Ο Γκρέκο, η Ιερά Εξέταση και ο ναζισμός

Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής Νίνιο ντε Γκεβάρα όπως τον ζωγράφισε ο Γκρέκο

Τετρακόσια χρόνια μετά τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου η νουβέλα του Στεφάν Αντρες που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά τον αναδεικνύει σε συμβολική φυσιογνωμία αντίστασης σε κάθε απολυταρχία

Της Λαμπρινής Κουζέλης από την ιστοσελίδα της Athens Review of Books

Στέφαν Αντρες
Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή
Mετάφραση Χ. Ε. Μαραβέλιας.
Εκδόσεις The Athens Review of Books, 2013,
σελ. 78, τιμή 9 ευρώ

«Ξέρετε, είναι μάταιο να σκοτώνουμε τους ιεροεξεταστές.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποτυπώσουμε την όψη αυτών των ατιμαστών του Χριστού». Πίσω από το καβαλέτο του ο Ντομένικος Θεοντοκόπουλος παρατηρεί το πρόσωπο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή Νίνιο ντε Γκεβάρα προτού σύρει τις πρώτες γραμμές στην προσωπογραφία που του παραγγέλθηκε. Ο φοβερός καρδινάλιος, υπεύθυνος για εκατοντάδες θανάτους «αιρετικών», διαβάζει σιωπηλός. Είναι ντυμένος τα βιολετί μάλλινα ράσα της Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Στο στυφό κροκοκίτρινο πρόσωπό του δύο ουρανί μάτια κινούνται πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά με σκούρο σκελετό. Στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης ακούγονται πατημασιές αλόγου. Καθώς ο ήλιος πέφτει, η μακριά πομπή των δομινικανών μοναχών, των μετανοημένων και των πελιδνών αιρετικών, η τρομερή πομπή της Ιεράς Εξέτασης ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Εικαστικά ατμοσφαιρική, ευθέως στοχαστική και εμμέσως πολιτική, η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον μεγάλο ιεροεξεταστή (The Athens Review of Books, 2013) του γερμανού συγγραφέα Στέφαν Αντρες (1906-1970) αναπαριστά τις συνθήκες δημιουργίας του πορτρέτου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Γράφτηκε με πυρετώδεις ρυθμούς το 1935, εμπνευσμένη από την εικόνα του πίνακα – ο οποίος εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης – σε κάποιο θρησκευτικό περιοδικό και πρωτοκυκλοφόρησε το 1936.
Ο φόβος του Θεού και ο φόβος της πυράς, η εξουσία της Εκκλησίας και η εξουσία του βασιλιά, θρησκευτική ευσέβεια και ιερός τρόμος, βία, αρρώστια και τρέλα, μεγαλείο και αθλιότητα, ελευθερία και καταπίεση συγκατοικούν στην ερεθιστική για την τέχνη περίοδο της Ισπανίας του Φιλίππου Β’(1527-1598) και της Ιεράς Εξέτασης. Στην εποχή αυτή ανατρέχει ο Σίλερ στο δράμα Δον Κάρλος (1787), το οποίο γονιμοποίησε τη φαντασία του Ντοστογέφσκι με κατάληξη την περίφημη παραβολή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή περί ελευθερίας και υποταγής στους Αδελφούς Καραμαζόφ (1880).
Γιος μυλωνά, με σπουδές Θεολογίας, Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής, ο Αντρες χρησιμοποιεί την ίδια εποχή ως πρόσφορο ιστορικό σκηνικό σε μια πολιτική αλληγορία περί φόβου, αντίστασης και ευθύνης του καλλιτέχνη απέναντι στην αναδυόμενη εξουσία του ναζισμού.
Παντρεμένος με εβραία και δίχως πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας για την οικογένειά του, ο Αντρες βιοποριζόταν δύσκολα στη Γερμανία του Χίτλερ. Αδυνατώντας πλέον να εργαστεί σε εφημερίδες, στο θέατρο και στη Ραδιοφωνία της Κολονίας, το 1937 εγκαταλείπει με την οικογένειά του τη Γερμανία και καταφεύγει στο Ποζιτάνο της φασιστικής Ιταλίας. Στη Γερμανία θα επιστρέψει το 1949 για να ξαναφύγει – διαφωνώντας με την πολιτική του καγκελαρίου Αντενάουερ – το 1961 για την Ιταλία, όπου θα ζήσει ως τον θάνατό του.
Σε τούτο το σύντομο αφήγημα ο Αντρες φαντάζεται τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο Γκρέκο ζωγράφισε την προσωπογραφία του Νίνιο ντε Γκεβάρα: την επίσκεψη του βοηθού του καρδιναλίου στο εργαστήρι του φημισμένου ζωγράφου στο Τολέδο, την προσταγή να παρουσιαστεί ενώπιον της Πανιερότητάς του, την ανησυχία του ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, το ταξίδι στη Σεβίλλη, τη συνάντηση με τον πανίσχυρο εκκλησιαστικό άνδρα. Δίπλα στον καλλιτέχνη βρίσκουμε τον γιατρό Καζάλα, έμπιστο φίλο και επικίνδυνη γνωριμία, αδελφό του θεολόγου Καζάλα που κάηκε στην πυρά. Οι συζητήσεις τους γίνονται το πεδίο όπου ο Αντρες φιλοσοφεί για το τρομακτικό μεγαλείο του Θεού, για το Καλό και το Κακό, για την αναζήτηση της αλήθειας, για το πώς ο καθένας διαλέγει τη θέση που του αναλογεί στον κόσμο.
«Πιστεύει η Ιερά Εξέταση ότι μαζί με το σώμα μπορούν να καούν και οι φωνές; Η Αγία Εκκλησία έκανε σπόρο το αίμα των μαρτύρων» παρατηρεί ο γιατρός Καζάλα ενώ θεραπεύει τον ασθενή καρδινάλιο, για να λάβει την αλαζονική απάντηση ότι η εξουσία της Εκκλησίας έχει το μονοπώλιο στην αλήθεια. Απέναντί του ο καλλιτέχνης Γκρέκο, φύση ευεπίφορη στην παρατήρηση και στην αφαίρεση, διατυπώνει νόμους με τη μορφή αφορισμών: «Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο σε μέρη, αυτός είναι η αρχή της σοφίας».Ομολογεί πως «ο φόβος μου είναι εκείνος που ζωγραφίζει». Οι πίνακές του «κόβουν τον κόσμο στη μέση» και αποκαλύπτουν το εσωτερικό του. Αυτή είναι η αποστολή της τέχνης και ο Γκρέκο απεικονίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή όπως τον συγκράτησαν τα μάτια του μέσα από τον πυρήνα του φόβου: με φλογερά μεταξωτά κόκκινα άμφια σε σκούρο φόντο, σαν τη «ματωμένη φωτιά της Εκκλησίας» μέσα στη νύχτα.
Στοχασμός και εξπρεσιονιστικές περιγραφές
Ο γερμανός συγγραφέας διατηρεί τη δομή της παραδοσιακής κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφικής αφήγησης και την κεντά με περιγραφές εξαιρετικής εικαστικής δύναμης, βασισμένος σε πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Σοφά επιλεγμένη, η εικονοποιία του συντελεί στη δημιουργία συσχετισμών ανάμεσα στην εποχή του Γκρέκο και στη δική του. Οι παραμορφωμένες φιγούρες και οι δραματικές φωτοσκιάσεις του ζωγράφου από την Κρήτη -το συγκλονιστικό Τολέδο πάνω στο βουνό απειλητικά φωτεινό σε μια φαντασμαγορική στιγμή στην καταιγίδα – εκφράζουν ένταση συναισθήματος συγγενούς υφής με την τέχνη του γερμανικού εξπρεσιονισμού της εποχής του Αντρες.
Ο γλαφυρός ιστορικός διάκοσμος της νουβέλας φαίνεται ότι ξεγέλασε τη ναζιστική λογοκρισία. Tο κείμενο κυκλοφόρησε ευρέως στα χρόνια του και παραμένει το γνωστότερο από τα γραπτά του Αντρες. Στα ελληνικά η μετάφραση του Χ. Ε. Μαραβέλια επιχειρεί επιμελώς να αναπαραστήσει το γλωσσικό περιβάλλον της αφηγούμενης εποχής και θυμίζει σε σημεία την πλούσια γλώσσα του Ερωτόκριτου. Οσο για τον πρωταγωνιστή της αφήγησης, ακριβώς 400 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), φορτωμένος και με το βάρος της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας, φτάνει σε καιρούς πονηρούς ως σύμβολο αντίστασης του καλλιτέχνη απέναντι στην αυθαιρεσία και στη βία του μίσους.

