“Την ιστορία του παππού μου την έμαθα σαν παραμύθι απ’ τη γιαγιά ή μάλλον την έψαξα στα μισόλογά της πολλές δεκάδες χρόνια μετά από τότε που εκείνος έφυγε, φυγόδικος, για την Αμερική, για να μην ξαναγυρίσει ποτέ από εκεί. Δεν ξέρω τί είναι αλήθεια απ’ όσα μου διηγήθηκαν οι δικοί μου και πόσο αλλοιώθηκαν τα γεγονότα μέσα στην μακρυνή αχλύ του χρόνου. Πάντως παραμυθιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία του παππού που δεν γνώρισα, όπως παραμυθιασμένοι, στ’ αλήθεια, ήταν και οι άνθρωποι όλα αυτά τα χρόνια που έφτιαχναν και έζησαν την ιστορία τους. Τα κράτησα όσα άκουσα, τα ανακάτωσα με ενθυμήματα δικά μου, λίγο απόμακρα από το βίο του παππού, πάντως αληθή και σχετικά, κι όλα μαζί τα ιστόρησα εδώ ως minima memorialia. Είναι τα ελάχιστα ενθυμήματα, αυτά που ξαναφέρνουν πίσω τον χαμένο χρόνο“. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Minima Memorialia του Άγγελου Ελεφάντη [2014]»
Κώστας Μαυρουδής, επιλογή από το “Η αθανασία των σκύλων”
5.
Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το τείχος του Βερολίνου; είναι δύσκολο να καταλάβουμε την εικόνα, γιατί σήμερα στη θέση του τείχους δεν υπάρχει τίποτε. Οι μεθοριακές δυνάμεις της Λαϊκής Δημοκρατίας χρησιμοποιούσαν πάνω από πέντε χιλιάδες ζώα, αλλά όχι αποκλειστικά λυκόσκυλα, μας λέει ένας Γερμανός συγγραφέας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας: Μαυρουδής – Γουδέλης και τα νέα τους βιβλία (ΙΙΙ)»
Ιδού λοιπόν, με την ευγενική «χορηγία» των εκδόσεων «Κέδρος» και «Πόλις» (ζήτησα έτοιμα τα συγκεκριμένα κείμενα γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω ο ίδιος τόση πληκτρολόγηση), τα δύο διηγήματα του Τάσου Γουδέλη. Στην επόμενη ανάρτηση διαβάστε τις επτά ιστορίες του Κώστα Μαυρουδή (τα μεν με τίτλους, οι δε με αριθμούς):
Τάσος Γουδέλης από το “Ωραίο Ατύχημα”
Η ΕΠΑΦΗ
——————————————————-«…τα λόγια ——————————————————-φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου ——————————————————-κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί»
Γιώργος Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα, «Eπί Σκηνής», ΣT΄
«Κύριον Στέφανο Μπεκατώρο», «Κυρίαν Ιλεάνα…» Κύριε των ψυχών. «Αφήνω το μήνυμά μου…» Λέξεις ανεπίδοτες. Γράμματα από ανύποπτους, που σκέπτονταν τον παραλήπτη ακόμα ζωντανό, μπροστά στον πρωινό του καθρέφτη, πριν φύγει για τη δουλειά. Και φράσεις στον τηλεφωνητή, που ακόμα λειτουργεί, με τη φωνή του απόντος: «Ιατρείον ορθοπεδικού Δημήτρη Παπαδίτσα..» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας: Μαυρουδής – Γουδέλης και τα νέα τους βιβλία (ΙΙ)»
Τρία διηγήματα του ενός και εφτά σύντομες ιστορίες του άλλου: είναι δείγμα επαρκές (ίσα περίπου σε όγκο μεταξύ τους: του πρώτου είναι μακρότερα, του δεύτερου συντομότερα) έτσι που να ιντριγκάρει τόσο το διαδικτυακό αναγνώστη, ο οποίος λούζεται από χίλιες δυο μεριές με πλήθος πληροφοριών, έστω κι αν είναι αναγνώστης λογοτεχνίας και μόνο- είναι λέω δείγμα επαρκές ώστε να ιντριγκάρει τον αναγνώστη ν΄ αναζητήσει τα βιβλία σε φυσική μορφή, εφόσον αυτό πoυ διαβάζει εδω πέρα τού αρέσει; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας: Μαυρουδής – Γουδέλης και τα νέα τους βιβλία (Ι)»
Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες, «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας» γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα: Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη -κριτική παρουσίαση [Αρχείου]»
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής Νίνιο ντε Γκεβάρα όπως τον ζωγράφισε ο Γκρέκο
Τετρακόσια χρόνια μετά τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου η νουβέλα του Στεφάν Αντρες που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά τον αναδεικνύει σε συμβολική φυσιογνωμία αντίστασης σε κάθε απολυταρχία
Στέφαν Αντρες Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή Mετάφραση Χ. Ε. Μαραβέλιας. Εκδόσεις The Athens Review of Books, 2013, σελ. 78, τιμή 9 ευρώ
«Ξέρετε, είναι μάταιο να σκοτώνουμε τους ιεροεξεταστές. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποτυπώσουμε την όψη αυτών των ατιμαστών του Χριστού». Πίσω από το καβαλέτο του ο Ντομένικος Θεοντοκόπουλος παρατηρεί το πρόσωπο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή Νίνιο ντε Γκεβάρα προτού σύρει τις πρώτες γραμμές στην προσωπογραφία που του παραγγέλθηκε. Ο φοβερός καρδινάλιος, υπεύθυνος για εκατοντάδες θανάτους «αιρετικών», διαβάζει σιωπηλός. Είναι ντυμένος τα βιολετί μάλλινα ράσα της Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Στο στυφό κροκοκίτρινο πρόσωπό του δύο ουρανί μάτια κινούνται πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά με σκούρο σκελετό. Στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης ακούγονται πατημασιές αλόγου. Καθώς ο ήλιος πέφτει, η μακριά πομπή των δομινικανών μοναχών, των μετανοημένων και των πελιδνών αιρετικών, η τρομερή πομπή της Ιεράς Εξέτασης ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Εικαστικά ατμοσφαιρική, ευθέως στοχαστική και εμμέσως πολιτική, η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον μεγάλο ιεροεξεταστή (The Athens Review of Books, 2013) του γερμανού συγγραφέα Στέφαν Αντρες (1906-1970) αναπαριστά τις συνθήκες δημιουργίας του πορτρέτου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Γράφτηκε με πυρετώδεις ρυθμούς το 1935, εμπνευσμένη από την εικόνα του πίνακα – ο οποίος εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης – σε κάποιο θρησκευτικό περιοδικό και πρωτοκυκλοφόρησε το 1936.
Ο φόβος του Θεού και ο φόβος της πυράς, η εξουσία της Εκκλησίας και η εξουσία του βασιλιά, θρησκευτική ευσέβεια και ιερός τρόμος, βία, αρρώστια και τρέλα, μεγαλείο και αθλιότητα, ελευθερία και καταπίεση συγκατοικούν στην ερεθιστική για την τέχνη περίοδο της Ισπανίας του Φιλίππου Β’(1527-1598) και της Ιεράς Εξέτασης. Στην εποχή αυτή ανατρέχει ο Σίλερ στο δράμα Δον Κάρλος (1787), το οποίο γονιμοποίησε τη φαντασία του Ντοστογέφσκι με κατάληξη την περίφημη παραβολή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή περί ελευθερίας και υποταγής στους Αδελφούς Καραμαζόφ (1880).
Γιος μυλωνά, με σπουδές Θεολογίας, Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής, ο Αντρες χρησιμοποιεί την ίδια εποχή ως πρόσφορο ιστορικό σκηνικό σε μια πολιτική αλληγορία περί φόβου, αντίστασης και ευθύνης του καλλιτέχνη απέναντι στην αναδυόμενη εξουσία του ναζισμού.
Παντρεμένος με εβραία και δίχως πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας για την οικογένειά του, ο Αντρες βιοποριζόταν δύσκολα στη Γερμανία του Χίτλερ. Αδυνατώντας πλέον να εργαστεί σε εφημερίδες, στο θέατρο και στη Ραδιοφωνία της Κολονίας, το 1937 εγκαταλείπει με την οικογένειά του τη Γερμανία και καταφεύγει στο Ποζιτάνο της φασιστικής Ιταλίας. Στη Γερμανία θα επιστρέψει το 1949 για να ξαναφύγει – διαφωνώντας με την πολιτική του καγκελαρίου Αντενάουερ – το 1961 για την Ιταλία, όπου θα ζήσει ως τον θάνατό του.
Σε τούτο το σύντομο αφήγημα ο Αντρες φαντάζεται τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο Γκρέκο ζωγράφισε την προσωπογραφία του Νίνιο ντε Γκεβάρα: την επίσκεψη του βοηθού του καρδιναλίου στο εργαστήρι του φημισμένου ζωγράφου στο Τολέδο, την προσταγή να παρουσιαστεί ενώπιον της Πανιερότητάς του, την ανησυχία του ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, το ταξίδι στη Σεβίλλη, τη συνάντηση με τον πανίσχυρο εκκλησιαστικό άνδρα. Δίπλα στον καλλιτέχνη βρίσκουμε τον γιατρό Καζάλα, έμπιστο φίλο και επικίνδυνη γνωριμία, αδελφό του θεολόγου Καζάλα που κάηκε στην πυρά. Οι συζητήσεις τους γίνονται το πεδίο όπου ο Αντρες φιλοσοφεί για το τρομακτικό μεγαλείο του Θεού, για το Καλό και το Κακό, για την αναζήτηση της αλήθειας, για το πώς ο καθένας διαλέγει τη θέση που του αναλογεί στον κόσμο.
«Πιστεύει η Ιερά Εξέταση ότι μαζί με το σώμα μπορούν να καούν και οι φωνές; Η Αγία Εκκλησία έκανε σπόρο το αίμα των μαρτύρων» παρατηρεί ο γιατρός Καζάλα ενώ θεραπεύει τον ασθενή καρδινάλιο, για να λάβει την αλαζονική απάντηση ότι η εξουσία της Εκκλησίας έχει το μονοπώλιο στην αλήθεια. Απέναντί του ο καλλιτέχνης Γκρέκο, φύση ευεπίφορη στην παρατήρηση και στην αφαίρεση, διατυπώνει νόμους με τη μορφή αφορισμών: «Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο σε μέρη, αυτός είναι η αρχή της σοφίας».Ομολογεί πως «ο φόβος μου είναι εκείνος που ζωγραφίζει». Οι πίνακές του «κόβουν τον κόσμο στη μέση» και αποκαλύπτουν το εσωτερικό του. Αυτή είναι η αποστολή της τέχνης και ο Γκρέκο απεικονίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή όπως τον συγκράτησαν τα μάτια του μέσα από τον πυρήνα του φόβου: με φλογερά μεταξωτά κόκκινα άμφια σε σκούρο φόντο, σαν τη «ματωμένη φωτιά της Εκκλησίας» μέσα στη νύχτα.
Στοχασμός και εξπρεσιονιστικές περιγραφές
Ο γερμανός συγγραφέας διατηρεί τη δομή της παραδοσιακής κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφικής αφήγησης και την κεντά με περιγραφές εξαιρετικής εικαστικής δύναμης, βασισμένος σε πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Σοφά επιλεγμένη, η εικονοποιία του συντελεί στη δημιουργία συσχετισμών ανάμεσα στην εποχή του Γκρέκο και στη δική του. Οι παραμορφωμένες φιγούρες και οι δραματικές φωτοσκιάσεις του ζωγράφου από την Κρήτη -το συγκλονιστικό Τολέδο πάνω στο βουνό απειλητικά φωτεινό σε μια φαντασμαγορική στιγμή στην καταιγίδα – εκφράζουν ένταση συναισθήματος συγγενούς υφής με την τέχνη του γερμανικού εξπρεσιονισμού της εποχής του Αντρες.
Ο γλαφυρός ιστορικός διάκοσμος της νουβέλας φαίνεται ότι ξεγέλασε τη ναζιστική λογοκρισία. Tο κείμενο κυκλοφόρησε ευρέως στα χρόνια του και παραμένει το γνωστότερο από τα γραπτά του Αντρες. Στα ελληνικά η μετάφραση του Χ. Ε. Μαραβέλια επιχειρεί επιμελώς να αναπαραστήσει το γλωσσικό περιβάλλον της αφηγούμενης εποχής και θυμίζει σε σημεία την πλούσια γλώσσα του Ερωτόκριτου. Οσο για τον πρωταγωνιστή της αφήγησης, ακριβώς 400 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), φορτωμένος και με το βάρος της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας, φτάνει σε καιρούς πονηρούς ως σύμβολο αντίστασης του καλλιτέχνη απέναντι στην αυθαιρεσία και στη βία του μίσους.
Την ίδια μέρα που γνωρίζει τον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, νέο του γείτονα και συνάδελφο, ο Μάριο Ρότα, καθηγητής φωνολογίας ενός πανεπιστημίου των μεσοδυτικών ΗΠΑ, παθαίνει διάστρεμμα. Τα δύο αυτά ξαφνικά συμβάντα σηματοδοτούν την έναρξη μιας περιόδου κακοτυχίας και αναστάτωσης στη μονότονη ζωή του, κυρίως όμως πυροδοτούν έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη γεμάτο απειλές, οιωνούς και σημάδια, κατά τον οποίο ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συντροφέψει τον Ρότα μέχρι το εκπληκτικό τέλος της περιπέτειάς του.
Πρόκειται για το θέμα ενός μυθιστορήματος το οποίο κατάφερε να τραβήξει την προσοχή αναγνωστών όπως ο Φρανθίσκο Ρίκο, ο οποίος σε μια συνέντευξή του για την εφημερίδα El Pais το συμπεριέλαβε στα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ή ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο οποίος το χαρακτήρισε «ένα μυθιστόρημα καταπληκτικό, από ένα συγγραφέα με ασυνήθιστο ταλέντο».
Κριτική παρουσίαση τηςΤέσυ Μπάιλα στο Culture Now:
Ο καθηγητής Μάριο Ρότα ζει μια ζωή ήρεμη, χωρίς εκπλήξεις, βουτηγμένη στη ρουτίνα και στη συνήθεια. Μια μέρα όμως θα είναι αρκετή για να ανατραπεί η ζωή του. Το διάστρεμμα που θα πάθει τρέχοντας θα είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια θα αναγκαστεί να δώσει το γραφείο του στον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, το νέο του γείτονα που από τη στιγμή που μπαίνει στη ζωή του όλα αλλάζουν δραματικά.
Όλοι έλκονται από τον άνθρωπο αυτόν, οι συνάδελφοί του ακόμη και η κοπέλα του δείχνουν να είναι γοητευμένοι μαζί του. Αυτό όμως που θα κάνει τον Ρότα να αρχίσει κυριολεκτικά να κλονίζεται είναι όταν θα αντικρίσει το σπίτι του ανθρώπου αυτού και θα δει ότι πρόκειται για ένα αντίγραφο του δικού του σπιτιού. Τα αντικείμενα. Οι πίνακες, τα έπιπλα όλα είναι πιστά αντίγραφα των δικών του και ο Ρότα αρχίζει να πιστεύει ότι ζει έναν εφιάλτη, ότι η πνευματική του ισορροπία έχει κλονιστεί και ότι όλα γύρω του έχουν πάρει μια ανεξέλεγκτη τροπή.
«Ο επαναστατημένος άνθρωπος», «Γράμματα σ΄ένα φίλο Γερμανό», «Το καλοκαίρι» (όλα από τις εκδόσεις Πατάκη)
ΤουΔημήτρη Φύσσα
Αν ήμουνα υποχρεωμένος να διαλέξω μόνο τρία πεζά που να μπορώ να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω στη υπόλοιπη ζωή μου, αυτά είναι το «Κατς -22» του Τζόζεφ Χέλερ, ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ και «Η πανούκλα» του Αλμπέρ Καμί. Διόλου τυχαία, στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, τον «Αναγνώστη του Σαββατοκύριακου», το πρώτο βιβλίο του οποίου αναφέρεται απόσπασμα (μάλιστα: δυο αποσπάσματά του) είναι ακριβώς «Η πανούκλα». Και συνολικά τη λογοτεχνία του Καμί, τόσο τα πεζά όσο και τα θεατρικά, εννοείται ότι τα έχω διαβάσει και εκτιμήσει δεόντως.
Από την άλλη, λόγω δηλωμένης απώθησής μου για τα βιβλία της Φιλοσοφίας, δεν είχα αγγίξει μέχρι τώρα τα φιλοσοφικά έργα του μεγάλου Γάλλου. Μέχρι που αποφάσισα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin, λαμπρή δουλειά) που ξανάβγαλαν φέτος, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Καμί, οι εκδόσεις Πατάκη (δέκατη έκδοση).
Δεν έχω ποτέ μου ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο. Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι σκέτα φιλοσοφικό. Είναι ταυτόχρονα: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (και ειδικά στο μαρξισμό, το μηδενισμό, το παράλογο της ύπαρξης και την ελευθερία), Εισαγωγή στη Λογοτεχνία, Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη (μια ειδικά στον αντι-ολοκληρωτισμό), Εισαγωγή στην Ιστορία (και ειδικά στην Ιστορία των Επαναστάσεων), Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία, Εισαγωγή στη Μυθολογία και Εισαγωγή στην Αισθητική, ενώ «πιάνει» και πολλές άλλες πλευρές. Η δε «Εργοβιογραφία» που επιτάσσεται βοηθάει πολύ- άσε που η ίδια η ζωή του Καμί (1913 – 1960) είναι σα μυθιστόρημα: φτωχόπαιδο από την Αλγερία, αντιστασιακός στη κατοχή, κορυφαίος δημοσιογράφος, ο σημαντικότερος συγγραφέας της Γαλλίας στα 40 του, νομπελίστας στα 44 του, σκοτωμένος σε αυτοκινητικό δυστύχημα στα 47 του.
Επιπλέον, το βιβλίο είναι και συναρπαστικά γραμμένο, καθόλου βαρετό, με συνεχή παραδείγματα απ΄ όλους τους παραπάνω (και άλλους) τομείς, με αξιοσημείωτες αποφθεγματικές διατυπώσεις, με συχνές αναφορές στην επικαιρότητα- και, πάντως, στον αληθινό υλικό κόσμο, όχι στις μπούρδες των απόλυτων a priori φιλοσοφικών ιδεών. Μου πήρε ένα μήνα να το τελειώσω και σίγουρα θα επανέρχομαι ξανά και ξανά. Στο μικρόκοσμό μου όχι ως δημοσιογράφου ή συγγραφέα, μα ως αναγνώστη, ήταν το μη λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς.
Μαζί με τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο», επίσης:
· «Γράμματα σ΄ ένα φίλο Γερμανό» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin). Τέσσερα γράμματα, από το Ιούλιο του ΄43 μέχρι τον Ιούλιο του ΄44, που βγήκαν λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα «Γράμματα» έχουν ξανακυκλοφορήσει στα ελληνικά με ορθότερο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τίτλο: «Γράμματα σ΄ένα Γερμανό φίλο». Το βιβλίο είναι καρπός πολεμικής στράτευσης, ταυτόχρονα όμως προάγγελος ανθρωπιστικού ευρωπαϊσμού
· «Το καλοκαίρι» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου – Ρομπλέν. Εδώ το δεύτερο επώνυμο των μεταφραστριών στα ελληνικά). Φιλοσοφίζοντα κείμενα γραμμένα από το 1939-1953, σε δέκατη έκδοση, με ζωντανά θέματα: πολύ Οράν (η γενέτειρά του στην Αλγερία) και γενικά πολλή Μεσόγειος, πολλή Αρχαία Ελλάδα, ξανά το παράλογο και, μπόνους στο τέλος, το λογοτεχνικότατο «Η θάλασσα μες στα χέρια μας» με υπότιτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος». Η ίδια «Εργοβιογραφία» επιτάσσεται και σ΄ αυτό το βιβλίο
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.