Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση

εργάκι με το χαρακτηριστικό της υπερβολής
και της μεγέθυνσης σε ορισμένα σκηνικά μέσα,
σε ρούχα και φερσίματα

οπικό θέατρο μικρής πόλεως. Σε λίγο αρχίζουν οι θερινές διακοπές, τα παιδιά εκτελούν ασκήσεις, γράφουν ποιήματα, λένε τραγουδάκια, ανόητα μα όσα διαθέτουν ξεχωριστές φωνές, χειροκροτούνται από τους μεταλλωρύχους που νιώθουν κάπως άνθρωποι και αυτοί. Η αίθουσα διαθέτει ξύλινη επένδυση, η σκηνή στέκει υπερυψωμένη, μερικά παιδιά κάνουν κάποιες ασκήσεις, υποκλίνονται και παίρνουν το βραβείο τους ή μια ευχή για το καλοκαίρι αν δεν τα κατάφεραν τελικά. Τα παιδιά τρέχουν στην αγκαλιά των γονιών τους, στις πρώτες σειρές κάθονται τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Ο έμπορος, ο δήμαρχος, ο ιατρός, ο αστυνόμος και ο κομματάρχης. Τελευταίος στη σειρά βγαίνει ο Μάριο, ένα παιδί δεκαέξι χρονών. Από κάτω ψίθυροι, μα στην γαλαρία ένα καρβουνιασμένο πρόσωπο λάμπει από ευτυχία. Είναι η μητέρα του Μάριο, κανείς άλλος δεν ζει. Κλαίει και κάθε τόσο πασαλείβει το πρόσωπό της με τον άνθρακα, της ζωής τον μόνο και πιο πιστό σύντροφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη

Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία

Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης

Σκηνή από ένα έργο

Mπαρόκ σκηνικό παλιάς πόλεως με περίτεχνες προσόψεις. Έμποροι, μικροϋπάλληλοι, εργάτες του δήμου, πωλητές αφεψημάτων, διαφημιστές ιατρικών σκευασμάτων με κάποιον ταλαίπωρο για μοντέλο να συμμετέχει στην επιχείρηση, με αντάλλαγμα λίγο ρούμι ή ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν μπορεί να τα’χει όλα. Στο βάθος της σκηνής τα τραπεζάκια της πλατείας, ένα δυο γεμάτα. Στο κεντρικό οι ηθοποιοί ντυμένοι με καλοκαιρινή πουκαμίσα, ακίνητοι, σαν παρατημένες μαριονέτες. Ένας νέος εισβάλλει στη σκηνή,τα ρούχα του σκισμένα, στους τρόπους και το φέρσιμό του μια τρομερή αβεβαιότητα. Δεν ξέρει πού πηγαίνει, πλησιάζει εκείνους τους δυο.

Νέος: Ξέρετε, ξέρετε (κομπιάζει) που βρίσκεται η συνοικία που λέει το χαρτί; Είμαι φοιτητής και σε αυτό το κομμάτι της πόλης δεν έχω ξαναβρεθεί.

Άνδρας Α, Τζόζεφ: Καλημέρα νεαρέ. Φοιτητής, είπατε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne

Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, του Ντελακρουά

μια ιστορία αλληγορική

Mπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε. Ήταν ένα βρώμικο ποτοπωλείο από εκείνα που διανυκτερεύουν, πουλώντας φτηνό ουίσκι. Επειδή ακριβώς μένει ανοιχτό ως αργά, μαζεύει λογής ανθρώπους, μέθυσους, μοναχικούς, παραμυθάδες, φονιάδες, σωματέμπορους, δούλους και κόκκινα κορίτσια, αποτυχημένους εμπόρους. Καθένας πίνει μονάχος του και πάνω από τα κεφάλια τους αιωρείται ένα λεπτό στρώμα καπνού, έτσι που να μπορούσε κανείς να υποθέσει πως μες στο κακόφημο μαγαζί έχει πέσει μια ομίχλη, που είναι αδύνατο να διαλυθεί.

Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ, είπε εκείνη. Έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της που κολλούσαν στο μέτωπό της. Και έπειτα, έχοντας βρει κάτι παραπάνω από την χαμένη της αυτοκυριαρχία επανέλαβε αποφασιστικά. Ένα ποτήρι κρασί, αυτό μόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: 117 τ.μ.

Εργάκι με θέμα του
τη μνήμη

ο σπίτι αδειανό, κάτι έπιπλα που ‘χουν μείνει φαντάζουν σκόρπιες χαρακιές πάνω στους καμβάδες. Κάτι κρυστάλλινα ποτήρια σε μια άκρη και η σκόνη επάνω στα πράγματα που έζησαν και αυτά μια κάποια ζωή. Μερικοί επισκέπτες κοιτάζουν το εσωτερικό, άλλος στο σαλόνι, άλλος στο μπάνιο, κάποιοι κάνουν σχέδια στην κρεβατοκάμαρα με το μπαλκονάκι το μικρό, σήμα κατατεθέν, ένα από τα πολλά δηλαδή, της Αθήνας που γερνάει. Ένας ρωτά κάτι για το έτος της ανακαίνισης, όλες οι ημερομηνίες πάει καιρός που τρεμοπαίζουν τώρα. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, γκρίζο σαν σε φωτογραφία πολυκαιρισμένη μπαίνει σιγανά από την είσοδο. Κανείς δεν τους προσέχει, στο χολ σταματούν και ακουμπάνε τα πράγματα. Ο μεσίτης πλησιάζει. Τους χαμογελάει και αραδιάζει τα τυπικά για το σπίτι.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: 117 τ.μ.»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ

Μια ιστορία με αγαλματίδια, βραβεύσεις και διαψεύσεις, μια ιστορία για τη φαντασία και τη μισθωτή την εργασία που δεν απελευθερώνει. Μια ανταπόκριση πικρή.

«Θα τιμωρηθεί παραδειγματικά», δήλωσε δίχως περιθώρια αντίλογου ο κύριος Διευθυντής. Έτσι τον φωνάζανε, μήτε Γιώργη ή κύριο Γιώργο, μα κύριο Διευθυντή. Και έτσι το μεσημέρι το διοικητικό συμβούλιο τον δέχθηκε και του ‘δωσε την ευκαιρία να εκφέρει τους ισχυρισμούς του, μια δικαιολογία βρε αδερφέ για το ατόπημα του. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπώσει στο αποθηκάκι των προμηθειών και είχε αποκοιμηθεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι ντρίπλες

 

Τρεις ιστορίες ποδοσφαιρικές

I. Είναι κανείς να εντυπωσιάζεται με την επιδεξιότητα των πληρωμάτων. Για πότε μαζεύουν το χαλί, για πότε τακτοποιούν τις κάμερες, τα καλώδια, τους ανταποκριτές, τις μπάλες και τους κώνους για να σταθεί σε όλο του το μεγαλείο το ποδοσφαιρικό γήπεδο. Να λάμψουν οι αστέρες, να διαπρέψουν οι γκολτζήδες, να ξεχωρίσει το αστέρι που έχει καταγωγή εξωτική και ντριπλάρει ως και τον εαυτό του. Το κοινό παραληρεί, τα φλας αστράφτουν, οι φωτογραφίες παίρνουν και δίνουν, χιλιάδες δημοσιεύσεις το δευτερόλεπτο, του τύπου «ήμουν και εγώ εκεί», «ευτυχισμένοι τώρα στο» και άλλα παρόμοια. Το κοινό διψάει για φάσεις αμφισβητούμενες, δοκάρια, τραυματισμούς, ευκαιρίες, μια ατέλειωτη γκάμα που υπερβαίνει την πεμπτουσία του γκολ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι ντρίπλες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ

με τα μέσα του φωτός

ύλινη προβλήτα χαμένη μες στην ομίχλη. Αχνοφαίνεται το φανάρι για τα πλοία που εισέρχονται και πιο φανερά στη σκηνή, ένας φανοστάτης με ιαμβικά τεχνάσματα και το αδύναμο φως του. Κάθε τόσο ακούγονται τα μεγάλα πλοία που κορνάρουν, θαρρείς και κανείς δεν προσέχει πως λείπουν πια από το πόστο τους. Ένας νεαρός στέκεται εκεί στην άκρη. Η αγωνία του είναι φανερή. Τριγύρω και άλλοι, σκιές ακροβολισμένες, ψυχές σε άτακτη υποχώρηση. Για ευκολία θα λέγονται σκιές, ένα, δύο και τα λοιπά. Μόνον ο νέος θα έχει ένα όνομα, ας πούμε Τζόζι. Τον φωνάζουν Τζόζι και ίσως μας φανερώσει παρακάτω τι περιμένει μες στην θολή νυχτιά. Λοιπόν, Τζόζι;)

 Τζόζι: (μονάχος του, οι άλλοι μένουν κρυμμένοι, μόνο υποψίες τους έχει, επειδή πηγαίνει κάθε νύχτα) Είναι ώρα. Πάντα, τέτοια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ»