και δίχως θεούς οι θάνατοι στο ρέμα.
  Η Ιφιγένεια είπαν χάθηκε το χάραμα. Έφυγε με τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν ξεθωριάσει η νύχτα προς τον εθνικό δρόμο. Ίσως να τράβηξε κατά την Κόρινθο. Ίσως πάλι να βαδίζει για μέρες προς το Άργος, ακολουθώντας την επιδαύρεια οδό. Μαζί με τ΄άλλα παιδιά της χαραυγής η Ιφιγένεια σπεύδει στους τάφους των Αργείων, κρατώντας την εικόνα και το ντέφι. Η Ιφιγένεια είναι ένα κορίτσι από μάρμαρο. Είναι από λευκή, καρυστιανή πέτρα και τα μάτια της καθρεφτίζουν παλιές νύχτες. Συχνά την θυμούνται στα πανηγύρια της Χαιρώνειας, πίσω από τους πάγκους, ανάμεσα στους οδοιπόρους και τις κραυγές της ηλεκτρογεννήτριας.
  Όμως η Ιφιγένεια είναι πια μακριά. Βρήκε τα χνάρια της ένα μικρό αγόρι. Την ακολούθησε ίσαμε που εκείνη εχάθη οριστικά πέρα από τα γήπεδα και τ΄άλλα, τα ηλεκτρικά, της πόλεως πράγματα. Έπειτα είπε το νέο, καταδικάσαν τον πατέρα της και τον ανάγκασαν να φύγει με τα γυναικόπαιδα για την Θήβα. Ύστερα γκρεμίσαν την καλύβα του με τα βαριά σφυριά και έσφαξαν ακόμη όλα τα ζώα που ήταν αφημένα πέρα στο ποτάμι. Μόνο τότε ησύχασαν και φρόντισαν να θάψουν δίχως σταυρούς τους σκοτωμένους και τα ζώα γιατί είναι αμέλεια και ύβρης να αφεθούν τα κουφάρια, έτσι ασάλευτα, μες στα σπίτια. Κάποιος από τους αρχηγούς είπε πως παλαιότερα, μετά τις σφαγές φάνηκαν λύκοι και άγρια σκυλιά στα υψώματα γύρω από μια πελοπονησιακή κωμόπολη. Έσκαψαν στα χώματα τα αρπακτικά, έσυραν κάποιες από τις σωρούς. Με ανθρώπους στα δόντια τα κτήνη φεύγαν για τα βουνά της Αρκαδίας. Στεφανωμένοι κάηκαν οι νεκροί με τα ασημικά τους στο βάθος του ρέματος. Ακούγονταν τα μοιρολόγια, τραγουδισμένα από χίλια στόματα.
  Την Ιφιγένεια την αγαπούσαν όλοι. Ήταν ένα μοναχικό και όμορφο κορίτσι. Φρόντιζε τους κήπους, έδενε πολύχρωμα πανιά στις στέγες, έτσι που στις ωραίες, ανοιξιάτικες μέρες να πετούν χρώματα πάνω από τις παράγκες. Ακόμα παρηγορούσε τα παιδιά, ερμήνευε τα όνειρα και τραγουδούσε στους γάμους με την κελαριστή, την ακηλίδωτη φωνή της. Η Ιφιγένεια δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Και τα παιδιά χαλούν τον κόσμο μες στα παραπήγματα, μπουκάρουν μέσα φόβοι και νερά, τα πανιά που σκίζονται, το κρύο που φθάνει.
  Απόψε βρέχει. Αναστατώθηκαν όλοι μες στο ρέμα γιατί το νερό μπορεί να σηκωθεί απότομα, μπορεί να πνίξει τις πλαγιές, η Ιφιγένεια λείπει μες στους κάμπους, στη Βοιωτία σκοτώνεται απ΄τη λύπη της η Ιφιγένεια που θελήσαν να την δώσουν χάρισμα στον τσιγγάνο. Γελούσε ο γέρος που προφητεύει τους χαλασμούς και την κοίταζε ίσια στα μάτια την Ιφιγένεια που σκοτωνόταν και ποτέ δεν την λυπήθηκε. Ούτε ακόμα όταν τιναζόταν στα χέρια του τσιγγάνου, γύρω γλέντια και μουσικές, η Ιφιγένεια τιναζόταν σαν σπασμός και έφεγγε γεμάτο, βρόχινο φεγγάρι. Τώρα μονάχα την θυμούνται, αργά τις νύχτες μες στους εφιάλτες προφέρουν εξωφρενικά τ΄όνομά της. Η Ιφιγένεια ανακηρύχτηκε αγία. Μες στα σπίτια του ρέματος καπνίζουν τα εικονίσματα για την αγία Ιφιγένεια. Κρεμούν φυλαχτά απ΄τα γλυπτά της και κάθε θέρρος τραβούν κατά την Χαιρώνεια που έχει λιτανείες και την περιφορά της εικόνας. Τους ναούς της τους φτιάχνουν μες στα ρέματα, στους καταυλισμούς, στους λόφους των προσφυγικών. Την αγία Ιφιγένεια την είπαν ονειροπομπό.
 
*
©Απόστολος Θηβαίος

Εικόνα Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, “Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Αρχείο 29/10/2013

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»

Την είδα που έφευγε μες στη νύχτα. Πέρασε τα ερρειπωμένα εργοστάσια, με την καφετιά της φορεσιά, τις νευρώδεις πτυχώσεις. Τη φώτισαν οι δημοτικοί στύλοι στην είσοδο του «Τιτάνα», τσιμέντο και κλεισμένες υψικάμινοι σ΄ολόκληρο τον ορίζοντα. Η κόρη τρομαγμένη πέρασε εμπρός από το χώρο του τελεστηρίου. Στάθηκε, τη φυσούσε ο ζεστός, νότιος άνεμος του καλοκαιριού. Εκείνοι που φυλούν τα μνημεία, είχαν αποκοιμηθεί μεθυσμένοι, κανείς δεν φυλά την όμορφη Περσεφόνη, κανείς δεν την προσμένει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»»