Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: 117 τ.μ.

Εργάκι με θέμα του
τη μνήμη

ο σπίτι αδειανό, κάτι έπιπλα που ‘χουν μείνει φαντάζουν σκόρπιες χαρακιές πάνω στους καμβάδες. Κάτι κρυστάλλινα ποτήρια σε μια άκρη και η σκόνη επάνω στα πράγματα που έζησαν και αυτά μια κάποια ζωή. Μερικοί επισκέπτες κοιτάζουν το εσωτερικό, άλλος στο σαλόνι, άλλος στο μπάνιο, κάποιοι κάνουν σχέδια στην κρεβατοκάμαρα με το μπαλκονάκι το μικρό, σήμα κατατεθέν, ένα από τα πολλά δηλαδή, της Αθήνας που γερνάει. Ένας ρωτά κάτι για το έτος της ανακαίνισης, όλες οι ημερομηνίες πάει καιρός που τρεμοπαίζουν τώρα. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, γκρίζο σαν σε φωτογραφία πολυκαιρισμένη μπαίνει σιγανά από την είσοδο. Κανείς δεν τους προσέχει, στο χολ σταματούν και ακουμπάνε τα πράγματα. Ο μεσίτης πλησιάζει. Τους χαμογελάει και αραδιάζει τα τυπικά για το σπίτι.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: 117 τ.μ.»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ

Μια ιστορία με αγαλματίδια, βραβεύσεις και διαψεύσεις, μια ιστορία για τη φαντασία και τη μισθωτή την εργασία που δεν απελευθερώνει. Μια ανταπόκριση πικρή.

«Θα τιμωρηθεί παραδειγματικά», δήλωσε δίχως περιθώρια αντίλογου ο κύριος Διευθυντής. Έτσι τον φωνάζανε, μήτε Γιώργη ή κύριο Γιώργο, μα κύριο Διευθυντή. Και έτσι το μεσημέρι το διοικητικό συμβούλιο τον δέχθηκε και του ‘δωσε την ευκαιρία να εκφέρει τους ισχυρισμούς του, μια δικαιολογία βρε αδερφέ για το ατόπημα του. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπώσει στο αποθηκάκι των προμηθειών και είχε αποκοιμηθεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι ντρίπλες

 

Τρεις ιστορίες ποδοσφαιρικές

I. Είναι κανείς να εντυπωσιάζεται με την επιδεξιότητα των πληρωμάτων. Για πότε μαζεύουν το χαλί, για πότε τακτοποιούν τις κάμερες, τα καλώδια, τους ανταποκριτές, τις μπάλες και τους κώνους για να σταθεί σε όλο του το μεγαλείο το ποδοσφαιρικό γήπεδο. Να λάμψουν οι αστέρες, να διαπρέψουν οι γκολτζήδες, να ξεχωρίσει το αστέρι που έχει καταγωγή εξωτική και ντριπλάρει ως και τον εαυτό του. Το κοινό παραληρεί, τα φλας αστράφτουν, οι φωτογραφίες παίρνουν και δίνουν, χιλιάδες δημοσιεύσεις το δευτερόλεπτο, του τύπου «ήμουν και εγώ εκεί», «ευτυχισμένοι τώρα στο» και άλλα παρόμοια. Το κοινό διψάει για φάσεις αμφισβητούμενες, δοκάρια, τραυματισμούς, ευκαιρίες, μια ατέλειωτη γκάμα που υπερβαίνει την πεμπτουσία του γκολ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι ντρίπλες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ

με τα μέσα του φωτός

ύλινη προβλήτα χαμένη μες στην ομίχλη. Αχνοφαίνεται το φανάρι για τα πλοία που εισέρχονται και πιο φανερά στη σκηνή, ένας φανοστάτης με ιαμβικά τεχνάσματα και το αδύναμο φως του. Κάθε τόσο ακούγονται τα μεγάλα πλοία που κορνάρουν, θαρρείς και κανείς δεν προσέχει πως λείπουν πια από το πόστο τους. Ένας νεαρός στέκεται εκεί στην άκρη. Η αγωνία του είναι φανερή. Τριγύρω και άλλοι, σκιές ακροβολισμένες, ψυχές σε άτακτη υποχώρηση. Για ευκολία θα λέγονται σκιές, ένα, δύο και τα λοιπά. Μόνον ο νέος θα έχει ένα όνομα, ας πούμε Τζόζι. Τον φωνάζουν Τζόζι και ίσως μας φανερώσει παρακάτω τι περιμένει μες στην θολή νυχτιά. Λοιπόν, Τζόζι;)

 Τζόζι: (μονάχος του, οι άλλοι μένουν κρυμμένοι, μόνο υποψίες τους έχει, επειδή πηγαίνει κάθε νύχτα) Είναι ώρα. Πάντα, τέτοια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κασκαρόνες

Ανταπόκριση ή αφήγημα,
πάρτε το όπως θέλετε,
από μια θεατρική πρεμιέρα

Ήταν μια πρεμιέρα, όπως αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις. Το πλήθος συνέρρεε από νωρίς, κυρίες με κρινολίνα και κύριοι με λινά κοστούμια, λονδρέζικο κόψιμο και ψάθινοι παναμάδες που κάνανε τους κυρίους να μοιάζουν πανομοιότυποι. Και έτσι χάνονταν ορισμένοι δανδήδες που ήσαν οι καλύτεροι εραστές της πόλης και άξιζε να παρατηρήσει κανείς το φέρσιμό τους, συνοδοί κυριών όπως αυτοαποκαλούνταν, μα τίποτε περισσότερο από  μια πλάνη. Η δουλειά τους ήταν ο έρωτας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κασκαρόνες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άλμα

μικρό θεατρικό σε μια
μεγάλη σκληρή σκηνή

λαμπ Σόλιντορ. Παρίσι, Πορτ ντ’Ιταλί, συνοικία κακόφημη με αερογέφυρες και αυτοσχέδιες σόμπες με βαρέλια των καινούριων αθλίων. Το μαγαζί δεν δίνει σημάδια για την ύπαρξή του. Μονάχα μια επιγραφή με σβησμένα όλα τα γράμματα εκτός από το «ρ» της μυστηριώδους λέξεως Σόλιντορ. Οι μύστες ξέρουν και στη σκηνή μες στο μισοσκόταδο, με ένα φανάρι του δρόμου μόνο και την είσοδο εκείνου του μαγαζιού κάτι σκιές περνούν και χάνονται πίσω από τα σκηνικά, επαναλαμβανόμενα, έρχονται και φεύγουν όπως οι σκιές στις ζωές μας, ακριβώς έτσι. Αργά πέφτει σκοτάδι, τώρα ακούγονται μόνο τα βήματα και αχνοφέγγει το φανάρι του δρόμου, χαμηλωμένο και αυτό, κίτρινο, όλο ντροπή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άλμα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Στου Θωμά το μαγαζί

Χαιρετισμός στον Θωμά Γκόρπα

Έπεφτε μια ησυχία στο Μεσολόγγι, σκέτος θάνατος. Απρίλης ήταν, μέρες εξόδου, λίγα πράγματα θυμάμαι. Τα καφενεία ήταν άδεια και μόνον ένας δυο ξόδευαν τον καιρό τους στα τραπεζάκια του δρόμου. Πάνε διακόσια χρόνια τώρα που έφυγε και ο τελευταίος από τούτη εδώ την πόλη. Μέρες εξόδου, θυμάσαι, να λαλεί το πουλί, να παίρνει σπυρί και η μάνα να το ζηλεύει.

 Και είναι τα μεσημέρια, πένθιμα, ηρωικά και ασύδοτα έτσι όπως μαίνονται ώρες ολόκληρες υπό τη διαπασών του ήλιου. Ήθελα να ρωτήσω, να μάθω πού πήγαν όλοι μα έπνιγε τη φωνή μου εκείνη η ερημιά. Δεν είχα στη διάθεσή μου χάρτες και κατευθύνσεις, μόνο τον εαυτό μου, λυρικό αφάνταστα και αβαθή. Και εκείνη την ώρα ήταν που ανέβηκε στο στόμα μου μια πίκρα και είδα κάτι ξένους να με κοιτάζουν με τα κατακόκκινα μάτια των ζωντανών και των απεγνωσμένων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Στου Θωμά το μαγαζί»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο

Έργο βασισμένο στις θαυματουργές ιδιότητες γνωστού σκευάσματος
που μνημονεύει με στυλ τον Κανάρη, τον μπουρλοτιέρη, ντε.

νακριτικό γραφείο. Καθόλου μακριά από την πόλη καθώς ακούγονται κάθε τόσο καζανάκια, βλαστήμιες, ρεψίματα, γέλια και κλάματα. Το σκηνικό έχει ένα τραπέζι με το φωτιστικό του, έναν πίνακα φελλού με την κάρτα ενός κλειδαρά και κάτι σκισμένα γκοφρέ. Το όλο πράγμα αναδύει ερημιά και εγκατάλειψη μα ταιριάζει απολύτως στο ρόλο ενός ανακριτικού δωματίου, κάπου μες στην καρδιά της πόλης. Καθώς πού να τρέχουμε τώρα;

 Ο ένας καλοντυμένος, ο άλλος με τις πυτζάμες του, κακοχτενισμένος, δεμένος με τις χειροπέδες. Κρατούμενος με όλη τη σημασία της λέξης. Στο μπαλκόνι έρχεται και φεύγει ένας τρίτος που όλο μιλά στο τηλέφωνο και κάτι κανονίζει διαρκώς.)

Ανακριτής: Να το πάρουμε απ’ την αρχή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο»