Δημήτρης Φύσσας: Μαυρουδής – Γουδέλης και τα νέα τους βιβλία (ΙΙ)

[Αρχείο 15.03.2014]

Συνέχεια από το Πρώτο μέρος

Ιδού λοιπόν, με την ευγενική «χορηγία» των εκδόσεων «Κέδρος» και «Πόλις» (ζήτησα έτοιμα τα συγκεκριμένα κείμενα γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω ο ίδιος τόση πληκτρολόγηση), τα δύο διηγήματα του Τάσου Γουδέλη. Στην επόμενη ανάρτηση διαβάστε τις επτά ιστορίες του Κώστα Μαυρουδή (τα μεν με τίτλους, οι δε με αριθμούς):

vintage_under

Τάσος Γουδέλης από το “Ωραίο Ατύχημα”

Η ΕΠΑΦΗ

——————————————————-«…τα λόγια
——————————————————-φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
——————————————————-κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί»

Γιώργος Σεφέρης,
Τρία κρυφά ποιήματα, «Eπί Σκηνής», ΣT΄

«Κύριον Στέφανο Μπεκατώρο», «Κυρίαν Ιλεάνα…» Κύριε των ψυχών. «Αφήνω το μήνυμά μου…» Λέξεις ανεπίδοτες. Γράμματα από ανύποπτους, που σκέπτονταν τον παραλήπτη ακόμα ζωντανό, μπροστά στον πρωινό του καθρέφτη, πριν φύγει για τη δουλειά. Και φράσεις στον τηλεφωνητή, που ακόμα λειτουργεί, με τη φωνή του απόντος: «Ιατρείον ορθοπεδικού Δημήτρη Παπαδίτσα..» Ή και, ακόμα, η εγγραφή του εκλιπόντος που παίρνεις καθυστερημένα στο δικό σου μηχάνημα: «Την Τετάρτη να βρεθούμε για εκείνο το κείμενο…» ακούγεται ο Παύλος Ζάννας, μια μέρα πριν από το μοιραίο. «Είμαι ο Γιάννης Βαρβέρης…» λίγο πριν κοιμηθεί. Όσο για τις επιστολές, βρίσκονται εκεί στο ράφι του θυρωρείου, σφραγισμένες και αμίλητες, χωρίς να τις διαγράψει ένα χέρι. Σημειώνοντας: «Αλλαγή διευθύνσεως» ή «θανών». Περνάω από κοντά και τις κοιτάζω πλάγια. Κάνω δύο βήματα και είμαι βέβαιος ότι ο εκλιπών δικηγόρος του ρετιρέ, με το φτηνό αδιάβροχο και την ομπρέλα, είναι σκυμμένος πάνω από την αλληλογραφία. Αφού τον περιμένω με ανοιχτή την πόρτα του ασανσέρ. Το κόκκινο του τηλεφωνητή μου αναβοσβήνει. Διστάζω. Σκέπτομαι, δραματικά, μήπως με καλεί το υπερπέραν, και όχι μόνο με τους ήχους των γνωστών ασωμάτων. Γιατί υπάρχουν και άλλοι, κρυμμένοι στην πιο απαλή αμνησία, που αποφασίζουν ξαφνικά να μιλήσουν. Ξεχασμένοι φίλοι που βγαίνουν από το βάθος με το αίνιγμά τους. «Δεν μπορείς να φανταστείς ποιος τηλεφωνεί…» Μα δεν είμαι έτοιμος. Το μακρινό μοιάζει με αυτό που υποκρίνεσαι ότι έχασες. Σε μια αρχαία ταινία είδα την παλιά μου συνοικία με τα φαντάσματά της στις πόρτες, μέσα στο πλάνο: ήμουν εκεί, και την ίδια στιγμή απουσίαζα. Έχω δίκιο να φοβάμαι: δεν μπορεί να είναι διαφορετικό το παρελθόν απ’ αυτό που έπλασα. Με ποιο δικαίωμα θέλει οι νεκροζώντανοι φίλοι, που με θυμήθηκαν ξαφνικά, να το αλλάξουν; Και κάτι ακόμα: μετακομίζω δύσκολα, μπορούν να με βρουν εύκολα στην ίδια διεύθυνση. Αυτοί, όμως, σαν να το κάνουν επίτηδες, αφού ύστερα από χρόνια σιωπής με βρίσκουν στην πιο ανύποπτή μου ώρα: τότε που θέλω να πιστεύω ότι οι κεκοιμημένοι ησυχάζουν και κανείς τους δεν έχει βρει τρόπους επαφής. Αλλά ας μη γίνομαι άδικος και ταυτίζω τους ζωντανούς με τους πεθαμένους. Όσοι υπάρχουν μόνο εδώ και ύστερα από καιρό μού τηλεφωνούν ή μου γράφουν έχουν πολλές λύσεις. Οι απελθόντες, όμως, το αντίθετο. Τουλάχιστον φανερά. Στην πραγματικότητα, εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία να εμφανιστούν. Ας πούμε: δεν κάνουν, στην ουσία, λάθος όσοι στέλνουν γράμματα στο κενό, σκέπτομαι. Και η μνήμη διατηρείται μέσα από τα λάθη: οι κεκοιμημένοι επιστρέφουν χάρη σ’ αυτά. Γιατί δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο στους φίλους τους, όπως λέει ο ποιητής, επειδή κάποτε κι αυτοί πεθαίνουν, με τη σειρά τους. Οπότε αναλαμβάνει η σοφία του σφάλματος να τους τιμήσει. Από την άλλη, οι ίδιοι οι απόντες αφήνουν πίσω τους ένα σωρό ακατάστατα ίχνη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Δεν τους βρίσκουμε εύκολα και αφήνουμε την υπόθεση στα χέρια τους. Φυσικά εκείνοι ξέρουν ότι ένα γραπτό τους αρκεί για να τους αγγίξεις. Αλλά δεν ησυχάζουν. Ζητούν να επανέλθουν ολόκληροι κι ανέπαφοι. Δεν μπαίνουν στον κόπο να σκεφτούν πότε θα ξεπεραστεί η ταχύτητα του φωτός, για να τους ξαναδούμε. Σε πείθουν ότι τώρα, παρά την ταραχή και τη σύγχυση που αφήνουν πίσω τους, μπορούν να τα ακυρώσουν όλα: ότι είναι εκεί κοντά και υποκρίνονται τους χαμένους, για να τους αναζητήσεις, περιμένοντας. Είναι μια αναμονή αδιάκοπη, που μπορεί _ γιατί όχι; _ να σε κάνει αισιόδοξο. Χωρίς το άγχος ότι θα σε ξεχάσουν. Αν πραγματικά θέλεις να σε βρουν, μπορείς να γίνεις πιο προσεκτικός. Θα δεις τότε το σχήμα τους στις πιο αθώες σκιές, θα νιώσεις τον αέρα τους στους κροτάφους. Δεν χρειάζεται να κλείσεις τα μάτια. Αντίθετα: σε επισκέπτεται η φαντασία του αληθινού με τους τρόπους που εκείνη ξέρει για να υπενθυμίσει. Σου διορθώνει την όραση απαλά και βλέπεις. Οι λιγότερο προσεκτικοί ανοίγουν την πόρτα σε φανταστικά χτυπήματα και βγαίνουν χωρίς λόγο στο δρόμο. Ενώ μπορούν να κάνουν το ελάχιστο: όπως, ας πούμε, να πιστέψουν ότι υπάρχει κάποιο σχέδιο (έτσι απλά), που σου διαφεύγει συνεχώς, και τα κάνει όλα γνωστά, απότομα _ με μια φωτογραφία ή μια λέξη. Μένει να δώσεις μεγαλύτερη προσοχή στο ασήμαντο, να αφιερωθείς στις λεπτομέρειες. Κάπου εκεί ανάμεσα στο λίκνισμα και των πιο αχνών εικόνων ή στο υπόλοιπο μιας φράσης που αιωρείται «ζουν ανάμεσά μας». Δεν χρειάζεται να παρηγορηθείς με τη φιλανθρωπία του ύπνου, που δίνει τις καλύτερες ευκαιρίες για συναντήσεις. Πολλοί, πριν αποδημήσουν, γράφουν για πρώτη φορά ένα ποίημα εμπιστοσύνης σε φιλόξενα όνειρα με τους δικούς τους νεκρούς ή απορούν και μόνο, πολύ λογικά, με την άκαρδη βιασύνη των απόντων, που άφησε πίσω μόνα τους τα κατοικίδια. Οι πιο πεζοί μεταθέτουν τα ραντεβού με τις ρεαλιστικές οπτασίες στο παρήγορο μέλλον: σε μια επείγουσα ανάγκη του χρόνου να υπάρξει, σαν να φανερώθηκε το αύριο μόλις τώρα, γεμάτο υποσχέσεις.

Πάντως, όσοι φεύγουν δεν αφήνουν πίσω τους κάποια διαθήκη με λευκές σελίδες: που σημαίνει ότι δεν πρέπει να τους αναζητήσεις οπωσδήποτε στο άδειο τους σπίτι ή στον παλιό, αγαπημένο τους περίπατο. Δεν επιτρέπουν να τους αγγίξεις με τη βοήθεια της αρχαιολογίας τους: μέσα από τις συλλογές εντόμων ή τα ξεχασμένα τους ενέχυρα. Δεν χρειάζονται επινοήσεις ούτε οράματα για να το καταλάβεις: αν και κατανοείς την απελπισία όσων καταφεύγουν σε αβίωτες συνοικίες με παρανοϊκούς και βυθισμένες μέντιουμ, συμβουλεύονται με άγχος εξαρτημένους του ασυνειδήτου ή αναγνωρίζουν τον χαμένο τους σε τυχαίους περαστικούς. Τίποτε απ’ αυτά. Μόνο να περιμένεις, αφήνοντας την πρωτοβουλία στο άγνωστο, που πάντα είναι έτοιμο να σε αιφνιδιάσει. Όσοι έφυγαν αιωρούνται χωρίς βάρος και έκταση μέσα στη σκέψη τους, που δεν μπορούν να ελέγξουν. Γι’ αυτό πάντα είναι πιθανή μια επίσκεψή τους απροειδοποίητη. Είναι πολλές φορές άδικοι με τις επιλογές τους: παρουσιάζονται μπροστά σε άσχετους που τους καίνε τα χέρια ή, αντίθετα, τους αφήνουν να προσπεράσουν, κατάπληκτοι απ’ την αδιαφορία τους. Αφού λένε μετά να μην ξανάρθουν, απογοητευμένοι. Δεν φταίμε, όμως, όλοι, αν και εκείνοι δεν το ξέρουν. Κάποιοι από εμάς, τότε, παραιτούνται άδικα και παύουν να ασχολούνται. Ας τους πολιορκεί κάποτε ένα ξαφνικό άρωμα ή μια παιδική ευφορία, που άλλοτε θα τους έκανε, για λίγο, αιώνιους, έτοιμους να καληνυχτίσουν τον πεθαμένο πατέρα τους στο διπλανό δωμάτιο.

vintage_under

2. ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ

Η οδός Ζωοδόχου Πηγής δεν θυμίζει, καθόλου, εκείνο το ευήλιο πάρκο όπου ο συγγραφέας και ο εκδότης συναντούν τον χειρότερό τους εαυτό.* Πριν αρχίσει η μέρα μου, δεν βρίσκομαι με τη σειρά μου μπροστά σε κάποιον εκκεντρικό άγνωστο, όπως οι δύο ήρωες, αλλά στον εκδότη Κάλβιο, που ξέρω ότι πάσχει και αυτός από ταχυκαρδίες. Όση ώρα μού μιλάει για τις διαφορές του με τον συγγραφέα Δημοσθένους, τον περιεργάζομαι, σαν ειδικός, στο μέτωπο και στο στόμα. Προσέχω εάν τρέμουν τα χέρια του, υπολογίζοντας πόσα χρόνια είναι μεγαλύτερος. Με την άκρη του ματιού μου πίσω του και λίγο πλάγια βλέπω να περνάει κάποιος, ίδιος με έναν πεθαμένο φίλο μου. Αφηρημένος δεν προσέχω την ξαφνική σιωπή του συνομιλητή μου και τον ρωτάω καθυστερημένα για την υγεία του. Έτοιμος, μου απαριθμεί όσα θέλω ν’ ακούσω: τα τελευταία του συμπτώματα και τα μέτρα που παίρνει. Σαν να ήταν κι αυτός παρών, λέω, το πρωί, λίγο πριν ξυπνήσω από τον ακαταλόγιστο ύπνο. Καμιά συνάντηση δεν είναι τυχαία. Δεν συμβαίνει πάντα ο συνειρμός να σε οδηγεί κατευθείαν στο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά, μόλις βλέπεις απέναντί σου κάποιον γνωστό, ξέρεις. Χρειαζόταν να μου το πει, πριν από πολλά χρόνια, στον ίδιο δρόμο ο γιατρός Ινεότης*. Το έχω στο μυαλό μου, δεν ξέρω γιατί, και, κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε ανθρώπους σαν τον Κάλβιο, ακούω τις συμβουλές τους με τη ριγηλή ελπίδα ότι διαθέτουν μια δύναμη που θα με στηρίξει. Επινοώ άλλα μάτια πίσω από τα μαύρα τους γυαλιά και νιώθω πιο ασφαλής. Δεν τους θέλω δα και εξωγήινους, ούτε, τέλος πάντων, σαν ασυνήθιστους, που έχουν πάρει ρητές εντολές από κάποιον εχθρό για να ρυθμίσουν τις υπόλοιπες ώρες μου. (Αν και δεν είμαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό.)

Θα μπορούσα να αποφεύγω το πρωί αυτή τη διαδρομή αλλά δεν το κάνω. Μηχανικά περπατώ χωρίς την αβάσταχτη ιδέα να νιώσω σαν ευεργεσία την επανάληψη. Οι εικόνες από κυρτούς ή αισιόδοξους ώμους να χάνονται στο βάθος μιας καβαφικής πόλης «που τους ακολουθεί» περισσεύουν γελοία μέσα μου. Όμως, ανομολόγητα μιμούμαι. Δεν φταίω εντελώς. Είναι ανάγκη να συγκρατήσω όσα με αφήνουν να καταλάβω εκείνοι που με σταματούν. Ή όσα οι άλλοι (που με προσπερνούν με σημασία στο δρόμο αυτό) μου μεταδίδουν. Σε έναν τόπο που έχει γίνει σκηνικό, χωρίς καν να με ρωτήσει. Θα ήθελα, βέβαια, μια άλλη, πιο έκπαγλη τοποθεσία να πρωταγωνιστεί. Αλλά δεν έχω επιλογές και δέχομαι την αναγκαστική σοφία της δικής μου. Οπότε περπατώ εκεί στη μέση ενός πλάνου με βήματα δικά μου. Όπως άλλοι κρατούν σφιχτά στην τσέπη ένα μικρό φετίχ, ενώ προφέρουν κάποιες αποφασιστικές λέξεις: και όχι μπροστά στο υπαρκτό δικαστήριο, μα μπροστά στον πρώτο τυχόντα, που με ξαφνική έμπνευση του μιλούν, δίνοντάς του ένα ρόλο κριτή. Από εκεί και πέρα μένουν τα ελάχιστα: οι μικρές λεπτομέρειες έτοιμες για τη μεγέθυνση. Θα μπορούσα να είμαι ο τυφλός φωτογράφος, που ήξερε καλύτερα από τους εμφανιστές τι έδειχναν τα καρέ του.* Να παραδεχθώ, όμως, ότι και σ’ εκείνον ακόμα πάντα κάτι διέφευγε. Γι’ αυτό επινοούσε διάφορα, για να αναγκάσει τους άλλους σε συμπαράσταση. Τελικά, αφήνεις να μιλήσουν μόνα τους όσα γλιτώνουν από τις λέξεις: αν και αυτές, από μόνες τους, μπορούν τυφλά να σε βοηθήσουν. Δεν τις χρειαζόμαστε βέβαια καν, όταν διακρίνουμε από μακριά να έρχεται από το ίδιο πεζοδρόμιο κάποιος ανεπιθύμητος. Και εκείνος, μέχρι να βρεθούμε κατά μέτωπο, φαντάζομαι ότι έχει προετοιμαστεί. Εκτός και αν, για να γλιτώσουμε από τα συμβολικά που θα ακούσουμε _ κάποιοι μιλούν με γνωμικά _, τον φανταζόμαστε κουρασμένο ή αδιάφορο για μας. Τότε, εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία και τον χρησιμοποιούμε εμείς για τις υπόλοιπες ώρες μας: αφού γίνεται ένα απλό θέμα για συζήτηση και όχι μια αφορμή για να συγκρατήσουμε, τον επόμενο καιρό, κάθε λεπτομέρεια της συνάντησης. Αλλά κανείς δεν μπορεί να νιώθει ασφάλεια, γιατί όλα τα ασήμαντα μεταμορφώνονται, καθυστερημένα, σε γεγονότα. Και κάθε συνομιλητής μας δεν το αγνοεί, ιδιαίτερα στο δρόμο όταν παίρνει βιαστικά τα αποτυπώματά σου. Έτσι, ενώ απομακρύνεται, λοιπόν, κρατάει τα αναμνηστικά σου. Όπως και εσύ. Με μια υστεροβουλία που δεν μπορεί κανείς να την καταγγείλει. Γιατί και οι δύο έχουμε γίνει μάρτυρες και μελλοντικοί αφηγητές της συνάντησης. Μπορεί από αδιακρισία να αναφέρουμε τι συνέβη τότε στην Ζωοδόχου Πηγής ή από την επείγουσα ανάγκη να θυμίσουμε στον εαυτό μας ότι είμαστε παρόντες εκεί για τον εξορκισμό. Υποκρινόμαστε ότι είχαμε από τότε διακρίνει όλα τα άσχημα συμπτώματα στο πρόσωπο του άλλου: μια αφύσικη ερυθρίαση, το βλέμμα εκτός κάδρου, το πρωτόγονο μέτωπο που έθελγε το κακό.

Εάν γινόταν τελικά να μείνουμε εκεί στο πεζοδρόμιο όρθιοι με τον άλλον, όσο χρειάζεται… Για να γλιτώσουμε μετά από τις ενοχές για τις παραλείψεις μας. Αλλά συμβαίνει να μας αιφνιδιάζει μια παρουσία σε στιγμή αδιάφορη, που δεν υπόσχεται τίποτα, ενώ όλα αιωρούνται και σε αναγκάζουν να προσπερνάς τα πιο σημαντικά. Όχι ότι πρέπει να φτάσεις στο σημείο της εξομολόγησης. Ο άλλος δεν θέλει πάντα να ακούσει, ούτε κι εσύ οπωσδήποτε βρέθηκες απέναντί του για να εξουθενωθείς ή να διορθώσεις το πιο αγαπημένο του ελάττωμα(«γιατί βαδίζεις με το κεφάλι σκυφτό;»). Μπορείς, ας πούμε, να του δώσεις ένα γράμμα, που πάντα ήθελες να του απευθύνεις, ή κάποιο μικρό συλλεκτικό δικό σου, έτσι, από έμπνευση, γιατί δεν θα τον ξαναδείς. Όπως μια για καιρό άφαντη που εμφανίσθηκε μπροστά μου ξαφνικά, και σαν έτοιμη μου έκλεισε σιωπηλά στην παλάμη λίγο αέρα.

©Τάσος Γουδέλης

Συνέχεια στο Τρίτο μέρος με κείμενα από το βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή