Γαβριήλ Ναχμίας, δύο κείμενα προς τέρψιν του κοινού

Αρχείο 14/03/2014

decorative-lines-17_large2

MANY WORLDS

Ο γιος του Hugh Everett, ο Mark Oliver Everett, βρήκε νεκρό τον πατέρα του στο κρεβάτι το 1982. Ο Mark, γνωστός επίσης ως “E”, είναι ο τραγουδιστής και στιχουργός του συγκροτήματος Eels. Σε μελλοντική δουλειά των Eels, που δεν είναι απίθανο να κυκλοφορήσει κάποτε, υπάρχει το τραγούδι “A single swallow” που ξεκινά ως εξής:

A single swallow brings no spring;
so people use to say. But here’s a little verse
which I would never sing: A photon led
astray

can start a universe 

Το 1996, καρκινικά κύτταρα από τον πνεύμονα του Hugh Everett, ο οποίος δεν σταμάτησε να καπνίζει μανιωδώς ακόμη και μετά το θάνατό του, προσέβαλαν την κόρη του Elizabeth, η  οποία  αυτοκτόνησε την ίδια χρονιά. Στο σημείωμα που άφησε, ανέφερε ότι πήγαινε σε ένα παράλληλο σύμπαν, για να ξαναβρεθεί κοντά στον πατέρα της. Κατά τη μετάβασή της σε εκείνο το σύμπαν, πιθανότατα δημιούργησε γέφυρα για τη μεταφορά των καρκινικών κυττάρων που προσέβαλαν τη μητέρα της, Nancy, η οποία πέθανε από καρκίνο, το 1998.

(Σημείωση στο περιθώριο, 24/11/2007: Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, το όνομα Hugh Everett είναι εξίσου δημοφιλές με το John Smith, η αυτοκτονία τιμωρείται με δημόσια μαστίγωση του αυτόχειρα και οι αναφορές σε «παράλληλα σύμπαντα» δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα.)

decorative-lines-17_large2

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ

Στην πόρτα έγραφε «Απαγορεύεται η είσοδος». Δεν υπήρχε κλειδαριά, ούτε μεντεσέδες – τίποτε δεν έδειχνε ότι η πόρτα μπορεί να ανοίξει. Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι ήταν φάρσα, ότι δεν υπήρχε πόρτα, παρά ένα ομοίωμα πόρτας στην εσοχή του τοίχου. Όμως ο γέρος, στην είσοδο της σπηλιάς, το είπε καθαρά: «Στο τέρμα του διαδρόμου, στο αδιέξοδο, θα βρεις μια πόρτα. Βρες τρόπο να την ανοίξεις και προχώρα». Δεν γινόταν να κάνω λάθος, όπως δεν γίνεται να μην βρίσκε- ται πάντα κάποιος γέρος να σου πει τι πρέπει να κάνεις.

Δεν χρειάζεται να πω τι ψάχνω. Ας πούμε ότι ψάχνω το μυστικό πέρασμα για τον Άλλο Κόσμο, ή για τον Εδώ. Ας πούμε ότι ψάχνω τη Χαμένη Κιβωτό, ή το Άγιο Δισκοπότηρο. Εκείνη τη στιγμή πάντως έψαχνα κάτι να ανοίξω την πόρτα, ή αυτό που τέλος πάντων έμοιαζε με πόρτα. Δοκίμασα ότι μπορούσα να σκεφτώ. Χτυπούσα την επιφάνεια και αφουγκραζόμουν, μήπως βρω κάποιο κούφιο σημείο. Ακουμπούσα τα μάγουλά μου στις γωνίες, με την ελπίδα να νιώσω τον αέρα να περνά από κάποια χαραμάδα. Όμως, ό,τι κι αν έκανα, κατέληγα στο ίδιο σημείο: «Απαγορεύεται η είσοδος».

Θα ’πρεπε να είχαν περάσει αρκετές ώρες από τη στιγμή που βρέθηκα στο αδιέξοδο. Το πρωί, στο ξενοδοχείο, είχα προ- λάβει να ξυριστώ, όμως είχαν ήδη αρχίσει να με τρώνε τα μάγουλά μου. Με είχε πιάσει φαγούρα, αλλά κρατιόμουν. Είχα μια ανησυχία μήπως, ξύνοντας τα μούτρα μου, μεγάλωναν πιο γρήγορα οι τρίχες στο πρόσωπό μου. Άρχιζα να σκέφτομαι τι είχε συμβεί το πρωί, την προηγούμενη μέρα, την προηγούμενη εβδομάδα. Θυμήθηκα τη μάνα μου να μου τακτοποιεί τα σώβρακα στη βαλίτσα, τον πατέρα μου να μου σφίγγει το χέρι, καθώς άνοιγε την αυλόπορτα. Μπροστά περίμενε το ταξί για το αεροδρόμιο. Ούτε κατάλαβα πώς έφτασα στο αεροδρόμιο, δεν θυμάμαι καν πώς έφτασα ως εδώ. Σήμερα το πρωί, την ώρα που ξυριζόμουν, διαπίστωσα ότι είχαν αρχίσει να ασπρίζουν τα γένια μου.

Έφερα το χέρι μου στο μάγουλό μου. Οι τρίχες μου είχαν μεγαλώσει αρκετά πια, δεν φοβόμουν μήπως επιταχύνω την ανάπτυξή τους. Χάιδεψα τα γένια μου με ανακούφιση. Κοίταξα για μια στιγμή την επιγραφή, εκείνο το μάταιο «Απαγορεύεται», καθώς δρασκέλιζα το κατώφλι κι έμπαινα στο δωμάτιο. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου.

Στην άλλη άκρη του δωματίου με περίμενε ο γέρος που είχα συναντήσει το πρωί, έξω από τη σπηλιά. Για κάποιο λόγο, κανείς μας δεν παραξενεύτηκε από την εμφάνιση του άλλου. Σκέφτηκα να τον ρωτήσω πώς βρέθηκε εδώ μέσα, αλλά εκείνος δεν φαινόταν να μου δίνει σημασία. Μου γύρισε την πλάτη και κάρφωσε το βλέμμα σε μια εσοχή του τοίχου. Πλησίασα αργά, δεν είχε άλλωστε νόημα να βιάζομαι. Στάθηκα πλάι του και διάβασα μαζί του την επιγραφή: «Απαγορεύεται η έξοδος».

Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη βλακεία μου και ρώτησα:

– Και τώρα; Πώς θα βγούμε από δω;
– Όπως μπήκαμε, μου απάντησε.

 decorative-lines-17_large2

Από το βιβλίο: Γαβριήλ Ναχμίας, NOMINATI
Α΄ έκδοση: Δεκέμβριος 2010

©2010 Γαβριήλ Ναχμίας
φωτο © Στράτος Φουντούλης, Πόρτα στην Αμβέρσα, 2013