Δημήτρης Φύσσας: Μαυρουδής – Γουδέλης και τα νέα τους βιβλία (Ι)

[Αρχείο 15.03.2014]

«Το δέντρο» καρποφόρησε

Τρία διηγήματα του ενός και εφτά σύντομες ιστορίες  του άλλου: είναι δείγμα επαρκές (ίσα περίπου σε όγκο μεταξύ τους: του πρώτου είναι μακρότερα, του δεύτερου συντομότερα) έτσι που να ιντριγκάρει τόσο το διαδικτυακό αναγνώστη, ο οποίος λούζεται από χίλιες δυο μεριές με πλήθος πληροφοριών, έστω κι αν είναι αναγνώστης λογοτεχνίας και μόνο- είναι λέω δείγμα επαρκές ώστε να ιντριγκάρει τον αναγνώστη ν΄ αναζητήσει τα βιβλία σε φυσική μορφή, εφόσον αυτό πoυ διαβάζει εδω πέρα τού αρέσει;

Νομίζω ναι. Είναι μια καλή επιλογή τα τρία από τα 22 διηγήματα του Τάσου Γουδέλη («Το ωραίο ατύχημα», εκδόσεις «Κέδρος») και οι εφτά από τις 70 ιστορίες του Κώστα Μαυρουδή («Η αθανασία των σκύλων», εκδόσεις «Πόλις»), αμφότερα βιβλία του 2013. Λίγο πάνω από 10% του συνόλου στον έναν (το ακριβές 10% του 22 θα ήταν 2,2%, ε, είπα να το στρογγυλέψω προς τα πάνω), ακριβώς 10% στον άλλον- και νάτο το κομμάτι στις φιλόξενες «Στάχτες».

Οι δυο συγγραφείς είναι, ως γνωστόν, οι «ψυχές» του καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Το δέντρο»: ιδρυτής ο Μαυρουδής και «το δεξί του χέρι» ο Γουδέλης. Αλλά πέρα από την αλληλοσυμπλήρωσή τους, που εκφράζεται στο περιοδικό πολύ αποτελεσματικά, οι δυο σύντροφοι του «Δέντρου» μοιράζονται επίσης την ποιητική διάθεση (ο Μαυρουδής είναι έτσι κι αλλιώς ποιητής, ο Γουδέλης πάλι ένα μυθιστόρημα έχει δημοσιέψει μόνο- στο διήγημα διαπρέπει, που έχει σχεδόν εκ σχεδίου στενή σχέση με την ποίηση), τις πολλαπλές αναφορές (διακειμενικές, διακαλλιτεχνικές, ιστορικές, τοπιολογικές και άλλες), την αγάπη για τη μεικά αντισυμβατική αφήγηση (ο Γουδέλης και θεωρητικά, ταλιμπανικά ας πούμε, ο Μαυρουδής συμβατικότερα, μέσω συνειρμών), την αυτοαναφορικότητα, το σπάσιμο των ορίων ανάμεσα στα λογοτεχνικά (και τα ευρύτερα συγγραφικά) είδη, τον απρόσμενο συνειρμό, τη βύθιση στο παρελθόν, το ενδιαφέρον για το φαινομενικά ασήμαντο στοιχείο, τη λεπτομέρεια δηλαδή, την ανάπτυξη της «συζήτησης» με τον εαυτό πέρα από το συνήθη εσωτερικό μονόλογο, και ειδικά τη διερώτηση,  το στοχαστικό δούλεμα και ψιλοκοσκίνισμα της γλώσσας, την απαιτητική γραφή που ζητάει συμμετοχή του αναγνώστη, τη μη αυτονόητη κηδεμονία του ρεαλισμού, το συγκρατημένο συναίσθημα που αφήνεται (αφήνεται;) να δημιουργηθεί στον αναγνώστη χωρίς συνήθως να κατονομάζεται ρητά, τη φιλική διδακτικότητα και     -γιατί όχι; (που θα ρωτούσε ο Γουδέλης)- μια ορισμένη εγκεφαλικότητα.

Έχοντας θέσει προοιμιακά το ζήτημα, θα μπορούσαν να συνεχίσω α) αναλύοντας το καθένα από τα παραπάνω σημεία  β) επισημαίνοντας περαιτέρω διαφορές των δύο συνεργατών γ) με πρόσθετα στοιχεία.  Έτσι δε γράφονται τα λογοτεχνικά δοκίμια και/ή  οι σοβαρές κριτικές; Όμως περιορίζομαι μονάχα να γράψω ότι στο Μαυρουδή, σ΄ όλες τις ιστορίες του εδωπέρα, υπάρχει πάντα, με κάποιο τρόπο, ένας τουλάχιστον σκύλος- αντίθετα, τα διηγήματα του Γουδέλη δε μοιάζουν να έχουν κάποια συγκολλητική ύλη, έστω χαλαρή. Δεν τρέχει τπτ- το καθένα από τα δυο βιβλία, με τον τρόπο του, συνεχίζει την ανανέωση της μικρής φόρμας, απλά του Μαυρουδή είναι ακόμα μικρότερη.

Όμως άλλη στόχευση έχω εδώ εγώ, «ο σατυρίσκος του βουνού», τουτέστιν ο σκέτος παρουσιαστής και όχι κριτικός. Δε θα σας κουράσω με δοκίμιο ή κριτική (που άλλωστε δεν ξέρω να τα γράφω). Σας έγραψα όλα τα παραπάνω για ένα λόγο μονάχα: να σας τσιγκλίσω  να διαβάσετε τα λαμπρά αυτά  κείμενα.

Συνέχεια στο Δεύτερο και στο Τρίτο μέρος