Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ

Μια ιστορία με αγαλματίδια, βραβεύσεις και διαψεύσεις, μια ιστορία για τη φαντασία και τη μισθωτή την εργασία που δεν απελευθερώνει.

Μια ανταπόκριση πικρή

«Θα τιμωρηθεί παραδειγματικά», δήλωσε δίχως περιθώρια αντίλογου ο κύριος Διευθυντής. Έτσι τον φωνάζανε, μήτε Γιώργη ή κύριο Γιώργο, μα κύριο Διευθυντή. Και έτσι το μεσημέρι το διοικητικό συμβούλιο τον δέχθηκε και του ‘δωσε την ευκαιρία να εκφέρει τους ισχυρισμούς του, μια δικαιολογία βρε αδερφέ για το ατόπημα του. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπώσει στο αποθηκάκι των προμηθειών και είχε αποκοιμηθεί. Δεν τον αναζήτησε κανείς, μα όταν η κυρία Βέρα, υπεύθυνη προμηθειών, έσπευσε να πάρει ένα κουτί με στυλό διαρκείας – πάντα ο χρόνος –  , ρωτώντας στο κενό πού πάνε και χάνονται όλα αυτά τα στυλό, καινούρια και ωραία, με το μελάνι τους ολοζώντανο τον είδε και έβαλε τις φωνές, καθώς υπέθεσε πως ο νεαρός είχε πέσει θύμα κάποιας αιφνίδιας νόσου και τώρα έμενε η υποχρέωση του καθενός να ανακατευτεί με την υπόθεση του θανάτου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]

έκκρουσον στυγεράν εκ κραδίας οδύναν
Μελέαγρος

Έργο σε τρεις σκηνές

 τοιμόρροπο αρχοντικό στο κέντρο της πόλης. Δίπατο με σαθρές ξύλινες κολόνες, φαγωμένες από τον καιρό. Μια σκεπή μισογερμένη, με μπαλώματα εδώ και εκεί. Και ακριβώς πάνω από την είσοδο που υπακούει σε κάποιον αρχαιοελληνικό τάχα ρυθμό, με τη βαριά ξύλινη πόρτα και το εντυπωσιακό ρόπτρο με το μισάνοιχτο στόμα του γρύπα, η επιγραφή. «Το Μαντείο». Δίπλα από το οίκημα ξεχωρίζει ένα μικρό περιβόλι, με λίγες νεραντζιές και κάτι βρώμικες θημωνιές. Το σπίτι περιβάλλει μια μάντρα, με κακοκομμένους λίθους και το περίσσευμα της λάσπης στερεωμένο πια, ξεχασμένο από τον αδέξιο χτίστη, τον κακοπληρωμένο. Μια άλλη πόρτα πλάι σε εκείνη τη μεγάλη, την κλειστή στέκει μισάνοιχτη. Και πηγαινοέρχεται το βουβό πλήθος, μαυροφορεμένο, με τα γυαλιά για την αντηλιά φορεμένα. Και κάποιοι συνομιλούν, χαμηλόφωνα πάντα, σφίγγουν τα χέρια και αποχαιρετιούνται. Ένας που φεύγει σκοντάφτει σε ένα φαράσι, κάνει να πέσει μα κρατιέται. Και ύστερα, φωνάζει ένα μεγαλοπρεπέστατο «άει σιχτίρ». Στρίβει στη μάντρα, φτιάχνει το καπέλο του. Ένας από την αυλή φωνάζει. Το έργο αρχίζει.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος

Ανταπόκριση από μια εποχή που διστάζει να κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια. 

Επειδή την ψυχή της έχασε, λέει μες στο παιχνίδι.

Τον συνάντησα στο τάδε χιλιόμετρο της εθνικής οδού. Φοβόταν, μου ‘πε, να μην μας δουν. Επειδή του το’παν ξεκάθαρα πως την επόμενη φορά θα είναι ανυπολόγιστη η ζημιά. «Τέλειωσες Γιώργη, πάει, ξόφλησες». 

Έξω σαν πουλιά που ξενυχτάνε, οι οδηγοί των βαριών φορτηγών. Ανόβερο, Ρώμη, Άγιοι Σαράντα, Σόφια, Πρίντεζι, Ντόρτμουντ. Στέκουν ανάμεσα στους καπνούς των, προϊστορικοί καπνιστές, παράξενοι χρησμοδότες να ανασαίνουν παγωνιά. Του ‘κανε νόημα σαν τον είδε. Φορούσε ένα βαρύ παλτό, σαν τους ναυτικούς και ας μην την είχε συναντήσει ποτέ του τη θάλασσα. Μια τέτοια έστεκε πια για απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και τους ανθρώπους.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Turkish delight powder

Έργο με μια
ολομόναχη σκηνή

κύριος Γουντ πιάνει το κεφάλι του. Η κυρία τον συντρέχει μα δεν μπορεί να κάνει κάτι. Τα χαρτιά που κραδαίνει εκείνος είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Βρισκόμαστε στην Αμβέρσα του 1928 και απ’έξω ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς και του λιμανιού. Ο κύριος Γουντ σχεδόν έχει βάλει τα κλάματα ή βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που διάλεξε να παριστάνει τον επί γης Αρχάγγελο. Η κυρία Γουντ κρατά το χαρτί, βάζει το χέρι με έκπληξη εμπρός στο στόμα της, μοιάζει σοκαρισμένη. Ο κύριος Γουντ της αρπάζει το χαρτί από τα χέρια, σηκώνεται από τη θέση του και κλείνει τα παντζούρια, ανάβει το κερί και λέει στην κυρά να καθίσει.)

Κύριος Γουντ: Το σκέφτηκα γυναίκα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Τώρα θα το κάνουμε.

Κυρία Γουντ : Απάτη; (ξανά το στόμα στο χέρι ή τ’αντίθετο, όλα μπορεί να συμβούν, και τα κανονικά και τα μη) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Turkish delight powder»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Τζίνα, να μία σωστική φωτοβολίδα

Έργο με καταρρεύσεις
 και με συντριβές

κηνικό τραπεζαρίας με ένα σωρό εδέσματα, πιατέλες, καράφες παραγεμισμένες με κρασί. Οι καρέκλες βρίσκονται σε απόλυτη στοίχιση και έχουν πλεγμένα ξύλινα ρόδα στις πλάτες τους. Στην μια πλευρά του τραπεζιού βρίσκονται όλα τα κάδρα των προγόνων. Φέρουν στο ύψος των ματιών τους μια κατάμαυρη λωρίδα χρώμα, σαν κάποιος που ‘χει σφραγίσει το βλέμμα τους για πάντα. Στον άλλον τοίχο κεφαλές θηραμάτων βαλσαμωμένες, τίγρεις, αρσενικά λιοντάρια, βίσονες και θηρία ασυνήθιστα που μόνον κάποιος θαρραλέος θα μπορούσε να κυνηγήσει. Πάνω από το τραπέζι φέγγει ένας πολυέλαιος, ενώ στο ταβάνι μπορεί να δει κανείς ζωγραφισμένη σε κακή αντιγραφή μάλλον , δίχως προοπτική, την Ανάληψη της Μαρίας του Κορέτζιο. Μάλλον ετούτη η Μαρία δεν θα φτάσει πουθενά.)  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Τζίνα, να μία σωστική φωτοβολίδα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από μια παραμονή

ή
Οι άπληστοι πιανίστες δεν έχουν τέλος καλό

Το μαγαζί ήταν χωρισμένο στα δύο. Από τη μια πλευρά η παρέα του Γουίλ «Ντόλαρ» Χαρτ του Πρεσβύτερου. Και από την άλλη οι Γκιλέσπι, μεθυσμένοι ως τον λαιμό, όλοι τους με πελώρια κορμοστασιά, ικανοί να ξεκολλάνε από τις λάσπες ακόμη και ένα ασάλευτο βόδι. Ήταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς και δεν έλειπαν τα κεράσματα. Πότε από τον κουρέα στον υπεύθυνο του τηλέγραφου και από τον υπεύθυνο των ζωοτροφών προς τον ίδιο τον Γουίλ, αφού κάποτε τα δυο τους είχαν ξεπαστρέψει όλες τις τράπεζες στα δυτικά. Πέραν αυτών, όμως, ουδέν άλλο από το μέτωπο του μπαρ, «Σουηδέζα» που το έτρεχε μια αληθινή Σουηδέζα, απροσδιορίστου ηλικίας, φτιασιδωμένη με μια ολόκληρη παλέτα από χρώματα που δεν την έκαναν πιο όμορφη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από μια παραμονή»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ο ωραίος Άλεξ

εργάκι από το λαϊκό ρεπερτόριο
που χωρεί μια δυο αλήθειες

κηνικό γιορτινού τραπεζιού. Εδέσματα, πιατέλες και γύρω ευτυχισμένοι οι καλεσμένοι. Οι κυρίες χαμογελούν και δοκιμάζουν με τρόπο το κρασί. Και οι άνδρες καθισμένοι όπως στο φρέσκο του μοναστηριού του Μιλάνου με το κέντρο να κυριαρχείται από τον πιο όμορφο, τον πιο λαμπερό από όλους τους παρευρισκόμενους. Γύρω του η οικογένεια και εκείνος ευτυχισμένος, σαν Ερωτόκριτος έξω από το δράμα του. Σε κάποιο άλλο δωμάτιο με το οποίο έχουμε οπτική επαφή ως θεατές μια γυναίκα στέκει εμπρός από τα σκεύη της που αφήνουν βρυχηθμούς ατμού. Θεέ μου, με τι θηρία θα πρέπει κανείς να τα βάλει μες στην κουζίνα που δουλεύει ακατάπαυστα στο όνομα της γεύσης.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ο ωραίος Άλεξ»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Ματ δεν μένει πια εδώ

Ανταποκρίσεις, ιστορίες με λαμπιόνια

Η ανταπόκριση ήρθε χθες αργά. Ο Ματ που βρισκόταν στην εφημερίδα ως αργά ήταν ο πρώτος που διάβασε. Τηλεφώνησε αμέσως στον κύριο Τζέιμς, τον μεγαλομέτοχο – αν και κανείς δεν νοιάζεται εδώ πέρα αν είσαι μεγαλομέτοχος ή απλά μέτοχος ή καθόλου μέτοχος, σαν να λέμε αμέτοχος όπως παντού. Ελάτε, είναι σοβαρό. Εκείνος σκοτώθηκε με το παλιό σέλικα στρίβοντας επικίνδυνα με την Κάλας στη διαπασών. Και αν γραφόταν ιστορία εκείνη την ώρα, ρώτησε και απάντησε μονάχος του, θα μας βοηθήσει ο καλός Θεός, έτσι δεν είναι, για κάτι τέτοια δεν υπάρχεις;  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Ματ δεν μένει πια εδώ»