Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας

Εκδόσεις Πατάκη

Η ιστορία μου αρχίζει από το τέλος – το δικό της και το δικό μου. Έτσι ξεκινά το Βιβλίο της Κατερίνας, μιας γυναίκας που πάλεψε μια ζωή με την ψυχική αρρώστια, και που, αν νικήθηκε, έζησε και μεγαλούργησε ταπεινά χάρη στην αγάπη. Μια οικογενειακή σάγκα γεμάτη ζοφερά μυστικά και θανάσιμες ενοχές, ένα βιβλίο μυστηρίου γύρω από έναν αδιανόητο φόνο και τα δυο του θύματα, και μια κατάδυση σε μια ψυχή που συγκλονίζει με το φως και το σκοτάδι της.
Μας λέει η Κατερίνα:
Αυτό το βιβλίο δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός απ’ αυτούς που θα το διαβάσουν.
Αυτό το βιβλίο, θα πουν, είναι γεμάτο ψέματα. κακοήθειες, ανακρίβειες, παραχάραξη της οικογενειακής μας ιστορίας από ένα μυαλό χολωμένο κι άρρωστο, που γυρεύει εκδίκηση
για τον θάνατο που μόνο του επέλεξε. Ωστόσο εμένα αυτή είναι η αλήθεια μου, κι από κει και πέρα, ο καθείς ας διαλέξει τη λήθη που του ταιριάζει, που τον ανακουφίζει. έτσι είναι αν έτσι νομίζουνε.
Αυτό το βιβλίο με διαλύει.
Αυτό το βιβλίο έχει σκοπό να με διαλύσει, να με κάνει κομμάτια. Μέσα στα κομμάτια μου είμαι. Κι όποιος την ακούσει δεν θα την ξεχάσει ποτέ.

Κριτικές (επιλογή)
Δήμητρα Ρουμπούλα, Η οδυνηρή διαδρομή προς το οριστικό τέλος, «Έθνος», 16.11.2013

Η οδυνηρή διαδρομή προς το οριστικό τέλος
Ο Πέτρος Χατζόπουλος βρήκε τη μητέρα του νεκρή στις 27 Δεκεμβρίου 2002, βουτηγμένη σε έναν ωκεανό από χάπια για να τον απαλλάξει «απ΄ το ισόβιο καθήκον της νοσηλείας μιας μάνας που θα γίνεται ολοένα και πιο ερείπιο».

Εντεκα χρόνια μετά, στα 34 του και με 17 ακόμη βιβλία στο ενεργητικό του, ο Αύγουστος Κορτώ, όπως τον γνωρίζουμε με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, δίνει φωνή στη μάνα του και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για την οδυνηρή διαδρομή της ζωής της προς το οριστικό τέλος. Για την παθολογική αγάπη με την οποία τον περιέβαλε. Για τον πόνο και το ψυχικά τραύματα που προκάλεσε στα αγαπημένα της πρόσωπα, κυρίως στον γιο της.
«Με λένε Κατερίνα και πέθανα ακολουθώντας έναν δρόμο σκοτεινό, μοναχικό (…) Πέθανα τρομοκρατημένη κι έρημη, πνιγμένη απ’ το φαρμάκι μου. Μα δεν αξίζω τον οίκτο σας, όχι. Πέθανα απ΄ το δικό μου χέρι. Οπως πρέπει να πεθαίνουν οι φονιάδες», διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες αυτού του σπαρακτικού βιβλίου. Με το οποίο ο Χατζόπουλος / Κορτώ κλείνει ανοιχτούς λογαριασμούς. Βέβαια και σε προγενέστερα βιβλία του κάνει σαφείς νύξεις στη μάνα που τον πλήγωνε.

Περισσότερα στο Εθνος http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22809&subid=2&pubid=63919848

*

Μικέλα Χαρτουλάρη, Οι ουλές και το στοίχημα, «Εφημερίδα των Συντακτών», 1.11.2013

Ο Αύγουστος Κορτώ δεν είναι μόνος του. Είναι μεγάλη η οικογένεια των συγγραφέων που κουβαλάνε ουλές από την παιδική τους ηλικία, και κάποια στιγμή αισθάνονται την ανάγκη να αναμετρηθούν μ’ αυτές.

Ο Πέτρος Χατζόπουλος μεγάλωσε με μια μητέρα μανιοκαταθλιπτική, σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη προσπαθούσε να πολεμήσει την αρρώστια. Τελικά, νίκησε η αρρώστια. Ο Πέτρος βρήκε τη μητέρα του νεκρή από τα 400 χάπια που είχε καταπιεί για να τον απαλλάξει «από τη δυστυχία μιας μοναχικής ζωής χαμένης για να γεμίσει την έρημο μιας άλλης». Ηταν 23 χρονών και είχε ήδη γίνει ο συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ με τρία σκληρά μυθιστορήματα Σαντικής πνοής στο ενεργητικό του (Το βιβλίο των βίτσιων, Ραμπαστέν, Τετράγωνο, εκδ. Εξάντας). Τώρα είναι 34 χρονών με 19 τίτλους στο ενεργητικό του, η θεματολογία του έχει διευρυνθεί και μόλις κυκλοφόρησε το Βιβλίο της Κατερίνας (Πατάκης): ένα σπαρακτικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, όπου ο Πέτρος/Αύγουστος μιλάει με τη φωνή της μάνας του σε πρώτο πρόσωπο. Ο Κορτώ ανασυσταίνει την τραυματική πορεία της από τη ζωή προς τον θάνατο και ξανά προς τη ζωή − αυτή τη φορά τη δική του. Και ξαναβάζει με επιτυχία στο τραπέζι το μεγάλο ζήτημα της μετουσίωσης των οικογενειακών τραυμάτων σε λογοτεχνία. Το πώς δηλαδή η ιδιωτική περιπέτεια των συγγραφέων και ειδικά οι ανοιχτοί λογαριασμοί τους με την οικογένειά τους επηρεάζουν τη διαμόρφωσή τους, βγαίνουν από τον μικρόκοσμό τους και μετασχηματίζονται σε έργα που ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο κοινό.

Περισσότερα http://www.efsyn.gr/?p=141501

Μισέλ Φάις, Aegypius monachus

Εκδόσεις Πατάκη

«Αρκετά όμως μακρηγορήσαμε. Δεν υπάρχει καμιά ιστορία να πούμε, καμιά ιστορία να ακούσουμε. Κάποτε η καρδιά φεύγει από τη θέση της. Εκσφενδονίζεται στα σκοτάδια του νου. Ανάμεσα στα φρύδια λαγοκοιμάται, ανάμεσα στα σκέλια έχει τον ακάθιστο. Τότε η μόνη ιστορία που μπορείς να πεις, που θέλεις να ακούσεις, είναι η ιστορία που λέει ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ακούει ο όπου φύγει φύγει. Φράσεις με την ψυχή στο στόμα, λέξεις που σπρώχνονται, λες και η μία θέλει να κρυφτεί πίσω από την άλλη, σιωπές που σε ξεκουφαίνουν. Γι΄αυτό η ιστορία που λέει ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ακούει ο όπου φύγει φύγει δεν έχει ραχοκοκαλιά, γάτα λιωμένη στο δρόμο, δεν σε βγάζει πουθενά, γύρος του θανάτου χωρίς θάνατο».
Ο μαυρόγυπας (επιστημονική ονομασία aegypius monachus) είναι ένα είδος γύπα προς εξαφάνιση που ζει στο δάσος της Δαδιάς του Έβρου. Επιβλητικός, μονογαμικός, τρέφεται με πτώματα. Κατ’ αναλογία και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής αυτής της νουβέλας είναι μια φωνή προς εξαφάνιση που τρέφεται με νεκρές ή αποσυντιθέμενες ιστορίες, ιστορίες που ανακεφαλαιώνουν με κωμική απόγνωση πανωλεθρίες της μνήμης και της ζωής.
Σ’ αυτό το πυρετώδες κείμενο ο Μισέλ Φάις παρωδεί θεματικές εμμονές του και ξεθεμελιώνει αφηγηματικές τεχνικές του με απώτερο στόχο να σπρώξει τη γραφή του στα όρια της. Κατά βάθος μηχανεύεται τρόπους για να απομαγεύσει τον ριζικό του δαίμονα: την αυτοβιογραφία.
Ένα κομβικό έργο στη λογοτεχνική διαδρομή του συγγραφέα που ξανατυπώνεται αναθεωρημένο, δώδεκα χρόνια από την πρώτη έκδοσή του, εμπλουτισμένο με τις σημαντικότερες κριτικές που το πλαισίωσαν αλλά και με φωτογραφίες από τη σκηνική μεταφορά του (2003 και 2010).
Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα.
Μισέλ Φάις: «Οι ψηφοφόροι του Μιχαλολιάκου δεν έπεσαν από τον ουρανό», «Athens Voice», τχ. 461, 5.12.2013
Ο Μισέλ Φάις, ένας από τους καλύτερους πεζογράφους της γενιάς μου, ξανάβγαλε το βιβλίο του «Aigypious monachus» (εκδ. Πατάκη) μαζί με επιλογή κριτικών δημοσιευμάτων από την εποχή της πρώτης έκδοσης και φωτογραφιών από το θεατρικό ανέβασμά του. Με την αφορμή αυτή, μου έδωσε για την A.V. τη συνέντευξη που ακολουθεί…
Ενώ υπάρχει η δική σας επισήμανση «νουβέλα», το βιβλίο αντιμετωπίστηκε σαν «αυτοβιογραφία»…Το 2001 βγήκε με τον προσδιορισμό (από μένα) αφήγημα – εξού και στο επίμετρο της κριτικογραφίας μιλάνε όλοι για αφήγημα ή αυτοβιογραφικό κείμενο. Σήμερα το ξανατύπωσα ως νουβέλα. Έκρινα ότι έχει τον εσωτερικό όγκο (πολυφωνία, συγκρούσεις και ανατροπές) που προσιδιάζουν σε μια νουβέλα.
Σκέφτομαι πόσο διαφέρει το βιβλίο σας από τις συνήθεις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις κι ακόμα περισσότερο, φυσικά, από τις καθαυτό αυτοβιογραφίες. Πόσο καλύτερο το κάνει το ασύνηθες γράψιμό του. Ένα αφηγηματικό παιχνίδι ανάμεσα στο «κλέβοντας τον εαυτό μου ως ξένο» και «φιλοξενώντας τον ξένο ως εαυτό». Μ’ αυτή τη σιρμαγιά προσέρχομαι στη λευκή σελίδα (όπως λέμε μαύρο πηγάδι). Αυτό είναι το βλέμμα μου. Δεν ξέρω αν είναι ασύνηθες ή όχι. Από την απέναντι μεριά –ασύνηθες για μένα, τους χαρακτήρες μου και τους πεζογραφικούς μου κώδικες– βρίσκονται ο ηθογραφικός χυλός, ο εξεγερσιακός λυρισμός, η αιώνια εφηβεία ως πρόσληψη του κόσμου που κατακλύζει τη βιβλιαγορά και λογίζεται ως σύγχρονη πεζογραφία στις μέρες μας. Αυτή η τυρρανία της «ρέουσας πλοκής», η «συνομιλία» με την επικαιρότητα, η τυφλή εμπιστοσύνη σ’ έναν ασφυκτικό τοπικισμό ή σ’ ένα συνοικιακό καημό. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν κόπτομαι για κανέναν τουριστικό κοσμοπολιτισμό ούτε μάχομαι το ρίζωμα. Τουναντίον. Αρκεί βέβαια οι ρίζες σου να αρδεύονται από μεγάλες αφηγηματικές περιοχές ή παραδόσεις (δυο εύγλωττα παραδείγματα: Βιζυηνός, Κάφκα).
Το Σοά/Ολοκαύτωμα είναι έντονα παρόν στο βιβλίο σας, συμβάλλοντας (με πικρό τρόπο φυσικά) στη γοητεία του. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι το φαινόμενο αυτό δεν έχει πάρει στην ελληνική λογοτεχνία θέση ανάλογη με τη λογοτεχνία άλλων γλωσσών (ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις μαρτυρίες). Συναφώς, θα ήθελα να ρωτήσω αν έχετε υποστεί επιθέσεις για την εβραϊκότητά σας. Κι ακόμα, τώρα που κάπως κινείται θετικά το θέμα της Χρυσής Αυγής, συμμερίζεστε τη γνώμη ότι δεν έχει προβληθεί/στηλιτευτεί ο αντισημιτισμός αυτής της οργάνωσης; Είμαι ένας αποσυνάγωγος Εβραίος, ένας σπινοζικός, ένας μαράνο. Η εβραϊκή κληρονομιά μ’ ενδιαφέρει ως πνευματικό χνάρι και ουμανιστικό περιεχόμενο μιας διασποράς. Στην Ελλάδα είμαστε και ρατσιστές και αντισημίτες, όπως και σε πολλές άλλες χώρες επίσης, μόνο που εκεί –επειδή δεν νιώθουν περιούσιοι και καθαροί– έχουν θεσπίσει κανόνες (που εφαρμόζονται) συμβίωσης.
Ο νεοναζισμός είναι το απόλυτο κακό. Ευτυχώς τα περισσότερα κόμματα του συνταγματικού τόξου συνεννοήθηκαν σε κάποια βασικά. Τι κάνουμε όμως με τους ψηφοφόρους του Μιχαλιολάκου; Δεν έχουν πέσει από τον ουρανό. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, δεν είναι αποβράσματα. Κανένα κόμμα δεν δικαιούται να βγάζει την ουρά του έξω για το τι οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους στην τυφλότητα, στη μισαλλοδοξία, στην ξενοφοβία. Γι’ αυτό με τρομάζουν κλιμακώσεις και συμπεριφορές εξόντωσης του άλλου (μόνο και μόνο επειδή διαφωνεί μαζί μας) που συναντάμε σε όλο το εκλογικό σώμα, στην κοινωνία μέσα από ξαναζεσταμένα εμφυλιοπολεμικά προτάγματα αλλά και εσχατολογικές συνδηλώσεις όλων των αποχρώσεων. Με δυο λόγια: η δεξαμενή που αρδεύει τη Χ.Α., αυτό το πηγάδι του ερέβους, απαιτεί κοινή προσπάθεια για να σφραγιστεί, ώστε να πάψει να «ξεδιψάει» κόσμο και κοσμάκη με «αντιμνημονιακή» και «αντισυστημική» ρητορεία του μίσους.
Επανεκδίδετε συστηματικά τα παλιότερα βιβλία σας αναθεωρημένα ή τώρα αυτό με επίμετρο. Θέλετε να πείτε δυο λόγια για το κίνητρό σας; Να υποθέσω ότι σειρά παίρνει τώρα «Το μέλι και η στάχτη του Θεού»; Επανεκδίδω τα βιβλία που είχαν εκδοθεί παλαιότερα από τον Καστανιώτη («Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» και «Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες»). Κάποια απο αυτά ήταν εξαντλημένα από χρόνια, όπως και η παρούσα νουβέλα. Στο «Aegypius monachus» σκέφτηκα να ενσωματώσω και την «αύρα» του στο πέρασμα του χρόνου. Εξού και μέρος της κριτικογραφίας και φωτογραφίες από τη σκηνική του μεταμόρφωση. Όταν έχουν περάσει δώδεκα, δεκαπέντε χρόνια από την πρώτη έκδοση ενός βιβλίου αβίαστα κάνεις κάποιο φρεσκάρισμα – χωρίς όμως να χαλάς τα ζύγια ή να ακυρώνεις το πλαίσιο γραφής του.

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/461/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AD%CE%BB-%CF%86%CE%AC%CE%B9%CF%82

Δημήτρης Χαντζόπουλος, Στο Τούνελ, σκίτσα 2010-2013

Εκδόσεις Άγρα
Οι πολιτικές γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου, δημοσιευμένες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ από το 2010 έως το 2013.
Είναι ένας αμείλικτος – και χωρίς κανένα καθωσπρεπισμό – σχολιασμός της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής της κρίσης, με το εξαίρετο και πολυσύνθετο σκίτσο ενός από τους σπουδαιότερους γελοιογράφους της Ελλάδας.
Ομιλία του Α. Πετρουλάκη από την παρουσίαση του βιβλίου(10/12/13, Βιβ/λείο IANOS)
Η γελοιογραφία είναι το πιο ανυπεράσπιστο είδος της δημοσιογραφίας. Γεννιέται εξ αρχής απογαλακτισμένη από τον δημιουργό της και υποχρεωτικά ενήλικη, προορισμένη να διαχειριστεί μόνη την τύχη της, με ό,τι εφόδια ήδη της έχουν δοθεί. Ο γελοιογράφος ποτέ δεν μπορεί να επανέλθει για να τη στηρίξει όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει κάθε άλλος στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορεί να πει «εννοούσα αυτό», «δεν είχα αυτήν την πρόθεση», «παρερμηνεύτηκε» κ.λπ.- πολύ περισσότερο δεν μπορεί να πει «είναι αστείο, δεν το βλέπεις;». Για αυτό οι δημιουργοί προσπαθούν να τη θωρακίσουν με όσο περισσότερη σαφήνεια επιτρέπει η σχολή και η αισθητική του καθενός, έτσι που η ιδέα να είναι εύληπτη κατά το δυνατόν, χωρίς περιττές συγχύσεις και αινίγματα, εκτός αν είναι στις προθέσεις τους.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα της γελοιογραφίας είναι να κερδίσει την πρώτη ανάγνωση, που συχνά είναι και η τελευταία, και να προλάβει στον λίγο χρόνο της να εξασφαλίσει την πιρουέτα του μυαλού του αναγνώστη, δηλαδή την έκπληξη, το γέλιο, το σάστισμα, το ξέφωτο στη σκέψη του. Σαν πρωινός αγώνας ταχύτητας της ματιάς, ένα είδος χάρτινου κεραυνοβόλου έρωτα που μισεί τις παρανοήσεις. Εκείνη τη στιγμή είναι που θέλει ο γελοιογράφος να παγιδεύσει, μετά ο χρόνος έρχεται με το μέρος του γιατί ο αναγνώστης πια καθηλώθηκε και τώρα είναι εκείνος που δεν θέλει να του ξεφύγει καμιά από τις λεπτομέρειες που συχνά απογειώνουν την καλή ιδέα.
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος ενδιαφέρεται για αυτό λιγότερο, ίσως και από όλους τους συναδέλφους του. Είναι ο πιο φιλελεύθερος γονιός των σκίτσων του, τα εμπιστεύεται να φύγουν από κοντά του και να περιπλανηθούν χωρίς καμιά περιττή αποσκευή, με ελάχιστες επενδύσεις και επεξηγήσεις, γεννημένα εξ αρχής για δύσκολους προορισμούς, για δύσβατα μονοπάτια σκέψης, δηλαδή για απαιτητικούς αναγνώστες. Πολλές φορές το σκίτσο του Χαντζόπουλου δεν απευθύνεται μόνο στον ευφυή και πληροφορημένο για την επικαιρότητα αναγνώστη αλλά και στον μορφωμένο, που γνωρίζει λογοτεχνία, θέατρο, σινεμά, εικαστική τέχνη, μουσική. Δεν συμβαίνει πάντα, δεν είναι εστέτ δημιουργός, αλλά δίνει την εντύπωση ότι κάποιες φορές δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια εμπνευσμένη αναγωγή που θα κάνει και κάποιους από τους φίλους της δουλειάς του να αναρωτηθούν τι λείπει από το δικό τους παζλ. Δεν είστε μόνο εσείς απαιτητικοί αναγνώστες, τους λέει, είμαι και εγώ απαιτητικός γελοιογράφος. Τις φορές εκείνες δεν ενδιαφέρεται για την κεραυνοβόλο πρώτη ματιά, θέλει να γλεντήσει το φλερτ.
Η γελοιογραφία ξεκινά το πρωινό της ταξίδι με προορισμό να σερφάρει σαν ιστιοσανίδα στο κύμα, στον αφρό της μέρας. Η επικαιρότητα είναι η ευχή και η κατάρα της. Όμως ο υπόγειος εαυτός του δημιουργού τη θέλει και τρικάταρτο που δεν θα βουλιάξει το βράδυ, θα μείνει στην επιφάνεια, θα απομακρυνθεί στα ανοιχτά και θα αρμενίσει στο πέλαγος του χρόνου. Εκεί η δουλειά μας συγγενεύει με την Τέχνη. Αυτός ο υπόγειος εαυτός του Δημήτρη Χαντζόπουλου φαίνεται να τον βασανίζει περισσότερο από άλλους. Κυρίως στη δεύτερη περίοδό του.
Γιατί, για να κάνουμε εδώ μια παρένθεση, ο Χαντζόπουλος κατέχει μία μοναδικότητα στη ελληνική γελοιογραφία. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του διανύουν μια λίγο πολύ ευθύγραμμη διαδρομή εξέλιξης και ωρίμανσης της δουλειάς τους, την οποία εμπλούτισαν βέβαια με νέα στοιχεία στην πορεία, που ενίσχυαν όμως την ταυτότητα και την αναγνωρισιμότητα του καθενός τους, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος έχει δύο εποχές. Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε στην κορυφή της ελληνικής γελοιογραφίας, και εκεί ο Δημήτρης τον εγκατέλειψε. Ήταν ένας κύκλος πιο χειροποίητος σχεδιαστικά, το πλάνο του ήταν πιο κοντινό και χωρίς φόντο, εστίαζε στα πρόσωπα και στην ακινησία τον σωμάτων, που τα κάρφωνε γερά στο έδαφος με υπερμεγέθη πέλματα σαν να μαγνήτιζαν τη στιγμή. Δηλαδή την επικαιρότητα.
Αν δεν διατηρούσε την ίδια χειρόγραφη γραμματοσειρά, την πιο φροντισμένη στο ελληνικό σκίτσο, ο βιαστικός αναγνώστης θα δυσκολευόταν να ταυτίσει την παλιά του δουλειά με τον Χαντζόπουλο της δεύτερης εποχής. Το πλάνο του μεγάλωσε και γέμισε, κάνει πολύ μεγαλύτερη χρήση συμβόλων και σκηνικών, τα σώματα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν, έγιναν σκιές και απέκτησαν υπαινικτική κίνηση, σκιές με εκπληκτική σχεδιαστική ακρίβεια έγιναν και τα αντικείμενα, χρησιμοποιεί τώρα πολύ περισσότερο το κομπιούτερ και χρώμα. Στυλιστικά μπήκε στη νέα εποχή πρώτος από τη γενιά του.
Νομίζω είναι αυτός ο υπόγειος γελοιογραφικός εαυτός του Χαντζόπουλου που σας έλεγα, που αφού απέδειξε τι μπορεί να κάνει στην πρώτη του περίοδο, τώρα θέλει να αναμετρηθεί με τον χρόνο. Θέλει να κάνει γελοιογραφία που αντέχει, που είναι κατά το δυνατόν απελευθερωμένη από τα δεσμά της επικαιρότητας. Τα πρόσωπα υποθέτεις ποια είναι, αυτός δεν σε βοηθά, τα διατηρεί στη σκιά γιατί στη νέα του περίοδο σατιρίζει περισσότερο αποπροσωποποιημένες συμπεριφορές ανθρωποτύπων και λιγότερο τον Σαμαρά και τον Τσίπρα. Οι διάλογοι τώρα είναι πιο απλωμένοι, με μικρότερη πυκνότητα από πριν και μεγαλύτερους εσωτερικούς χρόνους, λιγότερο γελοιογραφικοί, έτσι που να μπορούσαν να σταθούν και εκτός σκίτσου. Για αυτό τους έχει απελευθερώσει από τη φούσκα- όσο ασαφής έχει γίνει τώρα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών άλλο τόσο η σειρά που μιλούν. Το καθημερινό του εγχείρημα τώρα γίνεται νομίζω δυσκολότερο, κάποιες φορές περπατά σε τεντωμένο σκοινί, τις περισσότερες το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερο πλούτο και πυκνότητα από πριν. Και συχνότερα τώρα κερδίζει τη μάχη του χρόνου και κάνει γελοιογραφίες που θα μπορούσαν να γίνουν πίνακες ποπ αρτ.
Το βιβλίο του δεν είναι ούτε σκίτσα σαν χίλιες λέξεις, ούτε το καυστικό πενάκι και η διεισδυτική ματιά του γελοιογράφου, ούτε κανένα άλλο από τα παρόμοια γενικόλογα κλισέ που τα ακούμε εμείς οι γελοιογράφοι και σκεφτόμαστε «δεν κατάλαβες τίποτα». Γιατί γελοιογράφος δεν είναι ιδιότητα, είναι υπογραφή.
Το βιβλίο είναι Χαντζόπουλος. Δηλαδή ένας παράλληλος κόσμος που αντανακλά τον πραγματικό με τρόπο που κανείς άλλος δεν θα το κάνει. Τα σκίτσα που το απαρτίζουν θα μπορούσε να είναι και άλλα- ο Δημήτρης σε αυτό το διάστημα έκανε πέντε φορές τόσα. Ο ερανισμός είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή για τον κάθε γελοιογράφο. Διαλέγεις σκίτσα που έχουν ήδη φύγει από σένα και τώρα τα ξαναβλέπεις μετά την περιπλάνησή τους. Είναι ένας πειρασμός να περιλάβεις στο λεύκωμα περισσότερο αυτά που αγάπησαν άλλοι από αυτά που αγάπησες εσύ. Νομίζω ο Δημήτρης το έκανε αλλά είναι και αναπόφευκτο- δεν τα φτιάχνουμε για τον εαυτό μας. Επίσης νομίζω ότι επεκράτησε στη μάχη της επιλογής η δεύτερη περίοδός του, μια που στο διάστημα της τριετίας είναι που πραγματοποιήθηκε η στροφή του. Και αυτό ήταν αναμενόμενο αφού ένα βιβλίο θέλει να νικήσει τον χρόνο περισσότερο από ένα τετράστηλο.
Κοινό στις δύο περιόδους είναι το βιτριολικό, ενήλικο, σουρεαλιστικό χιούμορ του, λιγότερο αθώο και υπαινικτικό από άλλων συναδέλφων του. Γιατί έχει και αυτό το χαρακτηριστικό- δεν λειτουργεί σε περιβάλλον αθωότητας όπως συχνά κάνει η σάτιρα για να υπνωτίσει τον αποδέκτη της και να τον αιφνιδιάσει απροετοίμαστο. Ο Χαντζόπουλος είναι πιο σκληρός, είναι πιο ροκ, με εξ αρχής απαραίτητη τη γονική συναίνεση. Αλλά κανενός άλλου. Ούτε των τρεχόντων ρευμάτων και πλειοψηφιών, ούτε της λεγόμενης κοινής γνώμης, ούτε πολιτικών, ούτε εχθρών ούτε φίλων. Χωρίς άλλες απαραίτητες συναινέσεις περιφρουρεί τη δημιουργική του μοναχικότητά στο πιο μοναχικό, μετά του φαροφύλακα, επάγγελμα που υπάρχει.
*Πρόκειται για την παρουσίαση που έκανα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χαντζόπουλου «Στο Τούνελ».
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πάτρα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινούμενα σχέδια στο Emily Carr University of Art +Design στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται ως σκιτσογράφος στην εφημερίδα Τα Νέα.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: Αι Αγαπώσαι (1991), Άχ, και να ‘ξερες τι μου θύμισες(1991) και Εις Άγραν Ρεθύμνου (1999)

Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων

Εκδόσεις ΠόλιςΙστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που «τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα», εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα…

Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον «Επιτάφιο για ένα σκύλο» του Μπάιρον. δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων -σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου- παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.
Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και «καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή».


Έγραψαν για το βιβλίο:
Οι σκύλοι δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν και η απουσία ακριβώς αυτής της επίγνωσης αποτελεί το κλειδί για την είσοδό τους στο βασίλειο της αθανασίας. Το μοτίβο αυτό επανέρχεται ποικιλοτρόπως, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα, στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή που αποτελείται από 69 πολύ σύντομα (τρισέλιδα ή τετρασέλιδα) κείμενα στα οποία οι σκύλοι έχουν την τιμητική τους.

Σκύλοι όπως τους έχουμε ακούσει ή διαβάσει σε μύθους και παραμύθια, σκύλοι που παρά την ανωνυμία τους κατέκτησαν μια περίοπτη θέση στη λογοτεχνία (ας θυμηθούμε τον Τσέχοφ), σκύλοι που πρωταγωνίστησαν σε πίνακες, αφήνοντας για πάντα αποτυπωμένη τη στάση τους στο βλέμμα του θεατή, σκύλοι που απαθανατίστηκαν σε πολιτικές φωτογραφίες (ένα παράξενο φόντο σε μια γρήγορα λησμονημένη δημόσια σκηνή), σκύλοι που έγιναν σήμα φωνογραφικών εταιρειών (ποιος να ξεχάσει τη His Master’s Voice;), αλλά και σκύλοι που έδωσαν τη μορφή τους σε γλυπτά τα οποία για να δούμε αρκεί η τυχαία περιήγηση σ’ ένα αστικό πάρκο.

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου συνέχεια στο Βήμα

*

«[…]στα 69 μικρά αφηγήματα του τόμου παρακολουθούμε μια περιπτωσιολογία σαν και τον σκύλο που βλέπουμε δεμένο στον τροχό ενός κάρου στη Βιριδιάνα. «Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το Τείχος του Βερολίνου; Απάντηση: σε αντίθεση με τους Βερολινέζους που λίγο πολύ το ξέχασαν, οι σκύλοι βάδιζαν με βεβαιότητα σε μιαν αθέατη ευθεία, σαν να αναγνώριζαν ή να νοσταλγούσαν κάτι…». Από κείμενο σε κείμενο ο αναγνώστης –πέρα από τον αισθητισμό– συμφιλιώνεται με ένα σκυλίσιο σύμπαν που μοιάζει, θα έλεγε κανείς, με κείνο του ανθρώπου. Γράφει ο Μαυρουδής: «Ήταν δυνατόν ο σκύλος, την ώρα που πλησίαζε ένα σκουπιδοτενεκέ, να ζούσε κάτι ανάλογο με την ονειροπόληση ενός άνδρα που μυρίζει στον γυναικείο λαιμό ένα γαλλικό άρωμα; Ο άνθρωπος ανοίγει την εφημερίδα να πληροφορηθεί. Ο σκύλος μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς, για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού». Προφανώς ο Μαυρουδής δεν έχει καμιά αγάπη για τα αγριόσκυλα που μπορούν να ξεσκίσουν έναν άνθρωπο. Το αίσθημά του περιγράφει τον σκύλο που δεν μιλάει αλλά έχει τρόπο να υποβάλει κάποια συμπάθεια, αν όχι κατιτίς ανώτερο. […]

Κωστής Παπαγιώργης, συνέχεια: Lifo 19.12.2013

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Αρχείο 21/12/2013

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους»

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Εκείνο που δεν ξέραμε ήταν ότι η απήχησή του είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο πιστεύουμε. Όσο κι αν μοιάζει ανεξήγητο, είναι από τα πλέον πολυδιαβασμένα βιβλία στην Ελλάδα. Αυτό αποκαλύπτεται από τη συστηματική έρευνα στα ντοκουμέντα 90 ετών όπου ανατρέχει ο Δημήτρης Ψαρράς, ο οποίος έγραψε ένα πρωτότυπο βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφίας με ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική σημασία.
Τα Πρωτόκολλα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να «καταρρακωθεί» η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα της «παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας» ως υπεύθυνης για όλα μας τα δεινά δεν είναι δημοφιλής μόνο ανάμεσα στους εθνικιστικούς κύκλους αλλά και σε κάποιους αντίστοιχους της λεγόμενης «πατριωτικής Αριστεράς». Η ανάπτυξη του αντισημιτικού ρεύματος τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας είναι συνδεδεμένη με τα Πρωτόκολλα, που χρησιμοποιούνται για την εμπέδωση ποικίλων θεωριών συνωμοσίας. Στην περίοδο κρίσης που διερχόμαστε μάλιστα οι θεωρίες αυτές βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε λοιπόν όχι μόνο το διεθνές ιστορικό υπόβαθρο των Πρωτοκόλλων αλλά και τις απηχήσεις τους στην ελληνική κοινωνία που διέρχεται βαθιά κρίση, έτοιμη να δεχθεί κάθε ψέμα και κάθε παραλογισμό ως αιτία των δεινών της. Βέβαια, πίσω από τη διάδοση των Πρωτοκόλλων στην Ελλάδα υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όλοι τους κατονομάζονται ευθέως από τον Ψαρρά, με την ευθύτητα και την ακρίβεια που απαιτεί η ιστορική και δημοσιογραφική δεοντολογία.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Τηλεφωνήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο

Εκδόσεις Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου

«Η μυστική ιστορία είναι εκείνη που δεν θα μάθουμε ποτέ, αυτή που ζούμε κάθε μέρα, ενώ σκεφτόμαστε ότι ζούμε, ενώ σκεφτόμαστε ότι τα έχουμε όλα υπό έλεγχο, ότι δεν μας διαφεύγει τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό. Όμως όλα είναι σημαντικά, γαμώτο! Το ζήτημα είναι πως δεν το αντιλαμβανόμαστε«.
(Ρ. Μπολάνιο)
Περιπέτειες
 Κάθε ανάγνωση είναι μια περιπέτεια και κάθε διήγημα του Μπολάνιο έχεις την αίσθηση ότι αφηγείται μια περιπέτειά του. Αλλά και η γνωριμία μου με τον Μπολάνιο υπήρξε περιπετειώδης. Ποιος ήταν αυτός ο Χιλιανός που εμφανίζεται σαν μετεωρίτης και με τη μία έρχεται να θρονιαστεί στην πρώτη σειρά των Λατινοαμερικάνων συγγραφέων; Πρόκειται για έναν συγγραφέα, που ενώ ταλανίζεται από χίλια μύρια βιοποριστικά προβλήματα και βαδίζει ολοταχώς προς το θάνατο, αποφασίζει ξαφνικά να γράψει σε ρυθμούς πυρετώδεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο, ως παρακαταθήκη στον αιώνα που ακολουθεί. Αναμφίβολα, δεν ήταν ο πρώτος μεγάλος συγγραφέας που έγραφε με τέτοιο ρυθμό, έχοντας ήδη υπογράψει συμβόλαιο με τον διάβολο, ωστόσο, έχουμε ποτέ αναρωτηθεί, πόσα αριστουργήματα γράφτηκαν με την ψυχή στο στόμα;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Τηλεφωνήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο»

Δημήτρης Ψαρράς, Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής

Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, σελ. 471

Μια συμμορία μεγαλώνει

Από την ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ / The Athens Review of Books

Ας ξεκινήσω αναφέροντας ότι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά το μνημονεύει στο προηγούμενο τεύχος της ARB ο Μαρκ Μαζάουερ σε ένα εξαίρετο κείμενό του όπου αναλύει την πολιτική κρίση που διάγει η ελληνική κοινωνία. Ο γνωστός ιστορικός το παραπέμπει ως «απαραίτητη πηγή μελέτης»[1], προφανώς αναγνωρίζοντας στο βιβλίο ότι τα περιεχόμενά του στηρίζονται σε συστηματική και πλουσιότατη τεκμηρίωση σχετικά με την ιστορία, τις νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες, τους συνεργάτες και τις πολιτικές συγγένειες, τις θέσεις και την όλη ιδεολογία της Χρυσής Αυγής (στο εξής ΧΑ).

Βασικό χαρακτηριστικό του βιβλίου του Ψαρρά είναι πράγματι τούτο: δεν είναι δημοσίευμα συγκυριακό, δηλαδή δεν προέκυψε ως αντίδραση στην πρόσφατη και απρόσμενη άνοδο της ΧΑ και την είσοδό της στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο συγγραφέας, καθώς και η ομάδα συνεργατών και συνεργατριών του Ιού της Ελευθεροτυπίας, της οποίας την πολύχρονη ερευνητική εργασία αναφέρει ως βασική πηγή μεγάλου μέρους του βιβλίου[2], έχει ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με την ελληνική ακροδεξιά σε όλες τις εκδοχές της. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας, όπως δείχνει η μακρόχρονη αρθρογραφία του, το προηγούμενο αποκαλυπτικό βιβλίο του για τον Λα.Ο.Σ.[3] και η συστηματική έρευνα για τα ακροδεξιά μορφώματα πολύ πριν βγουν από το πολιτικό περιθώριο, διέβλεψε νωρίς τη σημασία και τους κινδύνους από την πολιτική παρουσία τους. Έτσι αποτελεί εξαίρεση αξιοσημείωτη μέσα στην ευρύτερη ανοχή που συνάντησαν στην ελληνική κοινωνία τα δυο ακροδεξιά κόμματα.

Το βιβλίο τεκμηριώνει ότι η ΧΑ είναι μια «από τις οργανώσεις που ξεπήδησαν από τη μήτρα του Πλεύρη»[4] (εννοεί τον ακραίο φιλοναζιστή Κώστα Πλεύρη) και είναι στενές οι σχέσεις του αρχηγού της και στελεχών του με κατάλοιπα των χουντικών, με την 4η Αυγούστου (τόσο την ιστορική τετραετία της μεταξικής δικτατορίας, όσο και το κόμμα της «4ης Αυγούστου» του Κ. Πλεύρη), την ΕΠΕΝ, ακόμα και την παράδοση των δωσιλόγων κατά τη ναζιστική κατοχή. Η έκδοση του ομώνυμου περιοδικού της ΧΑ, κατά τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο, «υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας μιας ομάδος νέων ανθρώπων που σχεδόν όλοι προερχόμασταν και είχαμε γνωριστεί στο χώρο της 4ης Αυγούστου»[5].

Οι φιλοδικτατορικές αντιλήψεις έχουν θεωρητικό υπόβαθρο τη ναζιστική ιδεολογία, «μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου»[6]. Το βιβλίο αναδεικνύει με συστηματική τεκμηρίωση τη φιλοχιτλερική ιδεολογία της οργάνωσης. Επί χρόνια το ομώνυμο περιοδικό της ΧΑ διαδίδει φιλοναζιστικές θέσεις, προβάλλει τα σύμβολα, θαυμάζει τις αποτρόπαιες πράξεις, υμνεί και μιμείται τη μιλιταριστική δομή των ναζί, τις συμπεριφορές τους και το ύφος τους.

Τη δεκαετία του 1980 ο φιλοναζισμός της ΧΑ είναι απερίφραστος και κραυγαλέος. Σε κάποια φύλλα το ομώνυμο περιοδικό αποκαλείται «Εθνικοσοσιαλιστική Περιοδική Έκδοσις» και παρουσιάζονται υμνητικά οι ηγέτες και οι θεωρητικοί του ναζισμού. Ο Χίτλερ αποκαλείται «οραματιστής της Νέας Ευρώπης», ενώ άρθρο του στελέχους της ΧΑ και σήμερα βουλευτή Χρ. Παππά γράφει μεταξύ άλλων: «Στις καρδιές μας φουντώνει η πίστη στα λόγια του Φύρερ… Στις καρδιές μας φουντώνει η πίστη στη Νίκη… Νίκη που θα σημάνει την εθνικοσοσιαλιστική κοσμογονία και τη συντριβή του δηλητηριαστή όλων των λαών: του διεθνή Ιουδαϊσμού»[7].
Το περιοδικό μνημονεύει «το θαύμα της Γερμανικής Επαναστάσεως του 1933» και ρητά ονομάζει τους χρυσαυγίτες «ναζιστές, παγανιστές, αναρχικούς [sic] και εξτρεμιστές», ενώ ο ίδιος ο αρχηγός υπογράφει κείμενο που περιέχει τη φράση: «Όταν το 1933 ο Δόκτωρ Γκαίμπελς παρέδιδε στην πυρά τα συγγράμματα του Μαρξ και του Φρόυντ, η ανθρωπότης είχε μια λαμπρή ευκαιρία. Δεν την εκτίμησε και δυστυχώς είτε το θέλουμε είτε όχι θα πληρώση πολύ ακριβά τις συνέπειες του μεγάλου της λάθους»[8]. Αντίστοιχα αποτρόπαια περιεχόμενα έχει η «Σειρά Ιδεολογικής Επιμορφώσεως» που αρχίζει με κείμενο του Ν. Μιχαλολιάκου και τίτλο «Σκοποί, στόχοι και ιδεολογία της Χρυσής Αυγής» και ακολουθούν διάφορα για τον εθνικοσοσιαλισμό και τον παγανισμό[9].
Παρά το γεγονός ότι οι χρυσαυγίτες, ιδίως μετά την πρόσφατη είσοδό τους στη Βουλή, αρνούνται ότι είναι φασίστες ή ναζί και αντιλέγουν ότι είναι «έλληνες εθνικιστές», δεν κάνουν ωστόσο μεγάλο κόπο να αποκρύψουν τις φιλοναζιστικές τους ιδέες, όπως π.χ. με τον συνήθη στις εμφανίσεις τους ναζιστικό χαιρετισμό. Αντίθετα συνεχίζουν να αναφέρονται σε αυτές τις αποτρόπαιες ιδέες με ελάχιστα καλυμμένο τρόπο, π.χ. παραπέμπουν σε φράσεις του Χίτλερ, «του Μεγάλου της κοσμοθεωρίας μας», χωρίς να τον ονομάζουν[10], δηλώνοντας έμμεσα πόσο αυτονόητο είναι ποιος είναι ο «μεγάλος» της κοσμοθεωρίας «τους».
Χαρακτηριστική της ιδεολογίας είναι μια όχι πολύ γνωστή πληροφορία, η συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, στο πλευρό Σέρβων που δικάστηκαν για εγκλήματα πολέμου από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η αιτιολόγηση της συμμετοχής σε αυτό τον πόλεμο. Οι χρυσαυγίτες δηλώνουν ότι συμμετείχαν εναντίον του «πραγματικού εχθρού», που «δεν είναι οι Τούρκοι, ή οι όποιοι μουσουλμάνοι ή οι Αλβανοί, οι Σκοπιανοί ή όποιοι άλλοι». Ο «αιώνιος, ύπουλος και μεγάλος, ο πραγματικός εχθρός» είναι «το παγκόσμιο σιωνιστικό κατεστημένο». Τέλος, στα όρια του κωμικού, αν δεν ήταν τραγικό και επικίνδυνο, είναι ότι στη σφαγή της Γιουγκοσλαβίας οι χρυσαυγίτες πολέμησαν, λέει, «για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια ελεύθερη Ευρώπη δίχως μουσουλμάνους και αμερικανοσιωνιστές». Για τη «μεγάλη Ελλάδα», στόχος τους σε αυτό τον πόλεμο ήταν «να γίνουν τα Σκόπια ελληνική επαρχία» και ο ευρύτερος στόχος τους, ως «εθελοντές» στο πλευρό εγκληματιών πολέμου, να επιβάλλουν «την Ευρώπη της Λευκής Φυλής»[11].
Μετά τα παραπάνω, δεν ξαφνιάζει το γεγονός ότι χρησιμοποιούν τον όρο «ρατσιστές» σαν να είναι ιδιότητα τιμητική και αυτοπροσδιορίζονται σε αυτόν με καμάρι. Η ΧΑ προβάλλει το ρατσισμό σαν συστατικό της ελληνικότητας: «Ο Έλληνας, πιστός στις παραδόσεις, είναι ακραιφνής ρατσιστής»[12], με βάση το γεγονός ότι κεντρική ιδεολογική της πηγή είναι η ναζιστική ιδέα για την «καθαρότητα» του αίματος.
Κατά την πρώτη περίοδο της ΧΑ, τη δεκαετία του 1980, κύρια δραστηριότητά της είναι η εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, μέσα από το ομώνυμο έντυπό της και με εκδόσεις βιβλίων ανάλογου περιεχομένου και π.χ. μια ομιλία του Χίτλερ που είχε κυκλοφορήσει η ναζιστική προπαγάνδα κατά την κατοχή[13]. Για χρόνια δεν έχει άλλη πολιτική δραστηριότητα, με εξαίρεση την εμφάνισή της στις διαδηλώσεις για τη Μακεδονία το 1992 και για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες το 2000, έως το 2009 που πρωτοεμφανίζεται με τη μορφή κόμματος και συμμετέχει στις εκλογές για να πάρει 0,29%.
Όλη την περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 λοιπόν η Χρυσή Αυγή δεν έχει πολιτική δραστηριότητα, έχει όμως συστηματική και πλούσια δραστηριότηταοργάνωσης επιθέσεων εναντίον «εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών».
Λειτουργεί με τη μέθοδο συμμορίας, δηλαδή τα μέλη της κυκλοφορούν σε ομάδες, οπλισμένα με μαχαίρια, ρόπαλα και σιδηρολοστούς, παραμονεύουν και επιτίθενται ομαδικά και αστραπιαία σε μεμονωμένους περαστικούς, με στόχο τον εκφοβισμό και την κακοποίηση. Συχνά συνεχίζουν να χτυπάνε και να κλωτσάνε με μπότες στο κεφάλι τα θύματα, ακόμα και πεσμένα αιμόφυρτα στο έδαφος ή λιπόθυμα και ύστερα εξαφανίζονται. Η εγκληματική αυτή δράση ενάντια σε μετανάστες είτε άτομα που έμοιαζαν μετανάστες είναι γενικότερα γνωστή. Άλλωστε επιθέσεις εναντίον μεταναστών η Χρυσή Αυγή όχι μόνο κάνει επώνυμα και τις διεκδικεί, αλλά επιπλέον μετά την είσοδό της στη Βουλή έχει στο ενεργητικό της πολλές τέτοιες εγκληματικές επιθέσεις, σε μερικές μάλιστα με τη συμμετοχή επώνυμων εκπροσώπων της με τον τίτλο του βουλευτή.
Τις επιθέσεις αυτές άσκησης εγκληματικής βίας με φανερή πρόθεση ανθρωποκτονίας, καθώς τα θύματα, όταν δεν μαχαιρώνονται, δέχονται χτυπήματα ιδίως στο κεφάλι, χαρακτηρίζει μίσος ασυγκράτητο. Το μίσος πηγάζει και καλλιεργείται από την ιδεολογία τους, ενώ τα κείμενά τους το προβάλλουν ως προτέρημα του χρυσαυγίτη. Αυτοπροσδιορίζονται με αναφορά στο μίσος ως εξής: «μάθαμε να αγαπούμε και να μισούμε χωρίς μέτρο, αβυσσαλέα και αιώνια… πιστεύουμε στην Αρετή και όχι στην Ηθική, στον πόλεμο και όχι στην ειρήνη…, γιατί η ιστορία γράφεται από παράτολμους δημιουργούς με μεταφυσικές παρορμήσεις και όχι από φιλήσυχα ανθρωπάκια, υπηρέτες της Εβραϊκής σαπίλας». Και εξηγούν ότι εκπροσωπούν «τον άνθρωπο των ηρώων και των ημιθέων, τον αγνό, αφελή και βίαιο άνθρωπο του μύθου και των ενστίκτων»[14].
Κι εδώ είναι που έχει πρωτίστως δίκιο ο Μαζάουερ ονομάζοντας το βιβλίο του Ψαρρά «απαραίτητη πηγή μελέτης». Με δεδομένη όχι μόνο την παρουσία της ΧΑ στη Βουλή με 18 βουλευτές, αλλά και τα εκ των υστέρων ποσοστά που της αποδίδουν διάφορες δημοσκοπήσεις από τις εκλογές έως σήμερα, δύο υποθέσεις μπορεί να κάνει κανείς. Είτε ότι έλληνες πολίτες σε τόσο σημαντικά ποσοστά έγιναν ξαφνικά υπέρμαχοι του δικτατορικού καθεστώτος και φιλοχιτλερικοί, είτε η άνοδος της ΧΑ είναι αποτέλεσμα ενός πλέγματος αιτίων που θυμίζουν με τραγικό τρόπο την άνοδο του ναζισμού.
Όταν το 1933 οι ναζί κήρυξαν την «αποκάθαρση της φυλής» και της πάτριας γης (το περίφημο σύνθημα «αίμα και χώμα»), δεν άσκησαν πολιτική. Χρησιμοποίησαν το ανάθεμα, τη συκοφαντία και την προτροπή στο έγκλημα, προπαγανδίζοντας ότι πρέπει να πάψουν στη Γερμανία «τους» να υπάρχουν όλοι όσοι ονόμαζαν κατώτερους, αρουραίους, μικρόβια, ανήθικους κ.ά. και άσκησαν καθημερινή βία στους δρόμους με επιθέσεις, πογκρόμ, λυντσαρίσματα και δολοφονίες. Ο γερμανικός λαός, μέσα στην οικονομική κρίση της εποχής, τα ανέχτηκε όλα τούτα. Οι πιο πολλοί, καθώς στην αρχή κύριος στόχος των ναζιστών ήταν οι Εβραίοι, νόμισαν ότι δεν τους αφορά. Όταν σύντομα η βία επεκτάθηκε και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης άρχισαν να προστίθενται διανοούμενοι που ονομάστηκαν θηλυπρεπείς, ομοφυλόφιλοι που στιγματίστηκαν διεστραμμένοι, σοσιαλιστές που αποκλήθηκαν ανήθικοι κ.ο.κ., ήταν πια πολύ αργά.
Καθώς οι επιθέσεις και τα πογκρόμ των χρυσαυγιτών που είναι πιο γνωστά αφορούν κυρίως μετανάστες, ένα ποσοστό πολιτών νομίζει ότι αφενός η παραβίαση των νόμων με την αυτοδικία και η βία δεν αφορούν αυτούς τους ίδιους και τα παιδιά τους, αφετέρου εξαιτίας της γενικευμένης κρίσης και της ανεργίας νομίζει ότι αυτές οι επικίνδυνες για όλη την κοινωνία ακρότητες ενδέχεται να «λύσουν» το μεταναστευτικό.
Το βιβλίο του Ψαρρά περιέχει συστηματική τεκμηρίωση των επιθέσεων, επί σχεδόν δυο δεκαετίες, με την ίδια παραπάνω μέθοδο, με ρόπαλα και σιδηρολοστούς ενάντια σε φοιτητές, συνδικαλιστές, αντιρρησίες συνείδησης, νέους με «ακατάλληλη» εμφάνιση και πολλούς μαθητές[15]. Καταγράφει όσα περιστατικά βίας και αυτοδικίας μπορούν βάσιμα να αποδοθούν στη ΧΑ, καθώς για πολλά δεν υπάρχουν αποδείξεις της ταυτότητας των δραστών. Καταγράφει επίσης τις συγκριτικά λίγες περιπτώσεις που έφτασαν στα δικαστήρια και οι χρυσαυγίτες καταδικάστηκαν.
Επιπλέον είναι «πηγή μελέτης» γιατί δείχνει ότι οι χρυσαυγίτες διεκδικούν το δικαίωμα αυτοδικίας και άσκησης βίας ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Για παράδειγμα, σε «πατριωτική» ομιλία του τον Αύγουστο 2012, όταν δηλαδή είναι πλέον βουλευτής, ο χρυσαυγίτης Χρ. Παππάς μεταξύ άλλων κραυγάζει με πάθος: «Είμαστε οι ακραίοι… Είμαστε αυτοί που κάνουμε τις τελετές του μίσους. Ναι! Κάνουμε τελετές μίσους, γιατί μισούμε οτιδήποτε ανθελληνικό… Μισούμε όλους αυτούς τους προδότες και αυτούς θέλουμε να εξοντώσουμε. Μισούμε όλους τους ανθέλληνες, όλα αυτά τα ερυθρά σκουπίδια που είτε είναι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε είναι μέσα στη Βουλή είτε είναι μέσα στην κυβέρνηση μέσω της ΔΗΜΑΡ, που μας υβρίζουν και μας λένε ακραίους…»[16].
Ηάσκηση βίας από τη ΧΑ είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της και είναι μέρος του πολιτικού της σχεδίου. Άλλωστε, όπως στοιχειοθετεί το βιβλίο, ο αρχηγός και στελέχη της ΧΑ έχουν ποινικό μητρώο βεβαρημένο με καταδίκες «για κατάρτιση και συμμετοχή σε τρομοκρατική ομάδα, προς διάπραξη εγκλημάτων δι’ εκρηκτικών υλών», αιματηρές επιθέσεις και άλλα[17]. Επιπλέον το πιο σπάνιο και ίσως μοναδικό χαρακτηριστικό της είναι τούτο: όχι μόνο δεν κρύβουν οι χρυσαυγίτες αυτό το παρελθόν και τις καταδίκες αλλά καμαρώνουν κιόλας για το βεβαρημένο ποινικό τους μητρώο σαν περίπου πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, «εκλεκτοί αγωνιστές της εθνικιστικής ιδέας»που έχουν βρεθεί«στις φυλακές καταδιωκόμενοι από το καραμανλικό καθεστώς»[18].
Ηάσκηση βίας από τη ΧΑ είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της, έχει στόχο την ανατροπή του κοινοβουλευτικού καθεστώτος και πολιτικό σχέδιο την επιβολή μιας «σπαρτιατικής» πολιτείας, όπου ισχύει «ο νόμος της φύσης», με βάση τον οποίο «οι αδύναμοι δεν έχουν θέση».
Το βιβλίο του Ψαρρά, τέλος, τεκμηριώνει την ευθύνη της αστυνομίας, άλλων αρμόδιων θεσμών και των κρατικών αρχών, καθώς και τον μεγάλο κίνδυνο που ελλοχεύει στην αδιαφορία ή την ανοχή που επί 30 χρόνια τώρα έχει επιδείξει η ελληνική κοινωνία σε αυτή την ομάδα. Μια ομάδα της οποίας ο ίδιος ο αρχηγός και άλλα στελέχη έχουν ποινικό μητρώο βεβαρημένο με εγκληματικές πράξεις. Μια ομάδα που λέει δημόσια, προφορικά και γραπτά, ότι στοχεύει στην «αποκάθαρση του αίματος» αλλά και την «αποκάθαρση της κοινωνίας», από τους πολιτικούς που είναι «προδότες», τους αριστερούς που είναι «ερυθρά σκουπίδια», τους δημοσιογράφους κ.ο.κ. Μια ομάδα που δεν περιορίζεται καν στην προτροπή στη βία αλλά επί χρόνια ασκεί δολοφονική βία ενάντια σε μετανάστες και πολιτικούς της αντιπάλους, και ανενδοίαστα ασκεί αντιποίηση αρχής και αυτοδικία με βάση τη ναζιστική πολιτική θεωρία: «υπεράνω όλων είναι το συμφέρον της φυλής και του έθνους και μπροστά σ’ αυτό το συμφέρον πρέπει να κάμπτονται οι νόμοι του κράτους». Τέλος μια ομάδα με πολιτικό σχέδιο μια πολιτεία όπου θα ισχύει «ο νόμος της φύσης», ότι «οι αδύναμοι δεν έχουν θέση», κι ακόμα πιο ξεκάθαρα μια κοινωνία όπου θα κυβερνάει «ο αγνός, αφελής και βίαιος άνθρωπος του μύθου και των ενστίκτων»[19].
Είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη να αντιδράσουν με βάση τους νόμους οι αρμόδιοι θεσμοί και οι κρατικοί υπεύθυνοι προτού είναι αργά. Εξίσου ζωτικής σημασίας ωστόσο είναι να μην κρύβουν εξαιτίας της κρίσης οι πολίτες το κεφάλι στην άμμο απέναντι στη ναζιστική απειλή, που δεν δικαιολογεί καμία παρανόηση, η απειλή είναι ανατριχιαστικά ξεκάθαρη, οι χρυσαυγίτες κραυγάζουν ότι «θα» μετατρέψουν την κοινωνία σε αγέλη: «θα» την κυβερνάει με τα «ένστικτα» ένα ον «αγνό, αφελές και βίαιο»…

[1] Μαρκ Μαζάουερ, «Μια νέα εποχή των άκρων; Ιστορικοί στοχασμοί για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης», ARB, τχ. 39, Απρίλιος 2013, σ. 56-62, σημ. 7.
[2] Η Μαύρη βίβλος…, σ. 13.
[3] Δ. Ψαρράς, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη: Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
[4] Η Μαύρη βίβλος…, σ. 31.
[5] Ό.π., σ. 30.
[6] Ό.π., κεφ. 3: «Μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου (Η Χρυσή Αυγή και η Νεολαία ΕΠΕΝ, 1981-1985)», σ. 35 κ.ε.
[7] Ό.π., σ. 30.
[8] Ό.π., σ. 40.
[9] Ό.π., σ. 40-41.
[10] Ό.π., σ. 93.
[11] Ό.π., σ. 79, 80, 81 και 80.
[12] Ό.π., σ. 71.
[13] Ό.π., σ. 40.
[14] Ό.π., σ. 39.
[15] Ό.π., για τις επιθέσεις τη δεκαετία του 1990, βλ. σ. 84-87, με την επισήμανση του συγγραφέα: «Αυτός ο κατάλογος περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις που καταγγέλθηκαν ως δράστες Χρυσαυγίτες (γνωστοί ή άγνωστοι) από τα θύματά τους. Δεν αναφέρονται δηλαδή δεκάδες άλλες περιπτώσεις φασιστικών επιθέσεων». Για αργότερα, σ. 118-140 και για την περίοδο μετά την είσοδο της ΧΑ στη Βουλή, κεφ. 17: «Πογκρόμ και λυντσάρισμα», σ. 415 κ.ε.
[16] Ό.π., σ. 214-215.
[17] Ό.π., σ. 21-22 και 96 κ.ε. Για τις περιπτώσεις μελών της ΧΑ που καταδικάστηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια την περίοδο μεταξύ 2002 και 2009 καθώς και για σχετικές δίκες που εκκρεμούν, βλ. σ. 165-176.
[18] Ό.π., σ. 32.
[19] Ό.π., η μία φράση είναι από τη σ. 93, η δεύτερη αναφέρεται παραπάνω στη σημ. 14.

©ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ / The Athens Review of Books 


ARB τεύχος 40
Ευχαριστούμε την ARB για την παραχώρηση