Χαβιέρ Θέρκας, Ο ένοικος

Εκδόσεις Πατάκη
Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη

Την ίδια μέρα που γνωρίζει τον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, νέο του γείτονα και συνάδελφο, ο Μάριο Ρότα, καθηγητής φωνολογίας ενός πανεπιστημίου των μεσοδυτικών ΗΠΑ, παθαίνει διάστρεμμα. Τα δύο αυτά ξαφνικά συμβάντα σηματοδοτούν την έναρξη μιας περιόδου κακοτυχίας και αναστάτωσης στη μονότονη ζωή του, κυρίως όμως πυροδοτούν έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη γεμάτο απειλές, οιωνούς και σημάδια, κατά τον οποίο ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συντροφέψει τον Ρότα μέχρι το εκπληκτικό τέλος της περιπέτειάς του.
Πρόκειται για το θέμα ενός μυθιστορήματος το οποίο κατάφερε να τραβήξει την προσοχή αναγνωστών όπως ο Φρανθίσκο Ρίκο, ο οποίος σε μια συνέντευξή του για την εφημερίδα El Pais το συμπεριέλαβε στα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ή ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο οποίος το χαρακτήρισε «ένα μυθιστόρημα καταπληκτικό, από ένα συγγραφέα με ασυνήθιστο ταλέντο».

Κριτική παρουσίαση της Τέσυ Μπάιλα στο Culture Now:

Ο καθηγητής Μάριο Ρότα ζει μια ζωή ήρεμη, χωρίς εκπλήξεις, βουτηγμένη στη ρουτίνα και στη συνήθεια. Μια μέρα όμως θα είναι αρκετή για να ανατραπεί η ζωή του. Το διάστρεμμα που θα πάθει τρέχοντας θα είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια θα αναγκαστεί να δώσει το γραφείο του στον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, το νέο του γείτονα που από τη στιγμή που μπαίνει στη ζωή του όλα αλλάζουν δραματικά.

Όλοι έλκονται από τον άνθρωπο αυτόν, οι συνάδελφοί του ακόμη και η κοπέλα του δείχνουν να είναι γοητευμένοι μαζί του. Αυτό όμως που θα κάνει τον Ρότα να αρχίσει κυριολεκτικά να κλονίζεται είναι όταν θα αντικρίσει το σπίτι του ανθρώπου αυτού και θα δει ότι πρόκειται για ένα αντίγραφο του δικού του σπιτιού. Τα αντικείμενα. Οι πίνακες, τα έπιπλα όλα είναι πιστά αντίγραφα των δικών του και ο Ρότα αρχίζει να πιστεύει ότι ζει έναν εφιάλτη, ότι η πνευματική του ισορροπία έχει κλονιστεί και ότι όλα γύρω του έχουν πάρει μια ανεξέλεγκτη τροπή.

Διαβάστε τη συνέχεια >>>>>

Δημήτρης Φύσσας, Μια «Τριλογία» για το έτος Καμί (2013)

«Ο επαναστατημένος άνθρωπος», «Γράμματα σ΄ένα φίλο Γερμανό», «Το καλοκαίρι» 
(όλα από τις εκδόσεις Πατάκη)
Του Δημήτρη Φύσσα

Αν ήμουνα υποχρεωμένος να διαλέξω μόνο τρία πεζά που να μπορώ να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω στη υπόλοιπη ζωή μου, αυτά είναι το «Κατς -22» του Τζόζεφ Χέλερ, ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ και «Η πανούκλα» του Αλμπέρ Καμί. Διόλου τυχαία, στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, τον «Αναγνώστη του Σαββατοκύριακου», το πρώτο βιβλίο του οποίου αναφέρεται απόσπασμα (μάλιστα: δυο αποσπάσματά του) είναι ακριβώς «Η πανούκλα». Και συνολικά τη λογοτεχνία του Καμί, τόσο τα πεζά όσο και τα θεατρικά, εννοείται ότι τα έχω διαβάσει και εκτιμήσει δεόντως.

Από την άλλη, λόγω δηλωμένης απώθησής μου για τα βιβλία της Φιλοσοφίας, δεν είχα αγγίξει μέχρι τώρα τα φιλοσοφικά έργα του μεγάλου Γάλλου. Μέχρι που αποφάσισα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin, λαμπρή δουλειά) που ξανάβγαλαν φέτος, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Καμί, οι εκδόσεις Πατάκη (δέκατη έκδοση).
Δεν έχω ποτέ μου ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο. Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι σκέτα φιλοσοφικό. Είναι ταυτόχρονα: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (και ειδικά στο μαρξισμό, το μηδενισμό, το παράλογο της ύπαρξης και την ελευθερία), Εισαγωγή στη Λογοτεχνία, Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη (μια ειδικά στον αντι-ολοκληρωτισμό), Εισαγωγή στην Ιστορία (και ειδικά στην Ιστορία των Επαναστάσεων), Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία, Εισαγωγή στη Μυθολογία και Εισαγωγή στην Αισθητική, ενώ «πιάνει» και πολλές άλλες πλευρές. Η δε «Εργοβιογραφία» που επιτάσσεται βοηθάει πολύ- άσε που η ίδια η ζωή του Καμί (1913 – 1960) είναι σα μυθιστόρημα: φτωχόπαιδο από την Αλγερία, αντιστασιακός στη κατοχή, κορυφαίος δημοσιογράφος, ο σημαντικότερος συγγραφέας της Γαλλίας στα 40 του, νομπελίστας στα 44 του, σκοτωμένος σε αυτοκινητικό δυστύχημα στα 47 του.
Επιπλέον, το βιβλίο είναι και συναρπαστικά γραμμένο, καθόλου βαρετό, με συνεχή παραδείγματα απ΄ όλους τους παραπάνω (και άλλους) τομείς, με αξιοσημείωτες αποφθεγματικές διατυπώσεις, με συχνές αναφορές στην επικαιρότητα- και, πάντως, στον αληθινό υλικό κόσμο, όχι στις μπούρδες των απόλυτων a priori φιλοσοφικών ιδεών. Μου πήρε ένα μήνα να το τελειώσω και σίγουρα θα επανέρχομαι ξανά και ξανά. Στο μικρόκοσμό μου όχι ως δημοσιογράφου ή συγγραφέα, μα ως αναγνώστη, ήταν το μη λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς.
Μαζί με τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο», επίσης:
· «Γράμματα σ΄ ένα φίλο Γερμανό» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin). Τέσσερα γράμματα, από το Ιούλιο του ΄43 μέχρι τον Ιούλιο του ΄44, που βγήκαν λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα «Γράμματα» έχουν ξανακυκλοφορήσει στα ελληνικά με ορθότερο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τίτλο: «Γράμματα σ΄ένα Γερμανό φίλο». Το βιβλίο είναι καρπός πολεμικής στράτευσης, ταυτόχρονα όμως προάγγελος ανθρωπιστικού ευρωπαϊσμού
· «Το καλοκαίρι» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου – Ρομπλέν. Εδώ το δεύτερο επώνυμο των μεταφραστριών στα ελληνικά). Φιλοσοφίζοντα κείμενα γραμμένα από το 1939-1953, σε δέκατη έκδοση, με ζωντανά θέματα: πολύ Οράν (η γενέτειρά του στην Αλγερία) και γενικά πολλή Μεσόγειος, πολλή Αρχαία Ελλάδα, ξανά το παράλογο και, μπόνους στο τέλος, το λογοτεχνικότατο «Η θάλασσα μες στα χέρια μας» με υπότιτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος». Η ίδια «Εργοβιογραφία» επιτάσσεται και σ΄ αυτό το βιβλίο
©Δημήτρης Φύσσας και Athens Voice
d.fyssas@gmail.com

Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας

Εκδόσεις Πατάκη

Η ιστορία μου αρχίζει από το τέλος – το δικό της και το δικό μου. Έτσι ξεκινά το Βιβλίο της Κατερίνας, μιας γυναίκας που πάλεψε μια ζωή με την ψυχική αρρώστια, και που, αν νικήθηκε, έζησε και μεγαλούργησε ταπεινά χάρη στην αγάπη. Μια οικογενειακή σάγκα γεμάτη ζοφερά μυστικά και θανάσιμες ενοχές, ένα βιβλίο μυστηρίου γύρω από έναν αδιανόητο φόνο και τα δυο του θύματα, και μια κατάδυση σε μια ψυχή που συγκλονίζει με το φως και το σκοτάδι της.
Μας λέει η Κατερίνα:
Αυτό το βιβλίο δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός απ’ αυτούς που θα το διαβάσουν.
Αυτό το βιβλίο, θα πουν, είναι γεμάτο ψέματα. κακοήθειες, ανακρίβειες, παραχάραξη της οικογενειακής μας ιστορίας από ένα μυαλό χολωμένο κι άρρωστο, που γυρεύει εκδίκηση
για τον θάνατο που μόνο του επέλεξε. Ωστόσο εμένα αυτή είναι η αλήθεια μου, κι από κει και πέρα, ο καθείς ας διαλέξει τη λήθη που του ταιριάζει, που τον ανακουφίζει. έτσι είναι αν έτσι νομίζουνε.
Αυτό το βιβλίο με διαλύει.
Αυτό το βιβλίο έχει σκοπό να με διαλύσει, να με κάνει κομμάτια. Μέσα στα κομμάτια μου είμαι. Κι όποιος την ακούσει δεν θα την ξεχάσει ποτέ.

Κριτικές (επιλογή)
Δήμητρα Ρουμπούλα, Η οδυνηρή διαδρομή προς το οριστικό τέλος, «Έθνος», 16.11.2013

Η οδυνηρή διαδρομή προς το οριστικό τέλος
Ο Πέτρος Χατζόπουλος βρήκε τη μητέρα του νεκρή στις 27 Δεκεμβρίου 2002, βουτηγμένη σε έναν ωκεανό από χάπια για να τον απαλλάξει «απ΄ το ισόβιο καθήκον της νοσηλείας μιας μάνας που θα γίνεται ολοένα και πιο ερείπιο».

Εντεκα χρόνια μετά, στα 34 του και με 17 ακόμη βιβλία στο ενεργητικό του, ο Αύγουστος Κορτώ, όπως τον γνωρίζουμε με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, δίνει φωνή στη μάνα του και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για την οδυνηρή διαδρομή της ζωής της προς το οριστικό τέλος. Για την παθολογική αγάπη με την οποία τον περιέβαλε. Για τον πόνο και το ψυχικά τραύματα που προκάλεσε στα αγαπημένα της πρόσωπα, κυρίως στον γιο της.
«Με λένε Κατερίνα και πέθανα ακολουθώντας έναν δρόμο σκοτεινό, μοναχικό (…) Πέθανα τρομοκρατημένη κι έρημη, πνιγμένη απ’ το φαρμάκι μου. Μα δεν αξίζω τον οίκτο σας, όχι. Πέθανα απ΄ το δικό μου χέρι. Οπως πρέπει να πεθαίνουν οι φονιάδες», διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες αυτού του σπαρακτικού βιβλίου. Με το οποίο ο Χατζόπουλος / Κορτώ κλείνει ανοιχτούς λογαριασμούς. Βέβαια και σε προγενέστερα βιβλία του κάνει σαφείς νύξεις στη μάνα που τον πλήγωνε.

Περισσότερα στο Εθνος http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22809&subid=2&pubid=63919848

*

Μικέλα Χαρτουλάρη, Οι ουλές και το στοίχημα, «Εφημερίδα των Συντακτών», 1.11.2013

Ο Αύγουστος Κορτώ δεν είναι μόνος του. Είναι μεγάλη η οικογένεια των συγγραφέων που κουβαλάνε ουλές από την παιδική τους ηλικία, και κάποια στιγμή αισθάνονται την ανάγκη να αναμετρηθούν μ’ αυτές.

Ο Πέτρος Χατζόπουλος μεγάλωσε με μια μητέρα μανιοκαταθλιπτική, σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη προσπαθούσε να πολεμήσει την αρρώστια. Τελικά, νίκησε η αρρώστια. Ο Πέτρος βρήκε τη μητέρα του νεκρή από τα 400 χάπια που είχε καταπιεί για να τον απαλλάξει «από τη δυστυχία μιας μοναχικής ζωής χαμένης για να γεμίσει την έρημο μιας άλλης». Ηταν 23 χρονών και είχε ήδη γίνει ο συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ με τρία σκληρά μυθιστορήματα Σαντικής πνοής στο ενεργητικό του (Το βιβλίο των βίτσιων, Ραμπαστέν, Τετράγωνο, εκδ. Εξάντας). Τώρα είναι 34 χρονών με 19 τίτλους στο ενεργητικό του, η θεματολογία του έχει διευρυνθεί και μόλις κυκλοφόρησε το Βιβλίο της Κατερίνας (Πατάκης): ένα σπαρακτικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, όπου ο Πέτρος/Αύγουστος μιλάει με τη φωνή της μάνας του σε πρώτο πρόσωπο. Ο Κορτώ ανασυσταίνει την τραυματική πορεία της από τη ζωή προς τον θάνατο και ξανά προς τη ζωή − αυτή τη φορά τη δική του. Και ξαναβάζει με επιτυχία στο τραπέζι το μεγάλο ζήτημα της μετουσίωσης των οικογενειακών τραυμάτων σε λογοτεχνία. Το πώς δηλαδή η ιδιωτική περιπέτεια των συγγραφέων και ειδικά οι ανοιχτοί λογαριασμοί τους με την οικογένειά τους επηρεάζουν τη διαμόρφωσή τους, βγαίνουν από τον μικρόκοσμό τους και μετασχηματίζονται σε έργα που ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο κοινό.

Περισσότερα http://www.efsyn.gr/?p=141501

Μισέλ Φάις, Aegypius monachus

Εκδόσεις Πατάκη

«Αρκετά όμως μακρηγορήσαμε. Δεν υπάρχει καμιά ιστορία να πούμε, καμιά ιστορία να ακούσουμε. Κάποτε η καρδιά φεύγει από τη θέση της. Εκσφενδονίζεται στα σκοτάδια του νου. Ανάμεσα στα φρύδια λαγοκοιμάται, ανάμεσα στα σκέλια έχει τον ακάθιστο. Τότε η μόνη ιστορία που μπορείς να πεις, που θέλεις να ακούσεις, είναι η ιστορία που λέει ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ακούει ο όπου φύγει φύγει. Φράσεις με την ψυχή στο στόμα, λέξεις που σπρώχνονται, λες και η μία θέλει να κρυφτεί πίσω από την άλλη, σιωπές που σε ξεκουφαίνουν. Γι΄αυτό η ιστορία που λέει ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ακούει ο όπου φύγει φύγει δεν έχει ραχοκοκαλιά, γάτα λιωμένη στο δρόμο, δεν σε βγάζει πουθενά, γύρος του θανάτου χωρίς θάνατο».
Ο μαυρόγυπας (επιστημονική ονομασία aegypius monachus) είναι ένα είδος γύπα προς εξαφάνιση που ζει στο δάσος της Δαδιάς του Έβρου. Επιβλητικός, μονογαμικός, τρέφεται με πτώματα. Κατ’ αναλογία και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής αυτής της νουβέλας είναι μια φωνή προς εξαφάνιση που τρέφεται με νεκρές ή αποσυντιθέμενες ιστορίες, ιστορίες που ανακεφαλαιώνουν με κωμική απόγνωση πανωλεθρίες της μνήμης και της ζωής.
Σ’ αυτό το πυρετώδες κείμενο ο Μισέλ Φάις παρωδεί θεματικές εμμονές του και ξεθεμελιώνει αφηγηματικές τεχνικές του με απώτερο στόχο να σπρώξει τη γραφή του στα όρια της. Κατά βάθος μηχανεύεται τρόπους για να απομαγεύσει τον ριζικό του δαίμονα: την αυτοβιογραφία.
Ένα κομβικό έργο στη λογοτεχνική διαδρομή του συγγραφέα που ξανατυπώνεται αναθεωρημένο, δώδεκα χρόνια από την πρώτη έκδοσή του, εμπλουτισμένο με τις σημαντικότερες κριτικές που το πλαισίωσαν αλλά και με φωτογραφίες από τη σκηνική μεταφορά του (2003 και 2010).
Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα.
Μισέλ Φάις: «Οι ψηφοφόροι του Μιχαλολιάκου δεν έπεσαν από τον ουρανό», «Athens Voice», τχ. 461, 5.12.2013
Ο Μισέλ Φάις, ένας από τους καλύτερους πεζογράφους της γενιάς μου, ξανάβγαλε το βιβλίο του «Aigypious monachus» (εκδ. Πατάκη) μαζί με επιλογή κριτικών δημοσιευμάτων από την εποχή της πρώτης έκδοσης και φωτογραφιών από το θεατρικό ανέβασμά του. Με την αφορμή αυτή, μου έδωσε για την A.V. τη συνέντευξη που ακολουθεί…
Ενώ υπάρχει η δική σας επισήμανση «νουβέλα», το βιβλίο αντιμετωπίστηκε σαν «αυτοβιογραφία»…Το 2001 βγήκε με τον προσδιορισμό (από μένα) αφήγημα – εξού και στο επίμετρο της κριτικογραφίας μιλάνε όλοι για αφήγημα ή αυτοβιογραφικό κείμενο. Σήμερα το ξανατύπωσα ως νουβέλα. Έκρινα ότι έχει τον εσωτερικό όγκο (πολυφωνία, συγκρούσεις και ανατροπές) που προσιδιάζουν σε μια νουβέλα.
Σκέφτομαι πόσο διαφέρει το βιβλίο σας από τις συνήθεις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις κι ακόμα περισσότερο, φυσικά, από τις καθαυτό αυτοβιογραφίες. Πόσο καλύτερο το κάνει το ασύνηθες γράψιμό του. Ένα αφηγηματικό παιχνίδι ανάμεσα στο «κλέβοντας τον εαυτό μου ως ξένο» και «φιλοξενώντας τον ξένο ως εαυτό». Μ’ αυτή τη σιρμαγιά προσέρχομαι στη λευκή σελίδα (όπως λέμε μαύρο πηγάδι). Αυτό είναι το βλέμμα μου. Δεν ξέρω αν είναι ασύνηθες ή όχι. Από την απέναντι μεριά –ασύνηθες για μένα, τους χαρακτήρες μου και τους πεζογραφικούς μου κώδικες– βρίσκονται ο ηθογραφικός χυλός, ο εξεγερσιακός λυρισμός, η αιώνια εφηβεία ως πρόσληψη του κόσμου που κατακλύζει τη βιβλιαγορά και λογίζεται ως σύγχρονη πεζογραφία στις μέρες μας. Αυτή η τυρρανία της «ρέουσας πλοκής», η «συνομιλία» με την επικαιρότητα, η τυφλή εμπιστοσύνη σ’ έναν ασφυκτικό τοπικισμό ή σ’ ένα συνοικιακό καημό. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν κόπτομαι για κανέναν τουριστικό κοσμοπολιτισμό ούτε μάχομαι το ρίζωμα. Τουναντίον. Αρκεί βέβαια οι ρίζες σου να αρδεύονται από μεγάλες αφηγηματικές περιοχές ή παραδόσεις (δυο εύγλωττα παραδείγματα: Βιζυηνός, Κάφκα).
Το Σοά/Ολοκαύτωμα είναι έντονα παρόν στο βιβλίο σας, συμβάλλοντας (με πικρό τρόπο φυσικά) στη γοητεία του. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι το φαινόμενο αυτό δεν έχει πάρει στην ελληνική λογοτεχνία θέση ανάλογη με τη λογοτεχνία άλλων γλωσσών (ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις μαρτυρίες). Συναφώς, θα ήθελα να ρωτήσω αν έχετε υποστεί επιθέσεις για την εβραϊκότητά σας. Κι ακόμα, τώρα που κάπως κινείται θετικά το θέμα της Χρυσής Αυγής, συμμερίζεστε τη γνώμη ότι δεν έχει προβληθεί/στηλιτευτεί ο αντισημιτισμός αυτής της οργάνωσης; Είμαι ένας αποσυνάγωγος Εβραίος, ένας σπινοζικός, ένας μαράνο. Η εβραϊκή κληρονομιά μ’ ενδιαφέρει ως πνευματικό χνάρι και ουμανιστικό περιεχόμενο μιας διασποράς. Στην Ελλάδα είμαστε και ρατσιστές και αντισημίτες, όπως και σε πολλές άλλες χώρες επίσης, μόνο που εκεί –επειδή δεν νιώθουν περιούσιοι και καθαροί– έχουν θεσπίσει κανόνες (που εφαρμόζονται) συμβίωσης.
Ο νεοναζισμός είναι το απόλυτο κακό. Ευτυχώς τα περισσότερα κόμματα του συνταγματικού τόξου συνεννοήθηκαν σε κάποια βασικά. Τι κάνουμε όμως με τους ψηφοφόρους του Μιχαλιολάκου; Δεν έχουν πέσει από τον ουρανό. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, δεν είναι αποβράσματα. Κανένα κόμμα δεν δικαιούται να βγάζει την ουρά του έξω για το τι οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους στην τυφλότητα, στη μισαλλοδοξία, στην ξενοφοβία. Γι’ αυτό με τρομάζουν κλιμακώσεις και συμπεριφορές εξόντωσης του άλλου (μόνο και μόνο επειδή διαφωνεί μαζί μας) που συναντάμε σε όλο το εκλογικό σώμα, στην κοινωνία μέσα από ξαναζεσταμένα εμφυλιοπολεμικά προτάγματα αλλά και εσχατολογικές συνδηλώσεις όλων των αποχρώσεων. Με δυο λόγια: η δεξαμενή που αρδεύει τη Χ.Α., αυτό το πηγάδι του ερέβους, απαιτεί κοινή προσπάθεια για να σφραγιστεί, ώστε να πάψει να «ξεδιψάει» κόσμο και κοσμάκη με «αντιμνημονιακή» και «αντισυστημική» ρητορεία του μίσους.
Επανεκδίδετε συστηματικά τα παλιότερα βιβλία σας αναθεωρημένα ή τώρα αυτό με επίμετρο. Θέλετε να πείτε δυο λόγια για το κίνητρό σας; Να υποθέσω ότι σειρά παίρνει τώρα «Το μέλι και η στάχτη του Θεού»; Επανεκδίδω τα βιβλία που είχαν εκδοθεί παλαιότερα από τον Καστανιώτη («Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» και «Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες»). Κάποια απο αυτά ήταν εξαντλημένα από χρόνια, όπως και η παρούσα νουβέλα. Στο «Aegypius monachus» σκέφτηκα να ενσωματώσω και την «αύρα» του στο πέρασμα του χρόνου. Εξού και μέρος της κριτικογραφίας και φωτογραφίες από τη σκηνική του μεταμόρφωση. Όταν έχουν περάσει δώδεκα, δεκαπέντε χρόνια από την πρώτη έκδοση ενός βιβλίου αβίαστα κάνεις κάποιο φρεσκάρισμα – χωρίς όμως να χαλάς τα ζύγια ή να ακυρώνεις το πλαίσιο γραφής του.

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/461/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AD%CE%BB-%CF%86%CE%AC%CE%B9%CF%82

Δημήτρης Χαντζόπουλος, Στο Τούνελ, σκίτσα 2010-2013

Εκδόσεις Άγρα
Οι πολιτικές γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου, δημοσιευμένες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ από το 2010 έως το 2013.
Είναι ένας αμείλικτος – και χωρίς κανένα καθωσπρεπισμό – σχολιασμός της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής της κρίσης, με το εξαίρετο και πολυσύνθετο σκίτσο ενός από τους σπουδαιότερους γελοιογράφους της Ελλάδας.
Ομιλία του Α. Πετρουλάκη από την παρουσίαση του βιβλίου(10/12/13, Βιβ/λείο IANOS)
Η γελοιογραφία είναι το πιο ανυπεράσπιστο είδος της δημοσιογραφίας. Γεννιέται εξ αρχής απογαλακτισμένη από τον δημιουργό της και υποχρεωτικά ενήλικη, προορισμένη να διαχειριστεί μόνη την τύχη της, με ό,τι εφόδια ήδη της έχουν δοθεί. Ο γελοιογράφος ποτέ δεν μπορεί να επανέλθει για να τη στηρίξει όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει κάθε άλλος στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορεί να πει «εννοούσα αυτό», «δεν είχα αυτήν την πρόθεση», «παρερμηνεύτηκε» κ.λπ.- πολύ περισσότερο δεν μπορεί να πει «είναι αστείο, δεν το βλέπεις;». Για αυτό οι δημιουργοί προσπαθούν να τη θωρακίσουν με όσο περισσότερη σαφήνεια επιτρέπει η σχολή και η αισθητική του καθενός, έτσι που η ιδέα να είναι εύληπτη κατά το δυνατόν, χωρίς περιττές συγχύσεις και αινίγματα, εκτός αν είναι στις προθέσεις τους.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα της γελοιογραφίας είναι να κερδίσει την πρώτη ανάγνωση, που συχνά είναι και η τελευταία, και να προλάβει στον λίγο χρόνο της να εξασφαλίσει την πιρουέτα του μυαλού του αναγνώστη, δηλαδή την έκπληξη, το γέλιο, το σάστισμα, το ξέφωτο στη σκέψη του. Σαν πρωινός αγώνας ταχύτητας της ματιάς, ένα είδος χάρτινου κεραυνοβόλου έρωτα που μισεί τις παρανοήσεις. Εκείνη τη στιγμή είναι που θέλει ο γελοιογράφος να παγιδεύσει, μετά ο χρόνος έρχεται με το μέρος του γιατί ο αναγνώστης πια καθηλώθηκε και τώρα είναι εκείνος που δεν θέλει να του ξεφύγει καμιά από τις λεπτομέρειες που συχνά απογειώνουν την καλή ιδέα.
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος ενδιαφέρεται για αυτό λιγότερο, ίσως και από όλους τους συναδέλφους του. Είναι ο πιο φιλελεύθερος γονιός των σκίτσων του, τα εμπιστεύεται να φύγουν από κοντά του και να περιπλανηθούν χωρίς καμιά περιττή αποσκευή, με ελάχιστες επενδύσεις και επεξηγήσεις, γεννημένα εξ αρχής για δύσκολους προορισμούς, για δύσβατα μονοπάτια σκέψης, δηλαδή για απαιτητικούς αναγνώστες. Πολλές φορές το σκίτσο του Χαντζόπουλου δεν απευθύνεται μόνο στον ευφυή και πληροφορημένο για την επικαιρότητα αναγνώστη αλλά και στον μορφωμένο, που γνωρίζει λογοτεχνία, θέατρο, σινεμά, εικαστική τέχνη, μουσική. Δεν συμβαίνει πάντα, δεν είναι εστέτ δημιουργός, αλλά δίνει την εντύπωση ότι κάποιες φορές δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια εμπνευσμένη αναγωγή που θα κάνει και κάποιους από τους φίλους της δουλειάς του να αναρωτηθούν τι λείπει από το δικό τους παζλ. Δεν είστε μόνο εσείς απαιτητικοί αναγνώστες, τους λέει, είμαι και εγώ απαιτητικός γελοιογράφος. Τις φορές εκείνες δεν ενδιαφέρεται για την κεραυνοβόλο πρώτη ματιά, θέλει να γλεντήσει το φλερτ.
Η γελοιογραφία ξεκινά το πρωινό της ταξίδι με προορισμό να σερφάρει σαν ιστιοσανίδα στο κύμα, στον αφρό της μέρας. Η επικαιρότητα είναι η ευχή και η κατάρα της. Όμως ο υπόγειος εαυτός του δημιουργού τη θέλει και τρικάταρτο που δεν θα βουλιάξει το βράδυ, θα μείνει στην επιφάνεια, θα απομακρυνθεί στα ανοιχτά και θα αρμενίσει στο πέλαγος του χρόνου. Εκεί η δουλειά μας συγγενεύει με την Τέχνη. Αυτός ο υπόγειος εαυτός του Δημήτρη Χαντζόπουλου φαίνεται να τον βασανίζει περισσότερο από άλλους. Κυρίως στη δεύτερη περίοδό του.
Γιατί, για να κάνουμε εδώ μια παρένθεση, ο Χαντζόπουλος κατέχει μία μοναδικότητα στη ελληνική γελοιογραφία. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του διανύουν μια λίγο πολύ ευθύγραμμη διαδρομή εξέλιξης και ωρίμανσης της δουλειάς τους, την οποία εμπλούτισαν βέβαια με νέα στοιχεία στην πορεία, που ενίσχυαν όμως την ταυτότητα και την αναγνωρισιμότητα του καθενός τους, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος έχει δύο εποχές. Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε στην κορυφή της ελληνικής γελοιογραφίας, και εκεί ο Δημήτρης τον εγκατέλειψε. Ήταν ένας κύκλος πιο χειροποίητος σχεδιαστικά, το πλάνο του ήταν πιο κοντινό και χωρίς φόντο, εστίαζε στα πρόσωπα και στην ακινησία τον σωμάτων, που τα κάρφωνε γερά στο έδαφος με υπερμεγέθη πέλματα σαν να μαγνήτιζαν τη στιγμή. Δηλαδή την επικαιρότητα.
Αν δεν διατηρούσε την ίδια χειρόγραφη γραμματοσειρά, την πιο φροντισμένη στο ελληνικό σκίτσο, ο βιαστικός αναγνώστης θα δυσκολευόταν να ταυτίσει την παλιά του δουλειά με τον Χαντζόπουλο της δεύτερης εποχής. Το πλάνο του μεγάλωσε και γέμισε, κάνει πολύ μεγαλύτερη χρήση συμβόλων και σκηνικών, τα σώματα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν, έγιναν σκιές και απέκτησαν υπαινικτική κίνηση, σκιές με εκπληκτική σχεδιαστική ακρίβεια έγιναν και τα αντικείμενα, χρησιμοποιεί τώρα πολύ περισσότερο το κομπιούτερ και χρώμα. Στυλιστικά μπήκε στη νέα εποχή πρώτος από τη γενιά του.
Νομίζω είναι αυτός ο υπόγειος γελοιογραφικός εαυτός του Χαντζόπουλου που σας έλεγα, που αφού απέδειξε τι μπορεί να κάνει στην πρώτη του περίοδο, τώρα θέλει να αναμετρηθεί με τον χρόνο. Θέλει να κάνει γελοιογραφία που αντέχει, που είναι κατά το δυνατόν απελευθερωμένη από τα δεσμά της επικαιρότητας. Τα πρόσωπα υποθέτεις ποια είναι, αυτός δεν σε βοηθά, τα διατηρεί στη σκιά γιατί στη νέα του περίοδο σατιρίζει περισσότερο αποπροσωποποιημένες συμπεριφορές ανθρωποτύπων και λιγότερο τον Σαμαρά και τον Τσίπρα. Οι διάλογοι τώρα είναι πιο απλωμένοι, με μικρότερη πυκνότητα από πριν και μεγαλύτερους εσωτερικούς χρόνους, λιγότερο γελοιογραφικοί, έτσι που να μπορούσαν να σταθούν και εκτός σκίτσου. Για αυτό τους έχει απελευθερώσει από τη φούσκα- όσο ασαφής έχει γίνει τώρα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών άλλο τόσο η σειρά που μιλούν. Το καθημερινό του εγχείρημα τώρα γίνεται νομίζω δυσκολότερο, κάποιες φορές περπατά σε τεντωμένο σκοινί, τις περισσότερες το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερο πλούτο και πυκνότητα από πριν. Και συχνότερα τώρα κερδίζει τη μάχη του χρόνου και κάνει γελοιογραφίες που θα μπορούσαν να γίνουν πίνακες ποπ αρτ.
Το βιβλίο του δεν είναι ούτε σκίτσα σαν χίλιες λέξεις, ούτε το καυστικό πενάκι και η διεισδυτική ματιά του γελοιογράφου, ούτε κανένα άλλο από τα παρόμοια γενικόλογα κλισέ που τα ακούμε εμείς οι γελοιογράφοι και σκεφτόμαστε «δεν κατάλαβες τίποτα». Γιατί γελοιογράφος δεν είναι ιδιότητα, είναι υπογραφή.
Το βιβλίο είναι Χαντζόπουλος. Δηλαδή ένας παράλληλος κόσμος που αντανακλά τον πραγματικό με τρόπο που κανείς άλλος δεν θα το κάνει. Τα σκίτσα που το απαρτίζουν θα μπορούσε να είναι και άλλα- ο Δημήτρης σε αυτό το διάστημα έκανε πέντε φορές τόσα. Ο ερανισμός είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή για τον κάθε γελοιογράφο. Διαλέγεις σκίτσα που έχουν ήδη φύγει από σένα και τώρα τα ξαναβλέπεις μετά την περιπλάνησή τους. Είναι ένας πειρασμός να περιλάβεις στο λεύκωμα περισσότερο αυτά που αγάπησαν άλλοι από αυτά που αγάπησες εσύ. Νομίζω ο Δημήτρης το έκανε αλλά είναι και αναπόφευκτο- δεν τα φτιάχνουμε για τον εαυτό μας. Επίσης νομίζω ότι επεκράτησε στη μάχη της επιλογής η δεύτερη περίοδός του, μια που στο διάστημα της τριετίας είναι που πραγματοποιήθηκε η στροφή του. Και αυτό ήταν αναμενόμενο αφού ένα βιβλίο θέλει να νικήσει τον χρόνο περισσότερο από ένα τετράστηλο.
Κοινό στις δύο περιόδους είναι το βιτριολικό, ενήλικο, σουρεαλιστικό χιούμορ του, λιγότερο αθώο και υπαινικτικό από άλλων συναδέλφων του. Γιατί έχει και αυτό το χαρακτηριστικό- δεν λειτουργεί σε περιβάλλον αθωότητας όπως συχνά κάνει η σάτιρα για να υπνωτίσει τον αποδέκτη της και να τον αιφνιδιάσει απροετοίμαστο. Ο Χαντζόπουλος είναι πιο σκληρός, είναι πιο ροκ, με εξ αρχής απαραίτητη τη γονική συναίνεση. Αλλά κανενός άλλου. Ούτε των τρεχόντων ρευμάτων και πλειοψηφιών, ούτε της λεγόμενης κοινής γνώμης, ούτε πολιτικών, ούτε εχθρών ούτε φίλων. Χωρίς άλλες απαραίτητες συναινέσεις περιφρουρεί τη δημιουργική του μοναχικότητά στο πιο μοναχικό, μετά του φαροφύλακα, επάγγελμα που υπάρχει.
*Πρόκειται για την παρουσίαση που έκανα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χαντζόπουλου «Στο Τούνελ».
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πάτρα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινούμενα σχέδια στο Emily Carr University of Art +Design στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται ως σκιτσογράφος στην εφημερίδα Τα Νέα.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: Αι Αγαπώσαι (1991), Άχ, και να ‘ξερες τι μου θύμισες(1991) και Εις Άγραν Ρεθύμνου (1999)

Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων

Εκδόσεις ΠόλιςΙστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που «τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα», εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα…

Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον «Επιτάφιο για ένα σκύλο» του Μπάιρον. δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων -σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου- παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.
Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και «καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή».


Έγραψαν για το βιβλίο:
Οι σκύλοι δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν και η απουσία ακριβώς αυτής της επίγνωσης αποτελεί το κλειδί για την είσοδό τους στο βασίλειο της αθανασίας. Το μοτίβο αυτό επανέρχεται ποικιλοτρόπως, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα, στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή που αποτελείται από 69 πολύ σύντομα (τρισέλιδα ή τετρασέλιδα) κείμενα στα οποία οι σκύλοι έχουν την τιμητική τους.

Σκύλοι όπως τους έχουμε ακούσει ή διαβάσει σε μύθους και παραμύθια, σκύλοι που παρά την ανωνυμία τους κατέκτησαν μια περίοπτη θέση στη λογοτεχνία (ας θυμηθούμε τον Τσέχοφ), σκύλοι που πρωταγωνίστησαν σε πίνακες, αφήνοντας για πάντα αποτυπωμένη τη στάση τους στο βλέμμα του θεατή, σκύλοι που απαθανατίστηκαν σε πολιτικές φωτογραφίες (ένα παράξενο φόντο σε μια γρήγορα λησμονημένη δημόσια σκηνή), σκύλοι που έγιναν σήμα φωνογραφικών εταιρειών (ποιος να ξεχάσει τη His Master’s Voice;), αλλά και σκύλοι που έδωσαν τη μορφή τους σε γλυπτά τα οποία για να δούμε αρκεί η τυχαία περιήγηση σ’ ένα αστικό πάρκο.

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου συνέχεια στο Βήμα

*

«[…]στα 69 μικρά αφηγήματα του τόμου παρακολουθούμε μια περιπτωσιολογία σαν και τον σκύλο που βλέπουμε δεμένο στον τροχό ενός κάρου στη Βιριδιάνα. «Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το Τείχος του Βερολίνου; Απάντηση: σε αντίθεση με τους Βερολινέζους που λίγο πολύ το ξέχασαν, οι σκύλοι βάδιζαν με βεβαιότητα σε μιαν αθέατη ευθεία, σαν να αναγνώριζαν ή να νοσταλγούσαν κάτι…». Από κείμενο σε κείμενο ο αναγνώστης –πέρα από τον αισθητισμό– συμφιλιώνεται με ένα σκυλίσιο σύμπαν που μοιάζει, θα έλεγε κανείς, με κείνο του ανθρώπου. Γράφει ο Μαυρουδής: «Ήταν δυνατόν ο σκύλος, την ώρα που πλησίαζε ένα σκουπιδοτενεκέ, να ζούσε κάτι ανάλογο με την ονειροπόληση ενός άνδρα που μυρίζει στον γυναικείο λαιμό ένα γαλλικό άρωμα; Ο άνθρωπος ανοίγει την εφημερίδα να πληροφορηθεί. Ο σκύλος μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς, για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού». Προφανώς ο Μαυρουδής δεν έχει καμιά αγάπη για τα αγριόσκυλα που μπορούν να ξεσκίσουν έναν άνθρωπο. Το αίσθημά του περιγράφει τον σκύλο που δεν μιλάει αλλά έχει τρόπο να υποβάλει κάποια συμπάθεια, αν όχι κατιτίς ανώτερο. […]

Κωστής Παπαγιώργης, συνέχεια: Lifo 19.12.2013

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Αρχείο 21/12/2013

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους»