Περιηγήσεις Ναυτίλου, Οι Μπούντενμπροκς του Τόμας Μαν

Τόμας Μαν, εκδ. Οδυσσέας, μτφ. Τούλα Σιέτη.

«Δεν υπάρχουν υποκείμενα… κάθε υποκείμενο είναι εκπρόσωπος ενός ολόκληρου είδους«.
Γκαίτε

 

Τι το κοινό

έχουν μυθιστορήματα σαν το Paradiso του Λίμα, το Middlemarchτης Έλιοτ, το Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ, τον Οδυσσέα του Τζόυς, τοΘάνατο του Βιργιλίου του Μπροχ, το Ζοφερό οίκο του Ντίκενς και τους Μπούντενμπροκς του Μαν; Η προφανής απάντηση είναι ότι πιάνουν απίστευτο χώρο σε μια βιβλιοθήκη αφού ξεπερνούν τις 800 σελίδες το καθένα, είναι υπεύθυνα για τη μη αναστρέψιμη κυρτότητα των ραφιών της καθώς και για την γκρίνια που προκαλεί η έλλειψη ελεύθερου χώρου στο σπίτι ενός βιβλιόφιλου…

 Πάντα αναρωτιόμουνα γιατί τα περισσότερα μυθιστορήματα απ’ αυτά που θεωρούνται αριστουργήματα είναι τόσο ογκώδη, λες και η ποιότητά τους εξαρτάται από την ποσότητα των λέξεων που περιέχουν. Ενώ το λιλιπούτειο Πέδρο Πάραμο, δεκάρι με τα όλα του, που βρίσκεται απομονωμένο σε κάποια αδιευκρίνιστη γωνιά της βιβλιοθήκης μου, θα έδειχνε τόσο λίγο πλάι τους. Μήπως γιατί η περιπλάνηση σε ένα δάσος μου φαίνεται πιο γοητευτική από μια βόλτα σε έναν κήπο, όσο εξαίσιος κι αν είναι αυτός; Ή μήπως γιατί με έλκουν τα μυθιστορήματα-εγκυκλοπαίδειες, στα οποία προσδοκώ να βρω απαντήσεις για ένα σωρό ερωτήματα;
  «Οι Μπούντενμπροκς» είναι η ιστορία μιας ισχυρής και παραδοσιακής οικογένειας της Λυβέκης, που αρχίζει στα 1835 με τον γέρο Γιόχαν Μπούντενμπροκ και τελειώνει με τον Χάννο, τον δισέγγονό του στα 1877. Στην ουσία όμως η αφήγηση επικεντρώνεται στα τρία εγγόνια του Γιόχαν: τον Τόμας, που αναλαμβάνει τα ηνία της εμπορικής φίρμας της οικογένειας, τον Κρίστιαν και την Τόνυ. Ο Τόμας Μαν μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την οικονομική, τη φυσική και την πνευματική παρακμή τους. Παρόλο που θεωρητικά είχαν όλες τις δυνατότητες να ευτυχήσουν κανείς τους δεν τα κατάφερε. Ούτε αυτοί που θυσίασαν τις επιθυμίες τους για χάρη του ονόματος που έφεραν αλλά ούτε αυτοί που δεν το έκαναν. Θα έλεγε κανείς ότι τους εμπόδιζε μια ανώτερη δύναμη ή μάλλον γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η παρακμή ενός ατόμου είναι συνέπεια μιας κοινωνικής και ιστορικής παρακμής καθώς αντιστοιχεί στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όλες οι προσπάθειες του Τόμας Μπούντενμπροκ, τέκνου μιας άλλης εποχής, να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα της οικονομικής ανάπτυξης είναι μάταιες και τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Η εποχή των οικογενειακών εταιριών με ηθικούς κώδικες και μέριμνα για τα κοινά είχε παρέλθει. Οι πολίτες της Βασίλισσας του Χάνζε, της πόλης-κράτους Λυβέκης, έδιναν τη θέση τους στους αδίστακτους Γερμανούς αστούς του τέλους του 19ου αιώνα.
«Εμείς, αγαπημένη μου κόρη, δεν γεννηθήκαμε γι’ αυτό που, μυωπικά βλέποντας, θεωρούμε ότι αποτελεί τη δική μας, μικρή, προσωπική ευτυχία, γιατί δεν είμαστε ξεκομμένα, ανεξάρτητα, μεμονωμένα όντα που υπάρχουν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά οι κρίκοι μιας αλυσίδας, και θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξή μας, αυτή η μορφή ύπαρξής μας, δίχως τη σειρά όλων εκείνων που προηγήθηκαν και που μας έδειξαν το δρόμο, ακολουθώντας κι αυτοί με τη σειρά τους μια δοκιμασμένη και άξια σεβασμού παράδοση με αυστηρότητα και δίχως παρεκκλίσεις«.
  Ο Τόμας Μαν, γόνος μιας αντίστοιχης οικογένειας της Λυβέκης, χρησιμοποιώντας τον ρεαλισμό του ως «καθρέφτη της ζωής», μας παραδίδει μοναδικά πορτρέτα χαρακτήρων συνθέτοντας μια ολοζώντανη τοιχογραφία εκείνης της εποχής. Όλα κυλούν τόσο φυσικά, τόσο αβίαστα, που έχεις την αίσθηση ότι τίποτα δε θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, αμέτρητοι συμβιβασμοί χάριν του καθήκοντος και της οικογενειακής φίρμας και οικογενειακές συγκρούσεις περιγράφονται χωρίς την παραμικρή παραχώρηση στο ρομαντισμό ή στην κοινοτοπία.
  Το κύριο αφηγηματικό όπλο του Μαν είναι η λεπτή του ειρωνεία. Μια ειρωνεία μοναδική, που λειτουργεί ως φίλτρο μέσα απ’ το οποίο περνάει όλη του η αφήγηση. Έτσι ο Γερμανός δημιουργός καταφέρνει να διατηρεί αποστάσεις απ’ όλους τους χαρακτήρες του, ενισχύοντας την αντικειμενικότητα της αφήγησης ενώ ο αναγνώστης τους γνωρίζει μέσα από τις αντιφάσεις τους. Δεν υπάρχουν θετικοί ή αρνητικοί χαρακτήρες. Όλοι τους είναι απλά άνθρωποι.
  «Οι Μπούντενμπροκς» είναι για μένα ο ορισμός του μυθιστορήματος. Στέρεο, ακλόνητο, κλασικό σαν τα παλιά κτήρια της Λυβέκης. Φτιαγμένο να διαρκέσει αιώνια. Ο Φώκνερ το είχε χαρακτηρίσει ως το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Γνωρίζοντας όμως και την μάλλον αντίθετη άποψή του για τον»Οδυσσέα» θα αναφωνούσα: Ζήτω ο ορισμός αλλά ζήτω και η εξαίρεσή του!
«_Μα τι τρέχει Τομ; Θα ‘πρεπε να ήσουν χαρούμενος! Όλα πάνε καλά. Εδώ σεργιανάμε στον κήπο σου και όλα μοσχοβολάνε. Εκεί είναι το καινούριο σπίτι σου, ένα σπίτι όνειρο. Όλα αυτά εσύ τα κατάφερες…
_Ναι, είναι σχεδόν παραπάνω απ’ όσο πρέπει ωραίο, Τόνυ. Μού δίνει μεγάλη χαρά η προοπτική όλων αυτών, όμως η προκαταβολική αυτή χαρά ήταν, όπως πάντα, το καλύτερο, γιατί το καλό έρχεται πάντα πολύ αργά, ολοκληρώνεται πάντα πολύ αργά, όταν πια δεν μπορείς να το χαρείς σωστά… Τι είναι επιτυχία; Μια μυστική, απερίγραπτη δύναμη, περίσκεψη, ετοιμότητα… η συνείδηση ότι ασκώ απλά και μόνο με την ύπαρξή μου κάποια πίεση στις κινήσεις της ζωής γύρω μου… Η πίστη ότι χειραγωγείται η ζωή προς όφελός μου… Ευτυχία και επιτυχία βρίσκονται μέσα μας. Πρέπει να τις κρατήσουμε:γερά, βαθιά… Βλέπεις, Τόνυ… Ξέρω ότι συχνά τα εξωτερικά, ορατά και απτά γνωρίσματα και σύμβολα της ευτυχίας και της ανόδου εμφανίζονται τότε όταν στην πραγματικότητα έχουν πάρει όλα πάλι την κατιούσα. Αυτά τα εξωτερικά γνωρίσματα χρειάζονται χρόνο μέχρι να φτάσουν, όπως το φως ενός αστεριού σαν κι αυτά κει ψηλά, που δεν ξέρουμε, όταν ακτινοβολεί φωτεινότατο, αν ετοιμάζεται να σβήσει ή αν είναι ήδη σβησμένο..

*

Τόμας Μαν  
Οι Μπούντενμπροκς 
Εκδόσεις Οδυσσέας
μτφ. Τούλα Σιέτη

*

©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου

Δημήτρης Φύσσας, «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

Χρονογράφος μεγάλου αναστήματος

(Αναδημοσίευση) Κριτική του συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα στην Athens Voice

Για το βιβλίο «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

H

χρονογραφία είναι είδος με μακρά παράδοση στον ελληνικό Τύπο. Αφήνοντας στην άκρη τους έμμετρους, καθώς ο Σουρής, το μυαλό μας πάει, βέβαια, αρχικά στους πούρους χρονογράφους, που έγραψαν χρονογραφήματα κι έμειναν πιστοί πλήρως ή σχεδόν πλήρως σ΄ αυτά, όπως ο Σταμ. Σταμ. ή ο Παλαιολόγος. Υπάρχουν σπουδαίοι συγγραφείς που έχουν διαπρέψει στο χρονογράφημα (Κονδυλάκης, Νιρβάνας κλπ), ενώ ορισμένα διηγήματα άλλων ρέπουν τόσο πολύ προς το είδος, ώστε είναι αρκετό δύσκολο να ξεχωριστούν απ΄ αυτό (π.χ. Μητσάκης, Ροϊδης, Παπαδιαμάντης κλπ). Υπάρχουν κι άλλοι που ενώ είναι αφόρητοι ως συγγραφείς, είναι μια χαρά ως χρονογράφοι, με πρώτο το Μελά. Υπάρχουν φυσικά και όσοι ξεκίνησαν χρονογραφώντας, για να περάσουν αργότερα στην πεζογραφία (Γερμανός), το θέατρο (Παπαδούκας) ή αλλά είδη (Στεφανοπούλου). Υπάρχουν και οι all around, όπως ο Ψαθάς ή η Βλάχου. Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται αναφορές κάποιας ηλικίας, στους σύγχρονούς μας θα μπορούσα ν΄ αναφέρω τη Δαμιανίδη ή το Μανταίο. Κι όλα αυτά ενδεικτικά, οι καλλιεργητές του είδους είναι πολλοί και καλοί, ενίοτε δε η χρονογραφική τους ιδιότητα είναι επιμελώς υποφωτισμένη (Ψυχογιός, Θεοδωρόπουλος, Χωμενίδης, Τριανταφύλλου, Ζαχαριάδης, Παπαδάκη, Γιαννακίδης κλπ).

 

Πολλές βαριάντες έχουν εμφανιστεί, αλλά η κεντρική συνταγή παραμένει, εκατόν τόσα χρόνια και βάλε, η ίδια: ολίγη από επικαιρότητα, λοξός σχολιασμός της, φευγαλέα δοκιμιακότητα, χιούμορ, πικρόχολη διάθεση, πυκνότητα γραφής, αυτοσαρκασμός, εύρος γνώσεων, αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος (το τελευταίο το δυσκολότερο απ΄ όλα). Κι όλα αυτά γιατί; Για να σκάσει στην καλύτερη περίπτωση ένα χαμογελάκι ή για να κάνει μια φευγαλέα καινούργια σκέψη ένας, πιθανότατα κακοδιάθετος ή τζαναμπέτης, αναγνώστης. Αχάριστο είδος το χρονογράφημα, ξέρει ότι δεν πρόκειται να γράψει ιστορία, σαν το κύριο άρθρο, έχει όμως την αξίωση να το θυμούνται περισσότερο από το μικρό σχόλιο. Γι΄ αυτό και το δυσκολότερο, ίσως, στη δημοσιογραφία. Γι΄ αυτό και η στήλη του χηρεύει σε πολλά μίντια.
Έχοντας χωνέψει καλά όλα τα παραπάνω στοιχεία, η Ρούλα Γεωργακοπούλου χρονογραφεί από χρόνια στα «Νέα» και τον «Ταχυδρόμο». Τώρα, η Ρ.Γ. (που να το γράφεις όλο!), πολύ καλά έκανε κι έβγαλε μια ανθολογία 200 περίπου κομματιών της σε βιβλίο, σε μη χρονολογική σειρά για να μη δείχνει, όπως λέει η ίδια «την όποια εξέλιξη της». Καλλιεργώντας το δύσκολο αυτό είδος, η Ρ.Γ. ταυτόχρονα το ανανεώνει, προσφέροντας τα εξής νέα στοιχεία τουλάχιστον:
Α. Σουρεαλίζουσα διάθεση, που φαίνεται στις αναπάντεχες, αλά αυτόματη γραφή συνειρμικές συνδέσεις της
Β. Πλήθος λογοτεχνικών, ιστορικών, θεατρικών, κινηματογραφικών, πολιτικών μουσικών, αθλητικών, (ημι)επιστημονικών κλπ αναφορών, για όποιον θέλει να εμβαθύνει λίγο περισσότερο
Γ. Άριστη χρήση της αναλογίας και της παραβολής, τόσο, που καμιά φορά χρειάζεται δεύτερο και τρίτο διάβασμα για να είσαι σίγουρος ποιο σημείο της επικαιρότητας κατακρεουργείται (ή έστω σχολιάζεται κάθε φορά)
Δ. Κίνηση σε όλο το εύρος της ελληνική γλώσσας, από τις λαϊκότερες μέχρι τις λογιότερες εκφράσεις της
Ε. Συνήθως, μπόνους για το τέλος, σα δώρο και ταυτόχρονα σαν κατακεφαλιά στον αδημονούντα αναγνώστη, το ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο του σχολιασμού
ΣΤ. Ιδανική τιτλοφόρηση. Ιδού ένα απάνθισμα τίτλων: «Ανδρός πεσούσης», «Σουτιέν περίπτωση», «Για μια φέτα καλοριφέρ, ξεροψημένη», «Γιατρέ μου, θα ζήσω; », « Νιψονανομηματαμημονανόψιν», «Στενογραφία ή θάνατος», «Και ο Θεός έπλασε την Κάστερ Σεμένια», «Κλινήρης και φρουρούμενος», «Όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) », «Στων Καννών την ολόμαυρη ράχη», «Επιστροφή στους μεντρεσέδες», «Το καριοφίλι, μάνα μου», «Puttana industriale, «Από τον Τζιμπούρ στον Πετσάλνικο», «Άντρες στον ένατο μήνα», «Σου βάζω δύσκολα, μα σκέψου πόσα πέρασα», «Η θανάσιμη αγωνία του Τσετίν Μάντατζη, «Ευτυχισμένο το 2051! », «Κλινοφιλία», «Ζεράρ λυόμενος», «Πες στην αδρεναλίνη, ακόμα την ψάχνω», «Φύλακες στη σίκαλη, μόνοι σας τώρα», « Κοιµήθηκε, πέθανε ή τα κακάρωσε;» «Στο Μπελμόν, αδελφές μου, στο Μπελμόν», « Στον όγδοο ουρανό», «Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου», «Πρόσεχε πού πατάς», «Χτύπα κι άλλο», «Ιστορίες του WC», «Tελευταίο ταγκό στο Παγκράτι», «Τo καρτέλ της γομολάστιχας», «Εγώ, ο κλώνος», «Η σέχτα της σελινόριζας», «Δεν είσαι καθόλου εντάξει» (ρίξτε μια δεύτερη ματιά στους παραπάνω, επιλεγμένους από μένα τίτλους- σε συνάρτηση με τα παραπάνω πέντε σημεία που επισήμανα).
Και τώρα, μετά από τούτη τη μακρά προεξαγγελτική παράθεση, το κυρίως πιάτο: Μια επιλογή ελάχιστων, οχτώ μονάχα, από τα περίπου 200, εξαιρετικά χρονογραφήματα της λαμπρής συναδέλφισσας:

 

«Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013

1. Μας πήραν το Παγκράτι

Όταν σφίγγουν τα πράγματα καταφεύγω στις αναμνήσεις της μάνας μου από την Κατοχή. Πολύ κακώς δεν έδινα σημασία τότε που τα είχε πιο πρόσφατα και μπορούσα να την τσεκάρω. Τώρα είμαι υποχρεωμένη να δεχτώ τη δική της στρογγυλεμένη εκδοχή ότι, και καλά, πέρασε μια φυματίωση στο πόδι κουτρουβαλώντας με τις τακουνάρες της από τα υψίπεδα του Παγκρατίου στη Λυρική και επέστρεφε από εκεί ποδαράτα, τραγουδώντας στη διαπασών.
Αυτά σκεφτόμουν την Κυριακή το βράδυ, όταν έβγαινα από το Θέατρο Ολύμπια με την άρια «Una furtiva lagrima» ακόμη στα αυτιά μου και τη νέα αθλιότητα της Αθήνας να περφορμάρει μπροστά στα μάτια μου. Πόσο ανόητη υπήρξα που δεν εκτίμησα, στον καιρό μου, την προωθητική δύναμη των ψηλοτάκουνων;
Ανέβηκα στο Παγκράτι με ταξί κι άρχισα να ψάχνω σαν μανιακή στα ορεινά της βιβλιοθήκης μου. Πολύ κακώς είχα διαβάσει στεγνά λογοτεχνικά τον «Κουτσό Άγγελο» του Αλέξη Πανσέληνου. Η μετάκληση του φοβερού Γερμανού μαέστρου Μπόντο Φρόμπεργκερ που είχε έρθει να διευθύνει τον «Χρυσό του Ρήνου» στην παγωμένη αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με μουσικούς και πριμαντόνες στα πρόθυρα της ασιτίας, είχε αρχίσει κιόλας να δουλεύει μέσα μου. Αύριο, το πολύ μεθαύριο, θα πάω να αγοράσω και τις γόβες. 26.10.2011
2. Σταδίου 23
Θέλω να δω τους δύο που κατηγορούνται για τη Marfin. Δεν θέλω να τους ακούσω. Να τους δω θέλω μόνο. Να μπω στο νόημα, να καταλάβω. Έχουν μάτια, μύτη, χείλη, αυτιά, κούτελο; Περπατούν, κάθονται, χειρονομούν, χασμουριούνται όπως εγώ, εσείς και οι άλλοι; Μακραίνουν τα νύχια τους και τα μαλλιά τους; Τρώνε, κοιμούνται, βήχουν, φταρνίζονται, αποπατούν; Έχουν τις ίδιες λειτουργίες με τον κοινό ανθρώπινο οργανισμό ή παίζει τίποτα αλλιώτικο; Το τεκμήριο της αθωότητας θα το σεβαστώ οπωσδήποτε, όπως άλλωστε έχω σκοπό να σεβαστώ και αυτούς που θα μαζευτούν να τους αθωώσουν διά βοής έξω από τα δικαστήρια. Θα σεβαστώ ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πειστεί η έδρα και τελικά τους αφήσει να φύγουν λόγω αμφιβολιών ή λόγω παρέλευσης του δεκαοκτάμηνου προφυλάκισης όπως ορίζει ο νόμος. Τι άλλο να κάνω; Η Δημοκρατία, για μένα, είναι πόλεμος. Πόλεμος κατά του κακού, του μοχθηρού, του βάρβαρου, του πρωτόγονου που έχω μέσα μου. Θα καθίσω λοιπόν στ’ αυγά μου, προσεκτικά να μην τα σπάσω, και θα περιμένω να τους δω σιγοτραγουδώντας τον προσωπικό μου εφιάλτη: «Ανέβηκα σ’ ένα βουνό και είδα ένα γαϊδούρι/ το κοίταζα με κοίταζε/ και μου ‘μοιαζε στη μούρη».
Έχω κι άλλα χιτάκια εσωτερικής χρήσεως αλλά δεν πρόκειται να σας τα τραγουδήσω εδώ, όλα μαζεμένα. Θα συμπληρώσω απλώς το παραπάνω: «Γω-γω, συ-συ, τα φυλάς εσύ». Μόνοι σας τώρα. 1.2.2013
 
3. Αγγέλω, η βασίλισσα της κερκίδας
Τις αθώες εποχές, τότε που ο Μπέος και ο Κούγιας δεν ήταν ακόμη σελέμπριτι της μπάλας, η Αγγέλω ήταν η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της Μαύρης Θύελλας. Μες στο τεράστιο σώμα της είχε μια αθώα καρδιά που χτυπούσε κάθε Κυριακή μεσημεράκι για τη «σκληρή» νότια κερκίδα του Π.Σ. Καλαμάτα. Η Αγγέλω Σμυρνιού, εργάτρια στου Καρέλια, πέθανε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 64 ετών. Έφηβη ακόμη ξεσήκωνε με τις διονυσιακές ατάκες της την τοπική ομάδα του Απόλλωνα, η οποία εξέφραζε το συντηρητικό κομμάτι της καλαματιανής κοινωνίας. Από το 1967, όταν ο Απόλλων συνενώθηκε με την αριστερή ομάδα της πόλης, τα θρυλικά Πράσινα Πουλιά, εκλέχτηκε διά βοής αρχηγός της ανδροκρατούμενης κερκίδας.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, μάλλον γιατί δεν το χρειαζόταν. «Ήταν αδιανόητο να παίξουμε χωρίς να την ακούμε» λέει ο Άγγελος Σκαφιδάς, αρχηγός της ιστορικής ομάδας. «Στο πρώτο ματς με τον Ολυμπιακό, στο Καραϊσκάκη, καθόταν κοντά στη Θύρα 7. Οι φωνές της κόντραραν την τρομπέτα του Αττίλιο. Προηγηθήκαμε στο σκορ, πετάχτηκε να πανηγυρίσει κι έφαγε τόσες κλωτσιές, που μέτρησε με το κεφάλι τα σκαλιά της κερκίδας κι έσπασε το χέρι της».
Το 1972 η Καλαμάτα, με βασικό αντίπαλο τον Ίκαρο Νέας Ιωνίας, ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Η πόλη παραληρούσε στο «ξερό» του Μεσσηνιακού, με τις τσιμεντένιες κερκίδες και τα ασοβάτιστα αποδυτήρια. Εκεί ήταν το βασίλειό της και από εκεί δίδασκε, χωρίς να το ξέρει, κι εμάς, τα δυο τρία μαμμόθρεφτα που τολμήσαμε να σκάσουμε μύτη την ίδια εποχή, στην ίδια κερκίδα.
Μαθαίνω ότι στην κηδεία της έστειλε στεφάνι ο πρωθυπουργός και ότι ο τότε πρόεδρος της ομάδας τη χαρακτήρισε «Βέμπο της Μαύρης Θύελλας». Εμείς την ευχαριστούμε από εδώ. Για τη χαρά του παιχνιδιού και για τις αναμνήσεις. 21.12.2012
4. Ποιος νίκησε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας
Άβυσσος οι βιορυθμοί των «γνωστών αγνώστων». Η επέτειος του Πολυτεχνείου γιορτάστηκε φέτος χωρίς σπέσιαλ εφέ. Εν τω μεταξύ, το άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη ανέλαβε να τονώσει το κλίμα λανσάροντας ένα ακόμη δίλημμα μέσα στα τόσα: Ήταν όντως μια λαϊκή εξέγερση, έτσι όπως την αφηγείται η Αριστερά, ή πρόκειται για έναν «καθεστωτικό μύθο» από τον οποίο επωφελήθηκε κυρίως η ίδια;
Χαίρομαι που ο όρος «καθεστωτικός μύθος» δεν ανέβασε στα κάγκελα τους συνήθεις κοκορίκους. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο με οποιαδήποτε διατύπωση επιχειρεί (εύστοχα ή άστοχα) να ανακατασκευάσει τη «χαμένη ιστορία». Δεν ξέρω αν το αποτέλεσμα είναι αληθινό, βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι θα είναι πάντως θεραπευτικό.
Με εξαίρεση τον Λάκη Λαζόπουλο και τις θείες του από τη Λάρισα, η Ιστορία του καθενός δεν είναι μια βεβαιότητα που τη βαστά σαν ρόπαλο κατά παντός διερχομένου. Απεναντίας είναι μια πληγή, μια έλλειψη, ένας τραυματισμένος ιστός, ένα πάτσγουορκ απωθήσεων, εξιδανικεύσεων και αποκρύψεων που ζητάει απεγνωσμένα την ανασύνθεσή του. Για μένα, κάθε συνδετικό υλικό είναι καλοδεχούμενο αρκεί να είναι αυθεντικό, όπως επί παραδείγματι το χιούμορ ή το τυχαίο.
Σας απoχαιρετώ με μια αληθινή ιστορία. Βρισκόμαστε στο 1968, στην καρδιά της χούντας, και οι μαθητές της Κούλουρης με κανό και ποδήλατα θαλάσσης αναπαριστούν ενώπιον των Αρχών τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Θες επειδή φύσαγε ανάποδα, θες επειδή τους Έλληνες τους υποδύονταν οι σπασίκλες και τους εχθρούς οι περπατημένοι, πάντως εκείνη τη χρονιά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας την κέρδισαν οι Πέρσες. 21.11.2012
5. Το µαγαζάκι του τρόµου
O πατέρας µου, µύρο το κύµα που τον τύλιξε, δεν ήθελε να γίνω ναυτικός. Απεναντίας ήθελε µετ’ επιτάσεως να γίνω φαρµακοποιός. Κι αφού του ΄κανα τη χάρη να παιδευτώ επί δεκαπενθήµερο µε τη Φυσική του Περιστεράκη, τελικά το πουλάκι πέταξε και να πού φτάσαµε σήµερα. Να ξεφτιλίζοµαι ως επαγγελµατίας και ως άνθρωπος για έναν ουροσυλλέκτη εν µέσω απεργιακού κύµατος. Και σε ποιον δεν τηλεφώνησα και σε ποιον δεν κλάφτηκα για ένα αποστειρωµένο πλαστικό φιαλίδιο συν µια καρτέλα αντιβιοτικά ευρέος φάσµατος. Και να πεις πως δεν σέβοµαι και δεν τιµώ το φωτεινό σταυρουδάκι της κάθε γωνίας; Καθηµερινά και απαρεγκλίτως. Μα θα χρειαστώ, ώρα µεσάνυχτα, κανένα αναλγητικό αναβράζον από εκείνα που δεν πουλάνε τα περίπτερα, µα θα µου ᾽χει ρουφήξει η ηλεκτρική σκούπα το θερµόµετρο, µα θα καίγοµαι για κανένα πακετάκι ντεµακιγιάζ και για ανατοµικούς πάτους µε διπλό διαφορικό και αντικραδασµικό σασί. Πώς να σας το πω για να το καταλάβετε; Εµείς τα έχουµε χτίσει αυτά τα µαγαζιά κι ας λειτουργούν όποτε ευκολύνονται. Προσωπικά το είχα συνηθίσει να ψοφολογάω σύµφωνα µε το ωράριό τους και να ξεµένω από µπατονέτες ανάλογα µε τα ρεπό τους. Αλλά αυτό το πρόσφατο, να ρίχνουν «πόρτα» σε διαβητικούς, καρδιοπαθείς και ασθµατικούς, µου φαίνεται πολύ βαρύ. Πιο βαρύ από τις βαρύγδουπες δηλώσεις των εκπροσώπων τους στην τηλεόραση, βαρύτερο και από την έλλειψη ουροσυλλέκτη που λέγαµε παραπάνω. 24.1.2011
6. Η στάση της ιεραποστόλου
Αν κατάλαβα καλά, ο νοµικός σάλος ξεκίνησε όταν µια Σουηδέζα κελάηδησε από το τουίτερ της αυτήν (περίπου) την ατάκα. «Χτες βράδυ έκανα πρωκτικό σεξ µε τον φίλο µου και σήµερα το πρωί διείσδυσε µέσα µου χωρίς προφυλακτικό και χωρίς τη συναίνεσή µου». Να τον µηνύσω ή να τον πλακώσω στο ξύλο;
Η τελευταία ερώτηση είναι δική µου, µέσα µου όµως έχω κι άλλες πολύ πιο επείγουσες. Μπορώ άνετα να µαντέψω το ποιόν του συγκεκριµένου βρωµιάρη που ξέχασε να κάνει µπιντέ, µου είναι αδύνατον όµως να κατανοήσω τη στάση της παθούσας, η οποία καίτοι Σουηδέζα «ντράπηκε», λέει, να τον κόψει πάνω στο καλύτερο και ιδού πού φτάσαµε. ∆εκαετίες µετά τη σεξουαλική επανάσταση και τον φεµινισµό να συζητάµε ξανά για τη «συναίνεση», τις «γκρίζες ζώνες» στον έρωτα, την ελευθερία, τη σεξουαλική αυτοδιάθεση και τη συνενοχή.
Κι ενώ κάλλιστα θα είχε αποσοβηθεί το µοιραίο µε ένα απλό –απλούστατο– «δε γουστάρω ρε φίλε», οι πιο απελευθερωµένες γυναίκες της Ευρώπης επαναφέρουν το κώλυµα της «υποµονής» και της «ντροπής», οι οποίες στο ρεπερτόριο των αντρών ερµηνεύονται ως «λεβεντόπαιδο Αρίστο µπες στο µαγαζί και κλείσ’ το».
Στοιχειώδες αγαπητέ Γουότσον. Ο δυτικοευρωπαϊκός αυτισµός φτάνει σε σηµεία εκζήτησης, την ίδια ώρα που οι γυναίκες ενός άλλου ανοµολόγητου κόσµου λιθοβολούνται δηµοσίως και ακρωτηριάζονται σεξουαλικά επειδή στραβοπάτησαν και φάνηκε ο αστράγαλός τους. Αυτά… 14.2.2011
7. Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Φέτος γιόρτασα την Εργατική Πρωτομαγιά στην πλαζ του Φλοίσβου. Με τον γιακά της καμπαρντίνας μου σηκωμένο, μέτραγα κεφαλάκια να ξεμυτίζουν από την παγωμένη θάλασσα και περήφανους γλουτούς να λιάζονται στην παραλία. Προσεκτικά, μη με πάρουν είδηση, εξέταζα ωραίους μεσήλικες μέσα στα αθλητικά τους παπούτσια και απελεύθερα παιδιά και σκυλάκια να λιχνίζουν την απάτητη άμμο α βολοντέ.
Μα πιο πολύ από όλους τους διαδηλωτές μου έκαναν εντύπωση οι νεαροί γονείς που βόλταραν στην προκυμαία. Τόση μοναξιά, τόση ψυχική απόσταση πάνω από το ίδιο καροτσάκι, πάνω από τον ίδιο μπέμπη, τόση δυσοίωνη σιωπή ανάμεσα στα δύο συμβαλλόμενα μέρη…
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί και να έφταιγε το ύπουλο ανοιξιάτικο αεράκι, πάντως αυτή η κατά ζεύγη σιωπηλή διαμαρτυρία μου πάγωσε την ψυχή. Χίλιες φορές καλύτερα να παρακολουθώ τα σλάλομ που έκαναν με τα πατίνια τους ένα ζευγάρι Ρώσων ντεσπεράντος σύρριζα στις γραμμές του τραμ. Αυτοί τουλάχιστον είχαν την όρεξη να φλυαρούν μεταξύ τους και να χαζογελάνε παρά το λαχάνιασμα, παρά τα κάποια ανεπαίσθητα φρεναρίσματα στο κράσπεδο.
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί να συνέβαλαν τα κασκέτα και οι επιγονατίδες που φορούσαν, πάντως από όλα τα πανό της φετινής Πρωτομαγιάς αυτό ήταν το μόνο που κέρδισε την εμπιστοσύνη μου. Τους παρακολούθησα με το μάτι όσο ήταν δυνατόν και μετά γύρισα σπίτι σφυρίζοντας τα θούρια της ημέρας σε ρυθμό βαλς εζιτασιόν. 4.5.2009
8. Ήρθα στο σπίτι
Είμαι εξαρτημένη από ένα τόσο δα ραδιοφωνάκι. Το φορτώνω στον δίσκο με τον καφέ μου και πηγαίνει όπου πάω. Ακόμη και στο ντους, που λέει ο λόγος, χρειάζομαι απολύτως τη μουρμούρα του. Οι οικείοι μου έχουν κάθε δίκιο να ενοχλούνται και να το ανταγωνίζονται. Στην αρχή διακριτικά και στη συνέχεια αγανακτισμένα, μου εκθέτουν τις βλαβερές συνέπειες της ακατάσχετης ενημέρωσης. Πού να τους εξηγώ… Ακόμη κι εγώ η ίδια δεν καταλαβαίνω από πού την ψώνισα αυτή τη μανία να ακούω δελτία ειδήσεων που στην ουσία πιο πολύ με ψυχαγωγούν παρά με ενημερώνουν.
Η φετινή χρονιά δεν είναι καλή για τους ενημερωτικούς σταθμούς. Το εξασκημένο αυτάκι μου έπιασε ίχνη κοπώσεως, για να μην πω σημάδια γενικού ξεχαρβαλώματος στις δημοσιογραφικές εκπομπές και στα μαγκαζίνο. Για να μην αποσταθεροποιηθώ εντελώς, γύρισα το κουμπί σε άλλες, μουσικές αυτή τη φορά, συχνότητες. Πήρα αμπάριζα από το Δεύτερο Πρόγραμμα και σιγά σιγά ξεχύθηκα και σ’ άλλους παρόμοιους σταθμούς. Ακούω πρώιμο Στέλιο Καζαντζίδη και ύστερο Λάκη Παπαδόπουλο. Στα γκόσπελ του Άκη Πάνου και στα ιδιόμελα του Μάνου Χατζιδάκι μου ‘ρχεται να σταθώ «προσοχή». Στην «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση δίνω τα ρέστα μου και με το «Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά» του Θεοδωράκη κυριολεκτικά ξελαρυγγιάζομαι. Θυμάμαι κάτι φίλους από την εφηβεία που τώρα μούστωσαν, τότε όμως ήταν περιωπής τραγουδισταράδες. Τους καλώ σε φανταστικές τετραφωνίες και τέρτσα αυτοσχέδια. Κι όπως έχω ξεμάθει να αναπνέω σωστά, μου πέφτει η πίεση και ζαλίζομαι, αλλά τι πειράζει; Επιτέλους γύρισα σπίτι…

© Δημήτρης Φύσσας και  Athens Voice

Στέφαν Άντρες, Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή

Στέφαν Άντρες (StefanAndres)

Ο ΓΚΡΕΚΟ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗ

Μετάφραση – επίμετρο: Χ. Ε. Μαραβέλιας

Έκδοση της Athens Review of Books

Ησημαντική νουβέλα του Στέφαν Άντρες Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή παρέμενε σχεδόν παντελώς άγνωστη στη χώρα μας για κάπου ογδόντα χρόνια από την αρχική της δημοσίευση το 1936. Ωστόσο πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο προφανώς μας αφορά – από πολλές πλευρές. Σημειώνουμε ότι στις 7 Απριλίου 2014 κλείνουν 400 ακριβώς χρόνια από την ημέρα που ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έκλεισε για πάντα τα ανήσυχα μάτια του.

Όταν γίνεται λόγος για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, το μυαλό μας πηγαίνει, σχεδόν αυτόματα, όχι σε κάποια συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα που κατείχαν αυτό το αιμοσταγές αξίωμα, αλλά σε κάποιο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο. Συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει στο θρύλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από το πέμπτο βιβλίο των Αδελφών Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκι (έργο του 1879-1880), το οποίο μπορεί να διαβαστεί και ως αυτοτελής νουβέλα εγκιβωτισμένη μέσα στο εκτενές μυθιστόρημα. Επίσης πηγαίνει στον διάσημο πίνακα του Γκρέκο, σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης, που πρέπει να φιλοτεχνήθηκε γύρω στα 1600. Για να αποδειχτεί ακόμη μία φορά ότι vita brevis, ars longa. Η τέχνη απαθανατίζει. Της αλήθειας αυτής πρέπει να είχε σαφή συνείδηση ο Στέφαν Άντρες όταν μέσα στον γερμανικό ζόφο του 1935 έγραφε τη νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή.
Με το ανά χείρας μικρό βιβλίο προσφέρουμε στον Έλληνα αναγνώστη έναν άλλο λογοτεχνικό Μεγάλο Ιεροεξεταστή, άγνωστο στη χώρα μας. Έναν ιεροεξεταστή που από την κριτική έχει θεωρηθεί ως συνέχεια της ψυχολογικής ανάγνωσης του Ντοστογιέφσκι στο ίδιο θέμα. Γιατί αν ο Ιεροεξεταστής του ορθόδοξου Ντοστογιέφσκι στόχευε την Καθολική Εκκλησία και τη δυτική εκδοχή της θρησκείας του σταυρού, αλλά συγχρόνως και τον σοσιαλισμό όπως έχει δείξει ο Μπερντιάεφ, ο Ιεροεξεταστής του Άντρες βάλλει εκ πρώτης όψεως κατά του ίδιου στόχου, αλλά ουσιαστικά κατά του εθνικοσοσιαλισμού και της «θρησκείας» του αγκυλωτού σταυρού. […]
Η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή παρουσιάζει μυθοπλαστικά τον τρόπο δημιουργίας ενός από τους σημαντικότερους πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Βήμα βήμα λοιπόν παρακολουθούμε τη γέννηση ενός εντυπωσιακού πορτρέτου και με αυτό το προκάλυμμα τα πορτρέτα δύο εποχών που τις συνδέουν κοινές μέθοδοι. […]
Ο Στέφαν Άντρες (Stefan Andres) γεννήθηκε την 26η Ιουνίου 1906 στο Ντραίνχεν, χωριό κοντά στην Τρηρ της Ρηνανίας. Το ένατο παιδί ενός μυλωνά, νέος προοριζόταν για τον ιερατικό κλάδο. Σπούδασε θεολογία, γερμανική φιλολογία, φιλοσοφία και ιστορία της τέχνης στην Κολωνία, την Ιένα και το Βερολίνο. Από νωρίς ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Το έργο του απλώνεται σε μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά, ταξιδιωτικά, ποιήματα και δοκίμια. […]
Το έτος 1937, λόγω των αυξανόμενων προβλημάτων που προκαλούσε η εβραϊκή καταγωγή της γυναίκας του Δωροθέας (…) η οικογένεια Άντρες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ναζιστική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Ποζιτάνο της Ιταλίας. (…) Ήδη από το 1935 είχε καταγγελθεί η συνεργασία του με τη Ραδιοφωνία της Κολωνίας γιατί δεν προσκόμισε πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Επίσης του είχε απαγορευθεί να γράφει για εφημερίδες, το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Το 1937 αποβλήθηκε από το Επιμελητήριο Συγγραφέων του Ράιχ (Reichsschriftungskammer). […]
Το εκτεταμένο διήγημα μπορεί να τύχει πολλών ερμηνειών, όπως και ο ίδιος ο διάσημος πίνακας που ενέπνευσε τον συγγραφέα. Ο κατά Άντρες Γκρέκο δεν θέλησε να ζωγραφίσει μονάχα τον διαβόητο χριστιανό τιτλούχο Νίνιο ντε Γκεβάρα (1541-1609), αλλά μέσω αυτού και «την Αγία Εκκλησία», που έχει μεταβληθεί σε μια ματωμένη φωτιά. Όλα δε αυτά μέσα σ’ ένα ιστορικά αξιόπιστο πλαίσιο. (…) Φυσικά δεν ήταν ανάγκη ο Άντρες εκεί και τότε να βλέπει τον Ιεροεξεταστή όπως τον βλέπουν σήμερα οι μελετητές του Γκρέκο. Άλλες ήταν οι προτεραιότητες του Γερμανού συγγραφέα. […]
Τους κριτικούς έχει απασχολήσει το ερώτημα πώς η λογοκρισία του ναζιστικού καθεστώτος επέτρεψε τη δημοσίευση ενός τέτοιου, έκδηλα αλληγορικού κειμένου. Πολύ περισσότερο όταν ο τότε τριαντάχρονος Άντρες ήταν σαφώς μια persona non grata για το ναζιστικό καθεστώς. Η απάντηση μπορεί να είναι ότι οι όπου Γης λογοκριτές δεν είναι δα και οι ευφυέστεροι των ανθρώπων. Όπως ανέφερε ο Άντρες αργότερα, η δυσκολία της περίπτωσής του ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν ούτε Εβραίος, ούτε μαρξιστής, αλλά ούτε διωκόμενος καθολικός.
Στα 1952 ο Λέο Στράους δημοσίευσε το βαρυσήμαντο άρθρο «Persecution and the Art of Writing» για την τέχνη να γράφεις διωκόμενος, υπό λογοκρισία, να γράφεις «between the lines». Εκεί εξηγεί γιατί ένας συγγραφέας μέσης νοημοσύνης είναι πιο ευφυής από τον πιο ευφυή λογοκριτή, ως τέτοιον.
Σε έναν λαμπρό λόγο του στη Φρανκφούρτη στις 20 Ιουλίου 1966 ο Άντρες τόνισε το καθήκον αντίστασης απέναντι σε ένα άνομο κράτος «με όλα τα μέσα», στα οποία συμπεριέλαβε τόσο τη βία όσο και την πονηριά. (…) Εκεί οφείλεται και η τεράστια επιτυχία του έργου, το οποίο έτσι πέτυχε την μείζονα επικοινωνία στην οποία αποβλέπει κάθε μεγάλη λογοτεχνία. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι το βιβλίο ανάμεσα στο 1936 που πρωτοκυκλοφόρησε (…) και τo 1944 έκανε 36 εκδόσεις. Και μάλιστα ως έκδοση κατάλληλη να προωθηθεί με το στρατιωτικό ταχυδρομείο («Feldpostausgabe»)! Habent sua fata libelli!
[Aποσπάσματα από το επίμετρο του μεταφραστή]

©Athens Review of Books

Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός -παρουσίαση

Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του

ΜΑΚΗ ΤΣΙΤΑ Μάρτυς μου ο Θεός

_______________________________

την Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013,
στις 6 μ.μ.,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου IANOS.
_______________________________

Θα μιλήσουν
ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑΣ,
συγγραφέας
και η ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ,
κριτικός λογοτεχνίας – συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο
θα διαβάσει ο ηθοποιός ΔΗΜΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ.

Βιβλιοπωλείο IANOS, Σταδίου 24, Αθήνα, τηλ.: 210-3217917, www.ianos.gr

~ ~ * ~ ~

Κριτική παρουσίαση Φοίβου Δεληβοριά

Όποιος το λέει, είναι
Το ιδιοφυές βιβλίο «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, καθρεφτίζει τον Έλληνα που όλοι «αγαπήσαμε» με τον αυτοσαρκασμό του απόλυτου βιβλιο-troll.

Ι’m Slim Shady, yes, I’m the real Shady
All you other Slim Shadys are just imitating 
Eminem – “The Real Slim Shady”

«Ένα βιβλίο είναι σα μια αντλία. Δε σου δίνει τίποτα, αν δεν βάλεις πρώτα το δικό σου νερό κι αν δεν ανεβοκατεβάσεις με δύναμη το έμβολο. Πόσο μπορείς, όμως, να το κάνεις αυτό αν η αντλία δεν τραβάει τίποτε; Ξεκίνα, λοιπόν, να διαβάζεις και μόλις φτάσεις στο 1/10 θα ξέρεις πολύ καλά αν έχει να σου δώσει. Αν δεν έχει, τότε όση δύναμη και να βάλεις, το βιβλίο αυτό δεν είναι για σένα. Παράτα το.»
  Η παραπάνω συμβουλή δίνεται από τον Στίβεν Κινγκ στο «Καρδιές στην Ατλαντίδα», που με είχε συντροφέψει κατά τη διάρκεια της άχρηστης άσκησης «Παρμενίων», χάριν της οποίας είχα μείνει εγκλωβισμένος -παρέα μ’ ένα σωρό άλλους τότε ψάρακες- στο στρατόπεδο για μέρες και μέρες, τον χειμώνα του 2000. Ήταν απ’αυτές τις φράσεις που δείχνουν αβασάνιστες και γεμάτες επικίνδυνη ευκολία, σου εντυπώνονται όμως μ’έναν υπόγεια πειστικό τρόπο, που μόνο οι λαϊκοί συγγραφείς πραγματικά κατέχουν.
  Τελευταία η αφραγκία μου έχει δώσει νέες διαστάσεις σ’ αυτό το θέσφατο. Πάω στα βιβλιοπωλεία και -παίρνοντας ύφος αυστηρό για να καλύψω την ντροπή μου- διαβάζω όρθιος το 1/10 από το βιβλίο που μου τραβάει την προσοχή. Αν η αντλία δεν τραβήξει, πάω στο επόμενο. Και πρέπει να πω πως ο Στίβεν δεν μ’ έχει σώσει μόνο απ’την αβάσταχτη πια σπατάλη, αλλά και από την φρικτή βαρεμάρα στην οποία με οδήγησε αμέτρητες φορές ως τώρα το hype.
  Διάβαζα, λοιπόν, πριν από καμιά βδομάδα τις πρώτες σελίδες (το 1/10 ακριβώς!) από διάφορα πολυδιαφημισμένα βιβλία της νέας εσοδείας και ο υπάλληλος του κεντρικού βιβλιοπωλείου με κοίταζε με αυξανόμενη δυσφορία. Άρχισα να τα ρίχνω στον εαυτό μου, που κανένα απ’αυτά δεν μπορούσε να τον κάνει να ξεχαστεί. Σκεφτόμουν πως παραξενεύω, πως δεν έχω πια την απαραίτητη αθωότητα, πως θα γεράσω όρθιος και πονεμένος στην «Πολιτεία», στο «Public» και στον «Ελευθερουδάκη». Ένας κακομαθημένος, αναποφάσιστος λαθραναγνώστης.
  Ιδού όμως μπροστά μου οι 26 πρώτες σελίδες του «Μάρτυς μου ο Θεός», του πρώτου μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα (Κίχλη, 2013) -για τον οποίον δεν ήξερα τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή: και μέσα σε λίγη ώρα ήμουν καθιστός σ’ένα παγκάκι της διπλανής πλατείας κι ο εαυτός μου -όπως πίστευα ότι τον ξέρω- μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Ήμουν πια ανεπιστρεπτί ο Χρυσοβαλάντης, ο 50άρης παχύσαρκος, θρησκόληπτος, πουτανιάρης, ξενοφοβικός, καταχρεωμένος λιθογράφος απ’τον Κορυδαλλό. Ο -ας μου επιτραπεί- πιο αξιομνημόνευτος ήρωας ελληνικού λογοτεχνικού έργου τα τελευταία χρόνια.
[…]
Διαβάστε τη συνέχεια στο propaganda.gr >>> 

Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο


Mετάφραση: Νικηφόρος Σταματάκης
Eπιμέλεια: Ελένη Αστερίου

Εφημερίδα Καθημερινή/ εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2013, 361 σελ.

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

 

Ο Τόνυ Τζαντ αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.
Ανάμεσα απ’ αυτές τις γενικές γραμμές προβάλλουν συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα, φαινόμενα και πρόσωπα: η δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία δίπλα στην Ισπανία του Φράνκο αλλά και τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, οι αγώνες στη Βόρεια Ιρλανδία και στη Χώρα των Βάσκων, ο Μάης του ’68 στο Παρίσι και τα γεγονότα στην Ιταλία και στην Πράγα, οι εντάσεις ανάμεσα στις γλωσσικές κοινότητες του Βελγίου, η σοσιαλδημοκρατία στις σκανδιναβικές χώρες, ο ρόλος του Τσώρτσιλ, του Στάλιν, του Φράνκο, του Μιτεράν, του Γιαρουζέλσκι, του Μπερλουσκόνι και πολλών άλλων. Σχηματίζεται ακόμη ένα μωσαϊκό από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιστορίες, όπως η ανάπτυξη της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η εμφάνιση του ψυγείου και η εξάπλωση του καταναλωτισμού, η μετανάστευση και οι γκασταρμπάιτερ, ο υπαρξισμός και η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου, ο γαλλικός και ο τσέχικος κινηματογράφος, η μπητλομανία και το πανκ ροκ…

Κριτική, παρουσίαση:
Του Θανου Βερεμη στην Καθημερινή

Για τον ιστορικό Τόνι Τζαντ

Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, The Penguin Press, 2005, σελ. 800), ο Tony Judt γράφει: «Στην αυγή του 21ου αιώνα, η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι’ αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.
Χτυπημένος από θανατηφόρο εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του (2010) να υπαγορεύσει στο New York Review of Books (ΝΥΡΒ) αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του. Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιατικό ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε έναν κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος… Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή;» (ΝΥRB, Μάιος 13-26, 2010, σελ. 21).
Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη προδοσίας προς τη μνήμη της συγγενούς του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα του δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο, υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι’ αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Η τελευταία του δεκαετία (2000-2010) υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των Διδύμων Πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Eτσι, ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ο βραβευμένος με Nομπέλ στα Οικονομικά, αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας, Paul Krugman χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες «φούσκες» που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας.
Η παγκοσμιοποίηση, όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ’ αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Την περίοδο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι, μολονότι οι νεοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν πως ο ισλαμισμός και ο κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας μπορεί να συμπαρασύρει και την κινεζική.
Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τες σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».
Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική, ακόμη και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα». Με την αποστροφή αυτή, ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

[Καθημερινή]

*
Της Εύης Καρκίτη στον Αγγελιοφόρο

Ευρωπαϊκό, μεταπολεμικό πανόραμα

Σε ένα ανέκδοτο της σοβιετικής εποχής κάποιος ακροατής καλεί το αρμενικό ραδιόφωνο και ρωτά: «Eίναι δυνατόν να προβλέψετε το μέλλον;». Απάντηση: «Ναι, κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: αλλάζει συνεχώς».
Ο Τόνι Τζαντ συμφωνούσε πως πράγματι το παρελθόν αλλάζει. Το Δεκέμβριο του 1989, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Πράγα, βρέθηκε στο δυτικό τερματικό σταθμό της κύριας σιδηροδρομικής γραμμής της Βιέννης. Ηταν μια συγκλονιστική χρονιά για την Ευρώπη, που έβλεπε να τελειώνει μια εποχή και να ξεκινά μια νέα στη θέση της, η οποία έφερνε σοβαρές αμφισβητήσεις σε πολλές και για καιρό υφιστάμενες παραδοχές. Η Βιέννη ήταν, κατά τη γνώμη του Τζαντ, ένα καλό σημείο για να συλλογιστεί κανείς πάνω στην Ευρώπη, στο μέλλον της, αλλά και το παρελθόν της, που κάτω από το βάρος των εξελίξεων φάνταζε πλέον διαφορετικό. Εκείνη ήταν η στιγμή που αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο αποδείχτηκε και τολμηρό και πρωτότυπο. Το σχέδιό του δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, όμως οι καθυστερήσεις λειτούργησαν προς όφελός του. Ανοιξαν αρχεία και ταυτόχρονα ξεκαθάρισαν συγχύσεις. Το έργο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (Postwar), προϊόν πολυετούς έρευνας, είναι αισθητά διαφοροποιημένο από τη «σχεδόν ευχάριστη» αφήγηση για το δεύτερο μισό του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, που δίνει έμφαση στα επιτεύγματά της. Κυρίως γιατί ο Τζαντ ενδιαφέρθηκε και για τη μελέτη της Ανατολικής Ευρώπης, απορρίπτοντας ωστόσο την ιδέα να αφηγηθεί την ιστορία των δύο τμημάτων της διαιρεμένης μεταπολεμικά Ευρώπης, απομονώνοντας το ένα τμήμα από το άλλο.
Ο πολυβραβευμένος διαπρεπής ιστορικός γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο. Σπούδασε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϊ και της Νέας Υόρκης. Στο τελευταίο μάλιστα ίδρυσε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Πέθανε το 2010 χτυπημένος από μια επιθετική μορφή πλάγιας αμυοτροφικής σκλήρυνσης.

Ενα πολυσύνθετο έργο

Ο Τόνι Τζαντ ξεκινά την αφήγησή του από τη γεμάτη λεπτές αποχρώσεις κατάσταση της Γηραιάς Ηπείρου, της θρυμματισμένης από τον πόλεμο, διατυπώνοντας την άποψη πως ο Β’ Παγκόσμιος ήταν, σε αντίθεση με τον Α’, μια σχεδόν καθολική εμπειρία. Η έρευνά του ολοκληρώνεται με τη μελέτη του χρονικού διαστήματος από την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι το 2005, θίγοντας ζητήματα που απασχολούν μέχρι σήμερα, που προκαλούν μεγάλες ζητήσεις και θυελλώδεις αντιπαραθέσεις. Ο Τζαντ αγκαλιάζει κάθε τομέα της ανθρώπινης εμπειρίας, αφηγούμενος με λιτό και άμεσο λόγο τις εξελίξεις στη στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική ιστορία, στις εξελίξεις στο επίπεδο των ιδεών, μελετώντας περισσότερες από τριάντα χώρες, οι οποίες έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές και επηρεάζονται από διαφορετικές παραδόσεις. Η ευρυμάθειά του, τα στοιχεία που φέρνει στο φως, οι απόψεις που διατυπώνει, κλονίζουν σε πολλές περιπτώσεις γερά εδραιωμένες αντιλήψεις, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια νέα οπτική για την ιστορία της Ευρώπης, το πώς είδαν οι Ευρωπαίοι κάτω από το βάρος συγκλονιστικών εμπειριών τον εαυτό τους.
Υπερασπιστής μιας μετριοπαθούς αντίληψης και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, υπερασπιστής της μνήμης, ο Τζαντ θεωρούσε πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να διατηρήσουν ένα ζωτικό δεσμό με το παρελθόν τους, όσο τρομερό και αν υπήρξε αυτό σε κάποιες στιγμές του, και διατυπώνει την άποψη πως πρέπει να διδάσκεται από την αρχή σε κάθε νέα γενιά. Το δοκίμιο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», με το οποίο «κλείνει» το πολυσέλιδο έργο, αποτελεί ένα σταθμό στη μακραίωνη ουμανιστική παράδοση και ταυτόχρονα ένα εργαλείο για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα όχι μόνο της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής ζωής: την κατανόηση και τη διαχείριση του παρελθόντος.

[Αγγελιοφόρος]

*

Ο Γρηγόρης Μπέκος στο Βήμα 03.02.2013

Η κοινωνική Ευρώπη πρέπει να ζήσει

Ο Τόνι Τζαντ υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο σε μια μεγάλη σύνθεση για τη μεταπολεμική Ιστορία της Γηραιάς Ηπείρου. Η τελευταία έρευνα του βρετανικής καταγωγής ιστορικού που πέθανε πρόωρα το 2010.
Το αποφάσισε εκείνον τον παγωμένο Δεκέμβρη του 1989 στην παλλόμενη καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου. «Η μεταπολεμική Βιέννη – όπως και η μεταπολεμική Ευρώπη – ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα που χτίστηκε πάνω σε ένα παρελθόν για το οποίο δεν μιλούσε κανείς». Τον εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο γρήγορα λησμονούσε η Δύση και εύκολα αποσιωπούσε η Ανατολή, ταμπουρωμένες καθώς ήταν πίσω από αυτό το γεωγραφικό σχίσμα του αίματος και της καταστροφής.
Να ήταν άραγε – είτε ρεαλιστικά είτε ακόμη και μεταφυσικά μιλώντας – το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Ευρώπης που «σαν την αλεπού, ξέρει πολλά»; Μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου που τη διχοτομούσε από τον Αύγουστο του 1961. Αλλά «τώρα το μέλλον της Ευρώπης εμφανιζόταν πολύ διαφορετικό, αλλά εξίσου διαφορετικό φαινόταν και το παρελθόν της»συλλογιζόταν ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός Τόνι Τζαντ (1948-2010) καθώς άλλαζε τρένο στον δυτικό τερματικό σταθμό της «ουδέτερης» Βιέννης. Επέστρεφε τότε από την εξεγερμένη Πράγα «όπου οι θεατρικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί του Φόρουμ των Πολιτών ξήλωναν ένα κομμουνιστικό αστυνομικό κράτος και πετούσαν 40 χρόνια «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας». Για τον ίδιο «ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης έπρεπε να ξαναγραφτεί» καθώς «σκιάζεται από σιωπές και απουσίες».
Το 2005 τελικώς, έπειτα από συστηματική και πολυετή έρευνα στα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία έξι διαφορετικών γλωσσών, εξέδωσε το magnum opus του Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, που απέσπασε την κριτική αποδοχή των συναδέλφων του. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Γέιλ Τίμοθι Σνάιντερ το περιέγραψε μάλιστα ως «το καλύτερο βιβλίο πάνω στο θέμα που θα μπορούσε να γράψει ποτέ κανείς».

Περισσότερα >>> 

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

«Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…«
Dámaso Alonso: Insomnio
«

Η Μαδρίτη

είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…» γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: «Αϋπνία», για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην «Κυψέλη» του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Τρία χρόνια μετά τον Εμφύλιο και στη σκιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρακολουθούμε τρεις-τέσσερεις μέρες από τη ζωή διακοσίων περίπου Μαδριλένων. Δεκέμβρης του 1942 κι όλα ξεκινούν στο καφέ της δόνας Ρόζας…

 

«-Να ξέρουμε ποιοι είμαστε! Μάλλιασε το στόμα μου να το λέω: αυτό είναι το μοναδικό που έχει σημασία.
Η δόνα Ρόζα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου σκοντάφτοντας επάνω στους πελάτες με τον τεράστιο πισινό της… Για τη δόνα Ρόζα ο κόσμος είναι το καφενείο της και γύρω από το καφενείο της όλα τα υπόλοιπα…«
Έτσι μας καλωσορίζει στη φρανκική κόλαση της Μαδρίτης ο Θέλα. Μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να γνωρίσουμε τους θαμώνες του καφενείου, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτρά αν νομίσουμε ότι θα αρκεστεί σ’ αυτούς… Μας βγάζει έξω στους δρόμους και ακολουθούμε κι άλλους χαρακτήρες για να βρεθούμε μαζί τους σε φτωχογειτονιές, σε φούρνους, σε πορνεία και σε εξαθλιωμένες κατοικίες. Και πριν καλά-καλά γνωρίσουμε κάποιον απ’ αυτούς, τον χάνουμε για να τον ξαναβρούμε αργότερα… αν τον ξαναβρούμε.
Μαδρίτη του ’42… εικόνες μιας άθλιας ζωής: Τρομοκρατία, πείνα, μαύρη αγορά, εκμετάλλευση, εκπόρνευση, αρρώστιες… Ένα πραγματικά ζοφερό και απαισιόδοξο έργο.
«Το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια χλομή αντανάκλαση, μια ταπεινή σκιά, της καθημερινής τραχιάς, σπαραχτικής και οδυνηρής πραγματικότητας και δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα περισσότερο -ασφαλώς ούτε και λιγότερο- από ένα κομμάτι ζωής που η εξιστόρησή του γίνεται βήμα με βήμα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παράξενες τραγωδίες, χωρίς οίκτο, αλλά έτσι όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή«, έγραφε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το 1951, ο συγγραφέας.
«Η Κυψέλη» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε γρανάζι, κάθε βιδούλα έχει το ρόλο της σ’ αυτό το πολύπλοκο κι εντυπωσιακό σύνολο. Είπαμε… φιλοδοξεί, αυτό δε σημαίνει ότι το κατάφερε κιόλας. Τουλάχιστον όχι τόσο, όσο θα ‘θελε ο δημιουργός της. Όσο προσεκτικός αναγνώστης κι αν υπήρξα, όσο καλός μαθητής κι αν ήμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις), δεν κατάφερα να μην χαθώ μέσα στη «Μαδρίτη» του Καμίλο Χοσέ Θέλα. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι ένιωσα κι εγώ το αδιέξοδο των ηρώων του και γεύτηκα το θάνατο σε όλες του τις εκδοχές. Από μιαν άποψη δηλαδή, τα γρανάζια λειτούργησαν θαυμάσια, μόνο που με συνέθλιψαν…
«Στη μιάμιση με δύο τα ξημερώματα η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στην παράξενη καρδιά της πόλης. Χιλιάδες άντρες κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις γυναίκες τους χωρίς να σκέφτονται τη σκληρή, την ανελέητη μέρα που ίσως τους περιμένει παραμονεύοντας σαν αγριόγατα μέσα στις τόσο λίγες ώρες που απομένουν. Εκατοντάδες κι εκατοντάδες μοναχικοί άντρες παραδίδονται στο κρυφό, στο υπέρτατο, στο απαλότατο βίτσιο της μοναχικής ηδονής. Και μερικές ντουζίνες κοπέλες περιμένουν -τι περιμένουν, Θεέ μου; Γιατί τις έχουν τόσο εξαπατήσει;- με το μυαλό τους γεμάτο με χρυσά όνειρα…»
Το μυθιστόρημα λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς, του οποίου ο Θέλα υπήρξε θερμός υποστηρικτής, και δεν μπόρεσε να εκδοθεί στην Ισπανία. Έτσι ο συγγραφέας κατέφυγε στην Αργεντινή του Περόν, όπου με μερικές μικροαλλαγές (λογοκρισία κι εκεί) κατόρθωσε να το εκδώσει το 1951. Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα Τρούλοκ, 1ος Μαρκήσιος της Ίρια Φλάβια (πήρε τον τίτλο ευγενείας από τον βασιλιά Χουάν Κάρλος το 1996), παρά τις διώξεις που υπέστη ως συγγραφέας από το φρανκικό καθεστώς, υπήρξε σημαντικός πληροφοριοδότης της μυστικής του αστυνομίας! Τι σχέση έχουν αυτά με την εξαιρετική «Κυψέλη»; Ακόμα δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση. Ίσως και ο μαρκήσιος να ξεπήδησε μέσα από μια κυψέλη, όπου βρίσκουν θέση και οι βασίλισσες με τις εργάτριες και οι κηφήνες με τους χαφιέδες και το μεγαλείο με την αθλιότητα… Ίσως και ο μαρκήσιος να είναι και ο ίδιος ένας απ’ τους 160 χαρακτήρες, που τόσο εύστοχα δημιούργησε…
Κάθε φορά που διασταυρωνόμουνα με κάποιον ηλικιωμένο (που ‘φερνε ανάγλυφα τα σημάδια του χρόνου πάνω στο πρόσωπό του), είτε στις μεγαλοπρεπείς πλατείες της πόλης, είτε στα πάρκα, είτε στο μετρό, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσαν να αντέξουν σαράντα χρόνια μιας στυγνής δικτατορίας… μια ολόκληρη ζωή! Τι σχέση μπορεί να έχει η Μαδρίτη του Φράνκο με τη λαμπερή μεγαλούπολη που επισκέφτηκα πριν από λίγο καιρό; Αν απαντούσα βιαστικά, θα ‘λεγα καμία. Ωστόσο, στους μεγάλους περιπάτους μου συνάντησα κάποιες γειτονιές που δεν μου ‘φεραν στο νου μόνο τη Βαρκελώνη του «Biutiful» του Ινιάριτου αλλά και την ίδια τη Μαδρίτη της «Κυψέλης».
«Το πρωινό ανεβαίνει, σιγά σιγά, στον ορίζοντα σκαρφαλώνοντας σαν ένα σκουλήκι στις καρδιές των αντρών και των γυναικών της πόλης, χτυπώντας σχεδόν παιχνιδιάρικα -σαν να χτυπάει σε πόρτες- επάνω στα φρεσκοξυπνημένα μάτια, αυτά τα μάτια που ποτέ δεν ανακαλύπτουν καινούριους ορίζοντες, καινούρια τοπία, καινούριες ομορφιές.
Ωστόσο, το πρωινό, αυτό το αιώνια επαναλαμβανόμενο πρωινό συμβάλλει λιγάκι στο ν’ αλλάξει η θωριά της πόλης -αυτού του τάφου, αυτής της ανθρωποθάλασσας, αυτής της κυψέλης…
Ο Θεός να μας λυπηθεί!«

*
©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου. 

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

Αρχείο 01/11/2013

Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…
Dámaso Alonso: Insomnio”

Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…” γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: “Αϋπνία”, για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην “Κυψέλη” του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα»

Alice Munro, Nobel λογοτεχνίας

ΣΤΗΝ ΑΛΙΣ ΜΟΝΡΟ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2013

Η καλύτερη ιστορία της ζωής της γράφεται τώρα για την 82χρονη καναδή συγγραφέα Άλις Μονρό,
μία από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως.
«Μαμά, κέρδισες!». Έτσι έμαθε πριν από λίγα λεπτά η Άλις Μονρό ότι της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η σουηδική Ακαδημία είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά, αλλά δεν τη βρήκε και άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή της. Είναι η 13η γυναίκα που κερδίζει το βραβείο (ανάμεσα σε 110 συνολικά νικητές) και η 27η που γράφει στην αγγλική γλώσσα. Η αίθουσα όπου έγινε η ανακοίνωση χειροκρότησε θερμά στο άκουσμα του ονόματός της.
Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το 2009 η Μονρό τιμήθηκε με το Man Booker International, η κριτική επιτροπή του βραβείου σημείωνε: «Με κάθε διήγημά της η Μονρό καταφέρνει να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Διαβάζοντας τη Μονρό μαθαίνεις πάντα κάτι που δεν είχες ποτέ σκεφτεί».
Στα ελληνικά τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Μέχρι στιγμής κυκλοφορούν τα αριστουργήματά της Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει και Πάρα πολλή ευτυχία.
Η Άλις Μονρό γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Οντάριο του Καναδά. Έχει εκδώσει κυρίως συλλογές διηγημάτων. Έχει διακριθεί τρεις φορές με την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά, το Governor General’s Literature Award. Έχει επίσης βραβευτεί από την Ένωση Κριτικών ΗΠΑ κι έχει λάβει το βραβείο Rea για τη συνολική προσφορά της στο διήγημα. Το 2009 της απονεμήθηκε το Βραβείο Man Booker International για το οποίο ήταν ξανά υποψήφια το 2007. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής.
Στη συλλογή περιλαμβάνεται το διήγημα «Πέρασε η αρκούδα το βουνό» στο οποίο βασίστηκε η υποψήφια για δύο Όσκαρ ταινία Υστερόγραφο μιας σχέσης με την Τζούλι Κρίστι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πάρα πολλή ευτυχία
Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της• μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη• οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σ’ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΡΟ
«Τα διηγήματά της μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Τολστόι και του Τσέχοφ».
Τζον Απντάικ
«Ανάμεσα στις σπουδαιότερες λογοτεχνικές φωνές της εποχής μας».
Μάργκαρετ Άτγουντ
«Η Άλις Μονρό θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για τον τίτλο του καλύτερου εν ζωή συγγραφέα της Βόρειας Αμερικής».
Τζόναθαν Φράνζεν
***

Άλις Μονρό
Πάρα πολλή ευτυχία
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της, μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη, οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σΆ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
 

Κριτική – Παρουσιάσεις του Τύπου

Αναστάσης Βιστωνίτης –Αναστάσης Βιστωνίτης ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.10.2010

Ladies first
Μια συλλογή ιστοριών της σημαντικότερης σύγχρονης διηγηματογράφου, της Καναδής Αλις Μονρό, όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες.

Το διήγημα δεν είναι είδος δημοφιλές, αν κρίνει κανείς από τις πωλήσεις. Γι΄ αυτό, λ.χ., υπάρχουν πλήθος σημαντικά διηγήματα, ακόμη και του του Χεμινγκγουέι, που παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας. Ετσι, ενώ μεταφράζονται και κυκλοφορούν πλήθος δευτέρας διαλογής ρομάντζα, παραμένουν άγνωστοι στη χώρα μας κορυφαίοι διηγηματογράφοι όπως ο Τζον Τσίβερ, η Γιουντόρα Γουέλτι ή ο Βίκτορ Πρίτσετ. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Απόδειξη ότι πρόσφατα εκδόθηκε και δεύτερο βιβλίο της Αλις Μονρό, κορυφαίας πεζογράφου του Καναδά και για πολλούς της υπ΄ αριθμόν ένα σύγχρονης διηγηματογράφου παγκοσμίως. Το γεγονός φυσικά ότι πέρυσι τής απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Μan Βooker έπαιξε τον ρόλο του. Εν τούτοις, η ανάγνωση διηγημάτων ούτως ή άλλως βοηθά στην καλύτερη ανάγνωση μυθιστορημάτων. Με άλλα λόγια, καθιστά τους αναγνώστες πιο απαιτητικούς. Και μας θυμίζει τον κλασικό ορισμό του είδους από τον Εντγκαρ Αλαν Πόου: «Το διήγημα είναι απόσπασμα μυθιστορήματος που μπορεί να διαβαστεί σε δημόσια συγκέντρωση». Περισσότερα >>>

Ελεάννα Βλαστού ATHENS VOICE, 9.12.2010
Εσωτερικά δράματα

Στα δέκα διηγήματα της Μονρό πρωταγωνιστούν γυναίκες. Είναι μάνες, αδερφές, σύζυγοι, ανιψιές, μητριές. Οι γυναίκες βρίσκονται παντού ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να στραπατσάρονται, να μεταλλάσσονται, να ανατρέπουν, να συμπονούν, να προσεγγίζουν καταστάσεις στη ζωή μ’ έναν απρόβλεπτο τρόπο. Με τον ίδιο απρόβλεπτο τρόπο που γράφει και η συγγραφέας. Η Άλις Μονρό γεννήθηκε στον Καναδά το 1931. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα διηγήματά της και βρίσκεται συστηματικά στη λίστα για την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νόμπελ. Τα διηγήματα συνήθως αφηγούνται μια αυτοτελή ιστορία μέσα σε λίγες σελίδες. Ούτε η δράση, ούτε τα μεγάλα γεγονότα χαρακτηρίζουν τα διηγήματα της Μονρό, που την αποκαλούν Τσέχοφ της Βόρειας Αμερικής. Ο αναγνώστης νιώθει σαν ωτακουστής ή σαν κατά λάθος κοινωνός μιας ιστορίας η αφήγηση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει αλλά το τέλος της ξεπερνάει τις τελευταίες γραμμές. Η Μονρό, όμως, του δίνει απεριόριστες δυνατότητες ερμηνείας κι ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει δίνοντας τη δικιά του εκδοχή. Πρόκειται για μια αντισυμβατική μορφή διαβάσματος – όχι από περιέργεια για το τι θα συμβεί στο τέλος της ιστορίας, αλλά για την εμπειρία του να μπαινοβγαίνεις σε διαφορετικούς κόσμους. Άλλωστε, το δράμα είναι πάντα εσωτερικό.

Εύη Καρκίτη ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 17.12.2010
Γυμνές ζωές, γυμνές αλήθειες

[…] Το «Παρά πολλή ευτυχία» ξεκινά συγκλονιστικά με την ιστορία της Ντόρι που επισκέπτεται στη φυλακή τον άνδρα της ο οποίος σκότωσε τα τρία τους παιδιά. Στην επιστροφή ένα απρόσμένο γεγονός θα τη λυτρώσει από τον αβάστακτο πόνο της. Στο «Πεζό» η Τζόις θα δει τον σύζυγό της να ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα και θα περάσει έναν οδυνηρό χωρισμό. Το «Γουένλοκ Ετζ» είναι βυθισμένο σε μια ατμόσφαιρα αισθησιασμού και μυστηρίου και ανιχνεύει τη σκοτεινή πλευρά του γυναικείου ερωτισμού. Οι «Βαθιές- Τρύπες», το πληρέστερο ίσως διήγημα της συλλογής, περιγράφει ένα σχεδόν «ήσυχο» οικογενειακό ναυάγιο ενώ στις «Ελεύθερες Ρίζες» μια ηλικιωμένη καρκινοπαθής δέχεται στο σπίτι την εισβολή ενός νεαρού που είναι ο υπεύθυνος ενός τριπλού φόνου. Στο «Πρόσωπο» διηγείται τις χαμένες ευκαιρίες για επικοινωνία ενός σημαδεμένου νέου και στο «Κάποιες Γυναίκες» η σκιά του επικείμενου θανάτου ενός άνδρα φέρνει στην επιφάνεια τις αντιθέσεις στο σπίτι του ασθενούς. Το βιβλίο τελειώνει με το ομώνυμο «Πάρα πολλή ευτυχία», ένα διήγημα τελείως διαφορετικής ατμόσφαιρας το οποίο αφηγείται το τελευταίο χρόνο της ζωής της μαθηματικού Σοφίας Κοβαλέφσκι στο τέλος του 19ου αιώνα. Η Μονρό είτε εστιάζει σ’ ένα μόνο επεισόδιο της ζωής των ηρώων της είτε αφηγείται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους καταφέρνει να στήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πειστικούς, βγαλμένους από την ίδια την πραγματικότητα. Όλες οι αφηγήσεις παρουσιάζονται από την οπτική των γυναικείων χαρακτήρων οι οποίοι έτσι και αλλιώς δεσπόζουν σε ολόκληρο το έργο της Μονρό. Στο «Παρά πολλή ευτυχία οι γυναίκες αυτές σοβαρές και στοχαστικές, κινούμενες μερικές φορές στο όριο της τραγικότητας, επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη αντοχή που τις επιτρέπει να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες της ζωής. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της σπουδαίας καναδής διηγηματογράφου που μεταφράζεται στη γλώσσα μας και αποτελεί ένα έξοχο δείγμα του ύφους και της αισθητικής της.Περισσότερα >>> 


Ντόρα Μακρή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.2.2011
Δέκα υπέροχες ιστορίες γεμάτες με ανατροπές

Το διήγημα με τίτλο «Πεζό» της συλλογής «Πάρα πολλή ευτυχία», η ηρωίδα της ιστορίας δεν μπορεί να κρύψει τη δυσαρέσκειά της, όταν, παίρνοντας ένα βιβλίο στα χέρια της, ανακαλύπτει πως πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Λέει χαρακτηριστικά: «Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ’ αυτήν». Με αυτά τα σχόλια, η Μονρό συνοψίζει την καθιερωμένη αναγνωστική αντίληψη για το διήγημα, σύμφωνα με την οποία το αφηγηματικό αυτό είδος μειονεκτεί απέναντι στο μυθιστόρημα, θεωρούμενο ως προϊόν ενός κατώτερου δημιουργού.
Και όμως, η Καναδή συγγραφέας παραμένει μια αμετανόητη διηγηματογράφος που όχι μόνο δεν σταματά μπροστά στην πύλη της Λογοτεχνίας, αλλά τολμά να εξερευνήσει εξονυχιστικά κάθε κρυφή γωνιά του Οίκου της. Πράγματι, η παρομοίωση της Λογοτεχνίας με Οίκο που η κατάκτησή του είναι διαδικασία επίπονη αλλά απολαυστική, θα μπορούσε να συγκριθεί με την αναγνωστική εμπειρία των διηγημάτων της Μονρό: ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ έναν οικείο χώρο που σταδιακά μετατρέπεται σε παράξενο και ανοίκειο. Οπως οι πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ, τα διηγήματα της Μονρό υπαινίσσονται περισσότερα απ’ όσα απεικονίζουν. Περισσότερα >>> 
 
***
 

Άλις Μονρό
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σΆ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης  ζωής.