Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Σολωμός με μπογιά

Φορτώθηκαν όλα τα πράγματα και πήραν τη θέση τους στον σταθμό. Σε εκείνο το πρακτορείο όλα πέθαιναν. Οι άνθρωποι και τα πράγματα έφεραν ένα λεπτό στρώμα χρόνου και αλόγιστης φθοράς. Στους τοίχους υπήρχαν διαφημιστικές αφίσες για πράγματα που πια δεν πωλούνται. Ω, τι μελαγχολικό που είναι να βλέπεις κανείς όσα κάποτε σήμαιναν την ευτυχία μας. Πάρκαρε τις βαλίτσες του σε μια γωνιά και κοίταξε τριγύρω. Όλοι είχαν μια ανυπομονησία να φύγουν, όλοι ελέγχανε κάτι της τελευταίας στιγμής, το εισιτήριο, τα λιγοστά τους χρήματα, στις τσέπες τους είχαν φυλάξει διάφορα. Μα όλοι, όλοι τους είχαν μες στις φόδρες τους μια πρέζα χώμα, δίχως να το πουν στους άλλους, από φόβο μήπως κατηγορηθούν για την ελαφρότητα της καρδιάς τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Σολωμός με μπογιά»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι βλαβερές συνέπειες της βιβλιοφαγίας

Πάθηση χωρίς προηγούμενο

Πείτε μας για τα γεγονότα.

 Α, ναι, βέβαια, τα γεγονότα. Συμβαίνουν πάντα, κανείς μας δεν τα υποψιάζεται ενώ αυτά ευθύς αποκτούν μια μεγάλη βεβαιότητα, πάει να πει δεν αμφισβητούνται. Τα υπόλοιπα παραμένουν μια παλιά, καλή ιστορία. Η μνήμη αναλαμβάνει τη δουλειά, καμιά φορά αναπολούμε, σχεδόν νοσταλγούμε αυτές τις αναμνήσεις, μα στ’αλήθεια κύριε, παλεύουμε με τον χρόνο. Είμαστε ένα κομμάτι ομίχλη, κύριε, αυτό ακριβώς. 

Ναι, μα οι αναγνώστες μας θα θέλουν να διαβάσουν όσα συνέβησαν.

Ας είναι, εγώ ότι ήθελα να πω το είπα. Αντίο σας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι βλαβερές συνέπειες της βιβλιοφαγίας»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στο περίπτερο ξέρουν

Έργο των καιρών
που έκπτωτοι
κηρύχθηκαν

κηνικό λιτού μα περικλεούς μεγάρου, κάπου στα πέριξ της πόλεως, κανείς δεν θυμάται πια ακριβείς διευθύνσεις και τα ρέστα. Στην είσοδο χαγιάτι ανήλιαγο και ο φύλακας, ένας γέρος με περιβολή στρατιωτική ενός άλλου καιρού. Κοιμάται και ονειρεύεται πως ήταν λέει η Βάρκιζα ψέμα. Το προαύλιο διαθέτει ακριβά, τι ακριβά δηλαδή πανάκριβα τροχοφόρα και ένα δυο δεντράκια, έτσι για την πόζα και τον ίσκιο όταν καταφτάνουν οι άνθρωποι του τύπου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στο περίπτερο ξέρουν»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ

Μια ιστορία σαν όλες τις άλλες.
Με έρωτες αδέξιους με φιλίες προδομένες,
με ένα περιγιάλι στο φόντο

…[Στο θολωμένο μου μυαλό
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ’ τα παλιά και
κάποιο πάθος μου τρελό…]
Άκης Πάνου

Θα’ρθώ να σε πάρω. Αυτό της είπε και ήταν ο τρόπος του, σίγουρος, τελειωτικός. Τ’άλλο πρωί φόρτωσε στο λεωφορείο τα πράγματα και έφυγε. Φίλησε τον πλάτανο και δεν κοίταξε πίσω του. Πώς να τ’άντεχε να ‘ βλεπε την Κρινιώ να κλαίει και να πονεί, την Κρινιώ του που την αγάπησε ως τα βάθη, που την κράτησε μες στην καρδιά του, όπως κάνουν με τα εικονίσματα και με τα πράγματα της ειδικής της αξίας.

Έπειτα το πλοίο, μήνες ολόκληρους, μια πολιτεία απάνω στο νερό, για πού τραβά, τι να’βρει ψάχνει; Άμα πιάσανε στο Περθ ρίχτηκε στη δουλειά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση

εργάκι με το χαρακτηριστικό της υπερβολής
και της μεγέθυνσης σε ορισμένα σκηνικά μέσα,
σε ρούχα και φερσίματα

οπικό θέατρο μικρής πόλεως. Σε λίγο αρχίζουν οι θερινές διακοπές, τα παιδιά εκτελούν ασκήσεις, γράφουν ποιήματα, λένε τραγουδάκια, ανόητα μα όσα διαθέτουν ξεχωριστές φωνές, χειροκροτούνται από τους μεταλλωρύχους που νιώθουν κάπως άνθρωποι και αυτοί. Η αίθουσα διαθέτει ξύλινη επένδυση, η σκηνή στέκει υπερυψωμένη, μερικά παιδιά κάνουν κάποιες ασκήσεις, υποκλίνονται και παίρνουν το βραβείο τους ή μια ευχή για το καλοκαίρι αν δεν τα κατάφεραν τελικά. Τα παιδιά τρέχουν στην αγκαλιά των γονιών τους, στις πρώτες σειρές κάθονται τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Ο έμπορος, ο δήμαρχος, ο ιατρός, ο αστυνόμος και ο κομματάρχης. Τελευταίος στη σειρά βγαίνει ο Μάριο, ένα παιδί δεκαέξι χρονών. Από κάτω ψίθυροι, μα στην γαλαρία ένα καρβουνιασμένο πρόσωπο λάμπει από ευτυχία. Είναι η μητέρα του Μάριο, κανείς άλλος δεν ζει. Κλαίει και κάθε τόσο πασαλείβει το πρόσωπό της με τον άνθρακα, της ζωής τον μόνο και πιο πιστό σύντροφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη

Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία

Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης

Σκηνή από ένα έργο

Mπαρόκ σκηνικό παλιάς πόλεως με περίτεχνες προσόψεις. Έμποροι, μικροϋπάλληλοι, εργάτες του δήμου, πωλητές αφεψημάτων, διαφημιστές ιατρικών σκευασμάτων με κάποιον ταλαίπωρο για μοντέλο να συμμετέχει στην επιχείρηση, με αντάλλαγμα λίγο ρούμι ή ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν μπορεί να τα’χει όλα. Στο βάθος της σκηνής τα τραπεζάκια της πλατείας, ένα δυο γεμάτα. Στο κεντρικό οι ηθοποιοί ντυμένοι με καλοκαιρινή πουκαμίσα, ακίνητοι, σαν παρατημένες μαριονέτες. Ένας νέος εισβάλλει στη σκηνή,τα ρούχα του σκισμένα, στους τρόπους και το φέρσιμό του μια τρομερή αβεβαιότητα. Δεν ξέρει πού πηγαίνει, πλησιάζει εκείνους τους δυο.

Νέος: Ξέρετε, ξέρετε (κομπιάζει) που βρίσκεται η συνοικία που λέει το χαρτί; Είμαι φοιτητής και σε αυτό το κομμάτι της πόλης δεν έχω ξαναβρεθεί.

Άνδρας Α, Τζόζεφ: Καλημέρα νεαρέ. Φοιτητής, είπατε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne

Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, του Ντελακρουά

μια ιστορία αλληγορική

Mπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε. Ήταν ένα βρώμικο ποτοπωλείο από εκείνα που διανυκτερεύουν, πουλώντας φτηνό ουίσκι. Επειδή ακριβώς μένει ανοιχτό ως αργά, μαζεύει λογής ανθρώπους, μέθυσους, μοναχικούς, παραμυθάδες, φονιάδες, σωματέμπορους, δούλους και κόκκινα κορίτσια, αποτυχημένους εμπόρους. Καθένας πίνει μονάχος του και πάνω από τα κεφάλια τους αιωρείται ένα λεπτό στρώμα καπνού, έτσι που να μπορούσε κανείς να υποθέσει πως μες στο κακόφημο μαγαζί έχει πέσει μια ομίχλη, που είναι αδύνατο να διαλυθεί.

Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ, είπε εκείνη. Έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της που κολλούσαν στο μέτωπό της. Και έπειτα, έχοντας βρει κάτι παραπάνω από την χαμένη της αυτοκυριαρχία επανέλαβε αποφασιστικά. Ένα ποτήρι κρασί, αυτό μόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne»