Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

«Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…«
Dámaso Alonso: Insomnio
«

Η Μαδρίτη

είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…» γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: «Αϋπνία», για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην «Κυψέλη» του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Τρία χρόνια μετά τον Εμφύλιο και στη σκιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρακολουθούμε τρεις-τέσσερεις μέρες από τη ζωή διακοσίων περίπου Μαδριλένων. Δεκέμβρης του 1942 κι όλα ξεκινούν στο καφέ της δόνας Ρόζας…

 

«-Να ξέρουμε ποιοι είμαστε! Μάλλιασε το στόμα μου να το λέω: αυτό είναι το μοναδικό που έχει σημασία.
Η δόνα Ρόζα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου σκοντάφτοντας επάνω στους πελάτες με τον τεράστιο πισινό της… Για τη δόνα Ρόζα ο κόσμος είναι το καφενείο της και γύρω από το καφενείο της όλα τα υπόλοιπα…«
Έτσι μας καλωσορίζει στη φρανκική κόλαση της Μαδρίτης ο Θέλα. Μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να γνωρίσουμε τους θαμώνες του καφενείου, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτρά αν νομίσουμε ότι θα αρκεστεί σ’ αυτούς… Μας βγάζει έξω στους δρόμους και ακολουθούμε κι άλλους χαρακτήρες για να βρεθούμε μαζί τους σε φτωχογειτονιές, σε φούρνους, σε πορνεία και σε εξαθλιωμένες κατοικίες. Και πριν καλά-καλά γνωρίσουμε κάποιον απ’ αυτούς, τον χάνουμε για να τον ξαναβρούμε αργότερα… αν τον ξαναβρούμε.
Μαδρίτη του ’42… εικόνες μιας άθλιας ζωής: Τρομοκρατία, πείνα, μαύρη αγορά, εκμετάλλευση, εκπόρνευση, αρρώστιες… Ένα πραγματικά ζοφερό και απαισιόδοξο έργο.
«Το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια χλομή αντανάκλαση, μια ταπεινή σκιά, της καθημερινής τραχιάς, σπαραχτικής και οδυνηρής πραγματικότητας και δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα περισσότερο -ασφαλώς ούτε και λιγότερο- από ένα κομμάτι ζωής που η εξιστόρησή του γίνεται βήμα με βήμα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παράξενες τραγωδίες, χωρίς οίκτο, αλλά έτσι όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή«, έγραφε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το 1951, ο συγγραφέας.
«Η Κυψέλη» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε γρανάζι, κάθε βιδούλα έχει το ρόλο της σ’ αυτό το πολύπλοκο κι εντυπωσιακό σύνολο. Είπαμε… φιλοδοξεί, αυτό δε σημαίνει ότι το κατάφερε κιόλας. Τουλάχιστον όχι τόσο, όσο θα ‘θελε ο δημιουργός της. Όσο προσεκτικός αναγνώστης κι αν υπήρξα, όσο καλός μαθητής κι αν ήμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις), δεν κατάφερα να μην χαθώ μέσα στη «Μαδρίτη» του Καμίλο Χοσέ Θέλα. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι ένιωσα κι εγώ το αδιέξοδο των ηρώων του και γεύτηκα το θάνατο σε όλες του τις εκδοχές. Από μιαν άποψη δηλαδή, τα γρανάζια λειτούργησαν θαυμάσια, μόνο που με συνέθλιψαν…
«Στη μιάμιση με δύο τα ξημερώματα η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στην παράξενη καρδιά της πόλης. Χιλιάδες άντρες κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις γυναίκες τους χωρίς να σκέφτονται τη σκληρή, την ανελέητη μέρα που ίσως τους περιμένει παραμονεύοντας σαν αγριόγατα μέσα στις τόσο λίγες ώρες που απομένουν. Εκατοντάδες κι εκατοντάδες μοναχικοί άντρες παραδίδονται στο κρυφό, στο υπέρτατο, στο απαλότατο βίτσιο της μοναχικής ηδονής. Και μερικές ντουζίνες κοπέλες περιμένουν -τι περιμένουν, Θεέ μου; Γιατί τις έχουν τόσο εξαπατήσει;- με το μυαλό τους γεμάτο με χρυσά όνειρα…»
Το μυθιστόρημα λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς, του οποίου ο Θέλα υπήρξε θερμός υποστηρικτής, και δεν μπόρεσε να εκδοθεί στην Ισπανία. Έτσι ο συγγραφέας κατέφυγε στην Αργεντινή του Περόν, όπου με μερικές μικροαλλαγές (λογοκρισία κι εκεί) κατόρθωσε να το εκδώσει το 1951. Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα Τρούλοκ, 1ος Μαρκήσιος της Ίρια Φλάβια (πήρε τον τίτλο ευγενείας από τον βασιλιά Χουάν Κάρλος το 1996), παρά τις διώξεις που υπέστη ως συγγραφέας από το φρανκικό καθεστώς, υπήρξε σημαντικός πληροφοριοδότης της μυστικής του αστυνομίας! Τι σχέση έχουν αυτά με την εξαιρετική «Κυψέλη»; Ακόμα δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση. Ίσως και ο μαρκήσιος να ξεπήδησε μέσα από μια κυψέλη, όπου βρίσκουν θέση και οι βασίλισσες με τις εργάτριες και οι κηφήνες με τους χαφιέδες και το μεγαλείο με την αθλιότητα… Ίσως και ο μαρκήσιος να είναι και ο ίδιος ένας απ’ τους 160 χαρακτήρες, που τόσο εύστοχα δημιούργησε…
Κάθε φορά που διασταυρωνόμουνα με κάποιον ηλικιωμένο (που ‘φερνε ανάγλυφα τα σημάδια του χρόνου πάνω στο πρόσωπό του), είτε στις μεγαλοπρεπείς πλατείες της πόλης, είτε στα πάρκα, είτε στο μετρό, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσαν να αντέξουν σαράντα χρόνια μιας στυγνής δικτατορίας… μια ολόκληρη ζωή! Τι σχέση μπορεί να έχει η Μαδρίτη του Φράνκο με τη λαμπερή μεγαλούπολη που επισκέφτηκα πριν από λίγο καιρό; Αν απαντούσα βιαστικά, θα ‘λεγα καμία. Ωστόσο, στους μεγάλους περιπάτους μου συνάντησα κάποιες γειτονιές που δεν μου ‘φεραν στο νου μόνο τη Βαρκελώνη του «Biutiful» του Ινιάριτου αλλά και την ίδια τη Μαδρίτη της «Κυψέλης».
«Το πρωινό ανεβαίνει, σιγά σιγά, στον ορίζοντα σκαρφαλώνοντας σαν ένα σκουλήκι στις καρδιές των αντρών και των γυναικών της πόλης, χτυπώντας σχεδόν παιχνιδιάρικα -σαν να χτυπάει σε πόρτες- επάνω στα φρεσκοξυπνημένα μάτια, αυτά τα μάτια που ποτέ δεν ανακαλύπτουν καινούριους ορίζοντες, καινούρια τοπία, καινούριες ομορφιές.
Ωστόσο, το πρωινό, αυτό το αιώνια επαναλαμβανόμενο πρωινό συμβάλλει λιγάκι στο ν’ αλλάξει η θωριά της πόλης -αυτού του τάφου, αυτής της ανθρωποθάλασσας, αυτής της κυψέλης…
Ο Θεός να μας λυπηθεί!«

*
©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου. 

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

Αρχείο 01/11/2013

Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…
Dámaso Alonso: Insomnio”

Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…” γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: “Αϋπνία”, για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην “Κυψέλη” του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα»

Alice Munro, Nobel λογοτεχνίας

ΣΤΗΝ ΑΛΙΣ ΜΟΝΡΟ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2013

Η καλύτερη ιστορία της ζωής της γράφεται τώρα για την 82χρονη καναδή συγγραφέα Άλις Μονρό,
μία από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως.
«Μαμά, κέρδισες!». Έτσι έμαθε πριν από λίγα λεπτά η Άλις Μονρό ότι της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η σουηδική Ακαδημία είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά, αλλά δεν τη βρήκε και άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή της. Είναι η 13η γυναίκα που κερδίζει το βραβείο (ανάμεσα σε 110 συνολικά νικητές) και η 27η που γράφει στην αγγλική γλώσσα. Η αίθουσα όπου έγινε η ανακοίνωση χειροκρότησε θερμά στο άκουσμα του ονόματός της.
Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το 2009 η Μονρό τιμήθηκε με το Man Booker International, η κριτική επιτροπή του βραβείου σημείωνε: «Με κάθε διήγημά της η Μονρό καταφέρνει να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Διαβάζοντας τη Μονρό μαθαίνεις πάντα κάτι που δεν είχες ποτέ σκεφτεί».
Στα ελληνικά τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Μέχρι στιγμής κυκλοφορούν τα αριστουργήματά της Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει και Πάρα πολλή ευτυχία.
Η Άλις Μονρό γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Οντάριο του Καναδά. Έχει εκδώσει κυρίως συλλογές διηγημάτων. Έχει διακριθεί τρεις φορές με την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά, το Governor General’s Literature Award. Έχει επίσης βραβευτεί από την Ένωση Κριτικών ΗΠΑ κι έχει λάβει το βραβείο Rea για τη συνολική προσφορά της στο διήγημα. Το 2009 της απονεμήθηκε το Βραβείο Man Booker International για το οποίο ήταν ξανά υποψήφια το 2007. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής.
Στη συλλογή περιλαμβάνεται το διήγημα «Πέρασε η αρκούδα το βουνό» στο οποίο βασίστηκε η υποψήφια για δύο Όσκαρ ταινία Υστερόγραφο μιας σχέσης με την Τζούλι Κρίστι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πάρα πολλή ευτυχία
Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της• μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη• οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σ’ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΡΟ
«Τα διηγήματά της μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Τολστόι και του Τσέχοφ».
Τζον Απντάικ
«Ανάμεσα στις σπουδαιότερες λογοτεχνικές φωνές της εποχής μας».
Μάργκαρετ Άτγουντ
«Η Άλις Μονρό θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για τον τίτλο του καλύτερου εν ζωή συγγραφέα της Βόρειας Αμερικής».
Τζόναθαν Φράνζεν
***

Άλις Μονρό
Πάρα πολλή ευτυχία
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της, μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη, οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σΆ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
 

Κριτική – Παρουσιάσεις του Τύπου

Αναστάσης Βιστωνίτης –Αναστάσης Βιστωνίτης ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.10.2010

Ladies first
Μια συλλογή ιστοριών της σημαντικότερης σύγχρονης διηγηματογράφου, της Καναδής Αλις Μονρό, όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες.

Το διήγημα δεν είναι είδος δημοφιλές, αν κρίνει κανείς από τις πωλήσεις. Γι΄ αυτό, λ.χ., υπάρχουν πλήθος σημαντικά διηγήματα, ακόμη και του του Χεμινγκγουέι, που παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας. Ετσι, ενώ μεταφράζονται και κυκλοφορούν πλήθος δευτέρας διαλογής ρομάντζα, παραμένουν άγνωστοι στη χώρα μας κορυφαίοι διηγηματογράφοι όπως ο Τζον Τσίβερ, η Γιουντόρα Γουέλτι ή ο Βίκτορ Πρίτσετ. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Απόδειξη ότι πρόσφατα εκδόθηκε και δεύτερο βιβλίο της Αλις Μονρό, κορυφαίας πεζογράφου του Καναδά και για πολλούς της υπ΄ αριθμόν ένα σύγχρονης διηγηματογράφου παγκοσμίως. Το γεγονός φυσικά ότι πέρυσι τής απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Μan Βooker έπαιξε τον ρόλο του. Εν τούτοις, η ανάγνωση διηγημάτων ούτως ή άλλως βοηθά στην καλύτερη ανάγνωση μυθιστορημάτων. Με άλλα λόγια, καθιστά τους αναγνώστες πιο απαιτητικούς. Και μας θυμίζει τον κλασικό ορισμό του είδους από τον Εντγκαρ Αλαν Πόου: «Το διήγημα είναι απόσπασμα μυθιστορήματος που μπορεί να διαβαστεί σε δημόσια συγκέντρωση». Περισσότερα >>>

Ελεάννα Βλαστού ATHENS VOICE, 9.12.2010
Εσωτερικά δράματα

Στα δέκα διηγήματα της Μονρό πρωταγωνιστούν γυναίκες. Είναι μάνες, αδερφές, σύζυγοι, ανιψιές, μητριές. Οι γυναίκες βρίσκονται παντού ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να στραπατσάρονται, να μεταλλάσσονται, να ανατρέπουν, να συμπονούν, να προσεγγίζουν καταστάσεις στη ζωή μ’ έναν απρόβλεπτο τρόπο. Με τον ίδιο απρόβλεπτο τρόπο που γράφει και η συγγραφέας. Η Άλις Μονρό γεννήθηκε στον Καναδά το 1931. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα διηγήματά της και βρίσκεται συστηματικά στη λίστα για την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νόμπελ. Τα διηγήματα συνήθως αφηγούνται μια αυτοτελή ιστορία μέσα σε λίγες σελίδες. Ούτε η δράση, ούτε τα μεγάλα γεγονότα χαρακτηρίζουν τα διηγήματα της Μονρό, που την αποκαλούν Τσέχοφ της Βόρειας Αμερικής. Ο αναγνώστης νιώθει σαν ωτακουστής ή σαν κατά λάθος κοινωνός μιας ιστορίας η αφήγηση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει αλλά το τέλος της ξεπερνάει τις τελευταίες γραμμές. Η Μονρό, όμως, του δίνει απεριόριστες δυνατότητες ερμηνείας κι ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει δίνοντας τη δικιά του εκδοχή. Πρόκειται για μια αντισυμβατική μορφή διαβάσματος – όχι από περιέργεια για το τι θα συμβεί στο τέλος της ιστορίας, αλλά για την εμπειρία του να μπαινοβγαίνεις σε διαφορετικούς κόσμους. Άλλωστε, το δράμα είναι πάντα εσωτερικό.

Εύη Καρκίτη ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 17.12.2010
Γυμνές ζωές, γυμνές αλήθειες

[…] Το «Παρά πολλή ευτυχία» ξεκινά συγκλονιστικά με την ιστορία της Ντόρι που επισκέπτεται στη φυλακή τον άνδρα της ο οποίος σκότωσε τα τρία τους παιδιά. Στην επιστροφή ένα απρόσμένο γεγονός θα τη λυτρώσει από τον αβάστακτο πόνο της. Στο «Πεζό» η Τζόις θα δει τον σύζυγό της να ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα και θα περάσει έναν οδυνηρό χωρισμό. Το «Γουένλοκ Ετζ» είναι βυθισμένο σε μια ατμόσφαιρα αισθησιασμού και μυστηρίου και ανιχνεύει τη σκοτεινή πλευρά του γυναικείου ερωτισμού. Οι «Βαθιές- Τρύπες», το πληρέστερο ίσως διήγημα της συλλογής, περιγράφει ένα σχεδόν «ήσυχο» οικογενειακό ναυάγιο ενώ στις «Ελεύθερες Ρίζες» μια ηλικιωμένη καρκινοπαθής δέχεται στο σπίτι την εισβολή ενός νεαρού που είναι ο υπεύθυνος ενός τριπλού φόνου. Στο «Πρόσωπο» διηγείται τις χαμένες ευκαιρίες για επικοινωνία ενός σημαδεμένου νέου και στο «Κάποιες Γυναίκες» η σκιά του επικείμενου θανάτου ενός άνδρα φέρνει στην επιφάνεια τις αντιθέσεις στο σπίτι του ασθενούς. Το βιβλίο τελειώνει με το ομώνυμο «Πάρα πολλή ευτυχία», ένα διήγημα τελείως διαφορετικής ατμόσφαιρας το οποίο αφηγείται το τελευταίο χρόνο της ζωής της μαθηματικού Σοφίας Κοβαλέφσκι στο τέλος του 19ου αιώνα. Η Μονρό είτε εστιάζει σ’ ένα μόνο επεισόδιο της ζωής των ηρώων της είτε αφηγείται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους καταφέρνει να στήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πειστικούς, βγαλμένους από την ίδια την πραγματικότητα. Όλες οι αφηγήσεις παρουσιάζονται από την οπτική των γυναικείων χαρακτήρων οι οποίοι έτσι και αλλιώς δεσπόζουν σε ολόκληρο το έργο της Μονρό. Στο «Παρά πολλή ευτυχία οι γυναίκες αυτές σοβαρές και στοχαστικές, κινούμενες μερικές φορές στο όριο της τραγικότητας, επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη αντοχή που τις επιτρέπει να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες της ζωής. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της σπουδαίας καναδής διηγηματογράφου που μεταφράζεται στη γλώσσα μας και αποτελεί ένα έξοχο δείγμα του ύφους και της αισθητικής της.Περισσότερα >>> 


Ντόρα Μακρή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.2.2011
Δέκα υπέροχες ιστορίες γεμάτες με ανατροπές

Το διήγημα με τίτλο «Πεζό» της συλλογής «Πάρα πολλή ευτυχία», η ηρωίδα της ιστορίας δεν μπορεί να κρύψει τη δυσαρέσκειά της, όταν, παίρνοντας ένα βιβλίο στα χέρια της, ανακαλύπτει πως πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Λέει χαρακτηριστικά: «Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ’ αυτήν». Με αυτά τα σχόλια, η Μονρό συνοψίζει την καθιερωμένη αναγνωστική αντίληψη για το διήγημα, σύμφωνα με την οποία το αφηγηματικό αυτό είδος μειονεκτεί απέναντι στο μυθιστόρημα, θεωρούμενο ως προϊόν ενός κατώτερου δημιουργού.
Και όμως, η Καναδή συγγραφέας παραμένει μια αμετανόητη διηγηματογράφος που όχι μόνο δεν σταματά μπροστά στην πύλη της Λογοτεχνίας, αλλά τολμά να εξερευνήσει εξονυχιστικά κάθε κρυφή γωνιά του Οίκου της. Πράγματι, η παρομοίωση της Λογοτεχνίας με Οίκο που η κατάκτησή του είναι διαδικασία επίπονη αλλά απολαυστική, θα μπορούσε να συγκριθεί με την αναγνωστική εμπειρία των διηγημάτων της Μονρό: ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ έναν οικείο χώρο που σταδιακά μετατρέπεται σε παράξενο και ανοίκειο. Οπως οι πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ, τα διηγήματα της Μονρό υπαινίσσονται περισσότερα απ’ όσα απεικονίζουν. Περισσότερα >>> 
 
***
 

Άλις Μονρό
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σΆ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης  ζωής.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο «Σέργιος και Βάκχος» του Μ. Καραγάτση

Κοινή έκδοση Άγρα & Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου για το μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος βρέθηκε στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου του 1960. Πρόκειται για το μοναδικό γραπτό τεκμήριο τόσο της θερμής φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο, όσο και του θαυμασμού του Εμπειρίκου για το έργο του Καραγάτση και ιδιαίτερα για τον «Σέργιο και Βάκχο», στον οποίο αναφέρεται αποσπασματικά μία ακόμα φορά στο ημερολόγιο του ταξιδιού στη Ρωσία. Ο Εμπειρίκος μιλούσε συχνά για το μυθιστόρημα αυτό και για το έργο του Καραγάτση, τον οποίο θεωρούσε τον πιο σημαντικό Έλληνα μυθιστοριογράφο. […] Το ενθουσιώδες αυτό κείμενο δεν είναι μια κριτική, ο Εμπειρίκος ήταν άλλωστε αντίθετος στην ιδέα της κριτικής, συνδιαλέγεται με το μυθιστόρημα του Καραγάτση, απηχώντας ίσως στοιχεία ζωντανών διαλόγων των δύο φίλων. Μοιάζει να γράφτηκε για να δημοσιευτεί και ίσως ο θάνατος του Καραγάτση ακύρωσε την πρόθεση αυτή. [Λεωνίδας Εμπειρίκος]

*

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην Αθήνα δύο φίλοι: Ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος και ο λογοτέχνης Μ. Καραγάτσης. Ήταν φίλοι μα όχι γκαρδιακοί, γιατί πολλά τους χώριζαν, σε πολλά διαφωνούσαν.

   Υπήρχε όμως και ένα θέμα ιδιαίτερα σημαντικό που τους έβρισκε απόλυτα σύμφωνους: Ο Έρωτας εν γένει, αλλά και η κοινή αρνητική τους στάση όσον αφορά του τρόπο που η Εκκλησία αντιμετωπίζει τις ερωτικές σχέσεις. «Ναι, φίλτατε Δημήτρη», φώναζε έμπλεος ενθουσιασμού ο Εμπειρίκος όταν τύχαινε να συναντηθούν, «ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ» απαντούσε ο Καραγάτσης με τη βαριά και μελαγχολική φωνή του και συμπλήρωνε με τον δικό του πεζογραφικό λόγο: «Δώσε, βρε αδελφέ, ανάσα στον άνθρωπο και μην του λες πως κάθε χαρά της επίγειας ζωής οδηγεί μετά θάνατο στην Κόλαση. Η στέρηση αγριεύει τον άνθρωπο και τον κατευθύνει σε κάθε λογής κακοποιό δραστηριότητα». [Μαρίνα Καραγάτση]

*
Κριτική παρουσίαση της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Ελευθεροτυπία 5.10.13

Τους χώρισε ο υπερρεαλισμός, τους ένωσε ο Ερωτας

Εμπειρίκος: «Ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». Καραγάτσης: «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ!»

Ενας τόμος καρπός συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία» φέρνει στην επιφάνεια ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος»

Τι ακριβώς ένωνε τον Ανδρέα Εμπειρίκο με τον Μ. Καραγάτση; Κάτω από ποιες συνθήκες αναπτύχθηκε η σχέση τους; Πώς γεφυρώθηκε η απόσταση που τους χώριζε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τότε που ο Καραγάτσης ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε περί υπερρεαλισμού; Οι απαντήσεις έρχονται μέσα από έναν μικρό τόμο, καρπό συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία», που φέρνει στην επιφάνεια ένα ντοκουμέντο «θαμμένο» για καιρό: ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος», μοναδικό τεκμήριο της φιλίας τους και πολύτιμη ψηφίδα, ταυτόχρονα, της ιστορίας και των δυο.
Πρόκειται για ένα από τα πολλά ανέκδοτα χειρόγραφα που φυλάσσονταν σε βαλίτσα η οποία εντοπίστηκε το φθινόπωρο του 2006 στην υπόγεια αποθήκη του διαμερίσματος των Εμπειρίκων στο Κολωνάκι, αμέσως μετά την καταστροφική πλημμύρα που σάρωσε χιλιάδες γραπτά κειμήλια της οικογένειας. Ηταν καταχωρισμένο στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου, μαζί με την πρώτη γραφή των ποιημάτων της «Οκτάνας», και είχε γραφτεί λίγες βδομάδες πριν από το θάνατο του Καραγάτση, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Οποια κι αν ήταν η πρόθεση του ποιητή, το κείμενο αυτό δεν δημοσιεύτηκε πουθενά. Να το, όμως, τώρα, στο «Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Σέργιος και ο Βάκχος του Μ. Καραγάτση», συνοδευμένο από χαρακτηριστικά αποσπάσματα και των δύο εκδοχών του ομώνυμου αφηγήματος, μαζί με κατατοπιστικά σημειώματα των παιδιών των δύο συγγραφέων -άριστοι διαχειριστές του έργου τους-, καθώς και μ’ ένα παλαιότερο εξομολογητικό κείμενο της Μαρίνας Καραγάτση για τη σχέση που είχε αναπτύξει με τον Ανδρέα Εμπειρίκο από τη στιγμή που μπήκε «στη χορεία των κοριτσιών» τις οποίες φωτογράφιζε.[…]

 

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας»

Διδάγματα για κακομαθημένους

Από τον ΜΙΧΑΛΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟ

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πόλις, Αθήνα 2013, σελ. 894

Το νέο βιβλίο του Κώστα Κωστή γράφηκε όσο ο συγγραφέας ήταν καθηγητής στην Έδρα Μελετών για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα στην École des hautes études en sciences sociales στο Παρίσι και διευθυντής σχετικού σεμιναρίου που είχε ως αντικείμενο τη μελέτη της συγκρότησης του κράτους στην Ελλάδα σε σύγκριση με αντίστοιχες διαδικασίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στηριγμένος σε προγενέστερες μελέτες του στην οικονομική ιστορία της περιοχής και στην ενδελεχή ανάλυση του τραπεζικού συστήματος και της σχέσης κράτους-κοινωνίας στην Ελλάδα, ο Κωστής επιχειρεί να συνθέσει στη μελέτη αυτή τα ως τώρα συμπεράσματά του με ερευνητικά πορίσματα νεότερων Ελλήνων και ξένων ιστορικών σχετικά με τις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις στα Βαλκάνια κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία της Ελλάδας, πλήρης στοιχείων, που ξεβολεύει κοινούς τόπους και βολικούς μύθους της ελληνικής ιστοριογραφίας οι οποίοι έχουν κληροδοτηθεί στις νεότερες γενιές από προγενέστερους ιστορικούς και ιστοριοδίφες, ειδικά μετά το 1974.
Χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα ονόματα, ο Κωστής απορρίπτει τις «μεγάλες θεωρίες». Η ιστορία του δεν γνωρίζει «εθνικοαπελευθερωτικές» ή «αστικοδημοκρατικές» τομές, «κομπραδόρους» ή «προλετάριους» σε δράση, αλλά εισάγει, κατά την διατύπωση του ίδιου, εργαλεία μελέτης της δυναμικής του κρατικού μετασχηματισμού τους τελευταίους τρεις αιώνες. Γεγονότα όπως π.χ. η ομιλία του Κωλέττη περί Μεγάλης Ιδέας ή η συγγραφή τού «Τις πταίει», παρότι θεωρούνται ωσεί παρόντα στην ανάλυση, δεν αποτελούν αφετηρίες αφήγησης, όπως αυτό συμβαίνει αλλού.
Η μελέτη, συνολικής έκτασης 869 σελίδων, χωρίζεται σε 12 περίπου ισομερή κεφάλαια που καταλαμβάνουν χρονικά την περίοδο από τον 18ο αιώνα ως το 2010. Περιλαμβάνει περί τους 30 πίνακες και 12 διαγράμματα, καθώς και σύντομο βιβλιογραφικό οδηγό.
Η γένεση, συγκρότηση και τελική διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους ξεκινά από τους μετασχηματισμούς που συντελούνται στην υπό σταδιακή παρακμή περιελθούσα μετά το 1683 Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε αδρές γραμμές διαμορφώνεται το πλέγμα των «παικτών», Φαναριωτών, εμπόρων, εκκλησιαστικών παραγόντων και τοπικών αρχόντων οι οποίοι συγκλίνουν σταδιακά προς την μεταρρυθμιστική κίνηση που οδήγησε στην επανάσταση του 1821. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το διεθνές πλαίσιο και την σωτήρια παρέμβαση της Δύσης στo Ναυαρίνο, ο Κωστής περνάει στην εποχή του Καποδίστρια και αργότερα των Βαυαρών και τις προσπάθειες εμπέδωσης νόμου και τάξης σε οικονομία και κοινωνία. Οι προύχοντες εξέρχονται κυρίαρχοι του πολιτικού αγώνα μετά το 1863, όχι όμως χωρίς πισωγυρίσματα, παραμορφώσεις και αναδιατάξεις στην πολιτική σκακιέρα και τον έλεγχο των μηχανισμών του κράτους. Ο διακανονισμός του δημόσιου χρέους το 1878 ξαναβάζει την Ελλάδα στο κυνήγι των εθνικών της διεκδικήσεων, για να οδηγηθεί η χώρα σε νέες αναδιπλώσεις μετά την πτώχευση του 1893 και την ήττα του 1897. Και πάλι όμως «ξανά προς τη δόξα τραβά» με την ανορθωτική προσπάθεια του 1910, τους μετασχηματισμούς, τις μεταρρυθμίσεις και τις συγκρούσεις που σε συνδυασμό με διχαστικές πρακτικές οδηγούν στο 1922. Ακολουθεί η προσπάθεια αφομοίωσης των προσφύγων εν μέσω νέων μεταρρυθμίσεων και δημιουργίας βιομηχανίας, η κρίση του 1929 και η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αποφύγει τις αυταρχικές λύσεις οι οποίες σημαδεύουν την εξέλιξη του κράτους και την παγίωση δομών που καταρρέουν για άλλη μια φορά στη δεκαετία του 1940. Για 25 χρόνια μετά το 1950 το πολιτικό σύστημα παλινδρομεί μεταξύ ατλαντικών δεσμεύσεων και ευρωπαϊκής προοπτικής, με τη δεύτερη να κερδίζει σε έδαφος μετά το 1974. Η Ελλάδα εντάσσεται στην ΕΟΚ/ΕΕ και δεσμεύεται εκ νέου να μετασχηματίσει κράτος, θεσμούς και διαδικασίες σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. «Ασθένειες», ωστόσο, εγγενείς στο πολιτικό σύστημα οδηγούν σε υπερδανεισμό, φούσκα και στην τρέχουσα, μετά το 2010, κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού, που δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο για τη χώρα όπως έδειξαν και οι παραπάνω αναφορές.
Όπως προαναφέρθηκε, η «Ιστορία» του Κώστα Κωστή είναι μια σημαντική συμβολή στην κατανόηση της συγκρότησης και εξέλιξης του ελληνικού κράτους, έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και αναθεωρήσεων από όσους μελετούν την νεοελληνική ιστορία χωρίς παρωπίδες. Ο συγγραφέας παρακολουθεί βήμα προς βήμα τις προσπάθειες του ελληνικού κράτους να αποκτήσει πόρους και να αναλάβει πρωτοβουλίες οργάνωσης στρατού και δικαιοσύνης, παιδείας και υγειονομικής περίθαλψης, προώθησης δημοσίων πολιτικών εν γένει. Στην πορεία διαφαίνεται η προτίμηση των ελληνικών κυβερνήσεων προς τον δανεισμό, αντί άντλησης φορολογικών εσόδων μονιμότερου χαρακτήρα από όλες τις κοινωνικές τάξεις και μάλιστα σε εποχές διεθνών και περιφερειακών ανακατατάξεων. Η «Ιστορία» αποτελεί ένα καλογραμμένο βιβλίο που καθοδηγεί τον αναγνώστη, ανοίγοντάς του δρόμους. Όπως συμβαίνει σε συγγράμματα τέτοιου τύπου, κάθε αναγνώστης ίσως βρει ορισμένα κεφάλαια πιο καλά δουλεμένα από άλλα. Η σύγχρονη εποχή, όπως ίσως είναι φυσικό, είναι κατά την κρίση του υπογράφοντος πιο ελλειπτική και πιο αδύναμη βιβλιογραφικά από τα αρχικά κεφάλαια. Επιπρόσθετα, ενώ στην εισαγωγή απορρίπτεται η πατρωνία ως το ισχυρό ερμηνευτικό αντικλείδι πολιτικών ιστοριών της Ελλάδας κατά το παρελθόν (σ. 21), στον επίλογο γίνεται λόγος για την «δημοκρατία των φίλων» (σ. 869) που έχει εδραιωθεί στον τόπο, οδηγώντας τον στην παρούσα κρίση. Παρατηρήσεις τέτοιου τύπου ωστόσο δεν μπορούν να αναιρέσουν την ευπρόσδεκτη προσθήκη στην ελληνική βιβλιογραφία που συνιστά η μελέτη του Κώστα Κωστή. Μία πιθανή μετάφραση του βιβλίου του στα αγγλικά θα αποτελούσε ένα μείζον βήμα επανένταξης της Ελλάδας ως περίπτωσης στη σύγχρονη διεθνή συζήτηση, όχι μόνο για την ιστορία της χώρας μας, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ειδικότερα. Θα επιβεβαίωνε το ότι κάποια «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» πλήρωσαν κατά καιρούς πολύ ακριβά τις κακές τους συνήθειες και θα ξεκινούσε η συζήτηση σχετικά με το αν και τι διδάχθηκαν από τη μακρόχρονη ιστορική πορεία τους οι «κακομαθημένοι».
©Athens Review of Books τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2013 -Ευχαριστούμε για την ευγενή παραχώρηση.

Περιηγήσεις Ναυτίλου: «Η γραμμή του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου

«Είναι

ένα πασίγνωστο μέσο των οδηγών και των εξερευνητών. Όταν συνειδητοποιούν πως έχασαν το δρόμο ή πως πλανιούνται άσκοπα στο δάσος, έχουν ως κανόνα να μην προσπαθούν ποτέ να ξαναβρούν τον προσανατολισμό τους με βάση το ένστικτό τους. Πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις ξαναγυρίζουν σιγά σιγά και προσεκτικά προς τα πίσω για να ξαναβρούν το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν ή το σημείο από το οποίο άρχισαν να χάνονται.» (Άλφρεντ Χίτσκοκ)

 

«Η ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζή, ελαφρά ντυμένη, έχει μερικά λεφτά, κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο του μικρού μαγέρικου, στην πλατεία του Άνω Κάμπου, απέναντι από την άσπρη εκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά την Αποκάλυψη, εννιακόσια χρόνια από τότε που ο μοναχός Χριστόδουλος έχτισε ένα μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος, τρεις μέρες από τότε που χώρισε με τον άντρα της…»
Η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρονών, μεγαλωμένη τη δεκαετία του ’60, έχοντας διανύσει κατά τη δεκαετία του ’70 και ’80 όλες τις διαδρομές που επέβαλε ο περίγυρός της, η γοητεία του συρμού και η αναγκαιότητα να συμβαδίζει με την εποχή της, αναχωρεί για την Πάτμο σε μια προσπάθεια αυτογνωσίας.
«Είναι η ιστορία μιας φυγής. Στη διάρκεια όλου του βιβλίου περιγράφεται ένα αδιέξοδο που έχει νιώσει η Ρέα κάνοντας έναν απολογισμό, τι έγινε τα τελευταία είκοσι χρόνια…»
Οι εικόνες της τουριστικής Πάτμου του 1988 εναλλάσσονται με αυτές της Κυψέλης των παιδικών κι εφηβικών χρόνων της Φραντζή. Από τη μία η Ελλάδα του ’60 και από την άλλη η Ελλάδα του ’80. Πόσα άλλαξαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια; Η Ρέα είναι μια τυπική εκπρόσωπος αυτής της γενιάς. Μιας γενιάς που «συμμετείχε σε μια καταστροφή χωρίς να ‘χει πάρει την ευθύνη της. Αντίθετα μάλιστα, τη συνεχίζει…»
«Τριανταδύο χρονών, ελαφρά ντυμένη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου. Κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού, ακόμα και η πλατεία Κυψέλης ήταν το κέντρο του κόσμου, γνωστού και αγνώστου, ορατού και αοράτου, φανερού και κρυφού. Ζούσαν εκεί η Βάνα, η Έρση, η Μίνα, οι οικογένειές τους. Πίστευαν ότι πρώτα έγινε η πλατεία Κυψέλης και αργότερα σχηματίσθηκε γύρω της ο υπόλοιπος κόσμος».
Από την Κυψέλη της εφηβείας και της αθωότητας, στα βόρεια προάστια της αποξένωσης και της κατανάλωσης. Η Ρέα ανατρέχει στο παρελθόν για να ανακαλύψει την αρχή αυτής μετάλλαξης, να βρει τι έφταιξε… Στην Πάτμο της Αποκάλυψης, στην Πάτμο των κρουαζιερόπλοιων και των ξανθών τουριστών, θ’ ανέβει σκαλί-σκαλί την κλίμακα προς την αυτεπίγνωση.
Κυψέλη, Αίγινα, ένα χωριό στην Ναυπακτία, Γενεύη, Βενετία και Πάτμος, είναι οι τόποι που σημάδεψαν την πορεία της Ρέας. Το καθετί που είχε αξία γι’ αυτήν σιγά σιγά χανόταν. Έχασε τη συντροφικότητα, έχασε την οικειότητα, έχασε το κέντρο του κόσμου… Το τραγικό είναι ότι χρειάστηκε να χάσει όλα αυτά ανεπιστρεπτί, για να συνειδητοποιήσει την αξία που είχαν. Η αναμόχλευση του παρελθόντος είναι ουσιαστικά η ελεγεία αυτής της απώλειας.
«Πέντε χιλιάδες βόλτες στο κέντρο της πόλης της δίδαξαν τον τρόπο ν’ αποφεύγεις τους άλλους, να γλιστράς σα σκιά, να πεθαίνεις στο πλάι τους, να κάνεις ότι δεν τους ξέρεις, ότι ποτέ δεν τους γνώρισες…»
Η μαντάμ Φραντζή είναι ο Χρήστος Βακαλόπουλος και το αδιέξοδό της είναι το αδιέξοδο της γενιάς του! Μια γενιά που σαν τη Ρέα ηττήθηκε. Ένιωσε τα τείχη να την κλείνουν και μόνον η θάλασσα της απέμεινε. Όσο όμως φωτεινή και απέραντη κι αν είναι, το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι ζοφερό…
Το έργο του Βακαλόπουλου είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα ελληνικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Στόχος του δεν είναι μόνο να δείξει, μέσω της Ρέας, την πορεία της γενιάς του αλλά και την πορεία ολόκληρης της χώρας. Μιας Ελλάδας που αιώνες τώρα παραδέρνει μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Από το 1204 έως το 1988 η ιστορία είναι πάντα δυναμικά παρούσα, ακόμα κι όταν το μόνο έχει μείνει απ’ αυτήν είναι μερικά ονόματα και κάποια ερείπια.
Ο ρυθμός της αφήγησης έχει μια ιδιόρρυθμη μουσικότητα καθώς κάποια μοτίβα αλλά και θέματα επανέρχονται δίνοντας νέες διαστάσεις σ’ αυτό που έχει ήδη ειπωθεί. Ο ίδιος ο συγγραφέας ονόμασε τη μέθοδό του ως «βότσαλο στη λίμνη»: «σαν να πετάς ένα βότσαλο και να φτιάχνονται κύκλοι, και σχεδόν σ’ όλο το βιβλίο είναι αυτή το βότσαλο και τα κεφάλαια οι κύκλοι». Υπάρχουν κεφάλαια αριστουργηματικά, όπως ο Κάμπος, το Λεωφορείο, το Απόγευμα, ο Πάγκος και το Παραμύθι και υπάρχουν κι άλλα που χαρακτηρίζονται από μια γραφή δημοσιογραφικού τύπου, σα να γράφτηκαν με άλλη αφορμή και να στριμώχτηκαν εδώ ως εμβόλιμα. Από τη μία η ευφυής οργάνωση του μυθιστορήματος με πρότυπο το ασκητικό κείμενο της Κλίμακος του Ιωάννη και από την άλλη η χαλαρή αλλά πάντοτε πάλλουσα γραφή του. Είναι μάλλον υπερβολικό να αναμένει κανείς να βρει στο βιβλίο, αυτό που αποκαλούμε: «le mot juste». Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993), σκηνοθέτης, σεναριογράφος, πεζογράφος, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, κριτικός κινηματογράφου, μουσικής και τηλεόρασης, κατόρθωσε να γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα δίνοντας μέσα σε λίγες σελίδες το στίγμα μιας ολόκληρης γενιάς. «Μιας γενιάς αιχμαλώτων των ιδεών και αιχμαλώτων ενός μοντέλου ζωής που δεν ήρθε ποτέ έτσι όπως το είχαν φανταστεί, αλλά η αιχμαλωσία παρέμεινε ως διαδικασία. Δεν μπορούν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι να ξεφύγουν από κείνο που είχαν σκεφτεί για το μέλλον όταν ήταν μικροί…».
Η Ρέα Φραντζή, νοσούσα, κάμνουσα κι αιχμάλωτος, το καλοκαίρι του ’88 στην Πάτμο, συνειδητοποιεί ότι το μόνο σημείο φυγής είναι η γραμμή του ορίζοντος και κολυμπάει αργά προς αυτήν…
«Δεν είμαστε πια όλοι μαζί: ίσως επειδή, όπως λέει ο Χρήστος, χάσαμε το κέντρο και βυθιστήκαμε ένας-ένας στον υποκειμενικό του χρόνο, περιμένοντας το μέλλον για να μαζέψουμε τα κομμάτια… Δεν είμαστε όμως ολότελα μόνοι: γυρίζοντας πίσω μέσα μας, ανακαλύπτουμε ένας-ένας πως είμαστε όλοι εκεί, πως κουβαλάμε ακόμα ο ένας τον άλλον… Δεν έχουμε ακόμη απάντηση στο ερώτημα «πώς πέρασαν τα χρόνια;» κι ίσως είναι καλύτερα έτσι (δεν ωφελεί να φτάνει κανείς πριν της ώρας του, δεν πρέπει να τρομάζουμε τα φαντάσματα). Μέσα μας ξέρουμε μόνο -με τη χάρη μιας πάντα διφορούμενης γνώσης- πως τα παιδιά το ‘σκασαν, οι γυναίκες στέρεψαν, τα τραγούδια σώθηκαν «κι όλοι μαζί είμαστε πια ένας-ένας».
© Ναυτίλος
Στη φωτογραφία, ο Βακαλόπουλος σε νεαρή ηλικία.

*

Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες προέρχονται από το μυθιστόρημα. Αυτά με μπλε είναι από συνεντεύξεις του Βακαλόπουλου και βρίσκονται στο βιβλίο: «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας» (εκδ. Εστία), όπου έχουν συγκεντρωθεί κείμενα και συνεντεύξεις του με την επιμέλεια του Κώστα Λιβιεράτου. Από το ίδιο βιβλίο και το τελευταίο απόσπασμα με πράσινους χαρακτήρες. Πρόκειται για την τελευταία υποσημείωση στο επίμετρο του Λιβιεράτου. Εκτός από τα λογοτεχνικά του έργα, στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει και η συλλογή άρθρων και δοκιμίων: «Από το χάος στο χαρτί», εκδ. Εστία σε επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο ομώνυμο δοκίμιο υπάρχει, ως μότο, και το απόσπασμα του Χίτσκοκ, που παραθέτω στην αρχή της ανάρτησης. Δυστυχώς, μια άλλη συλλογή με κινηματογραφικές κριτικές του («Δεύτερη προβολή», εκδ. Αλεξάνδρεια 1990), παραμένει εξαντλημένη. Στην αρχή της «Γραμμής του ορίζοντος» υπάρχει η φωτογραφία μιας παρέας του Βακαλόπουλου με τη λεζάντα: «Υπέρ νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων της δεκαετίας του ’70». Επίσης, το μότο στο μυθιστόρημα είναι του Ιωάννη της Κλίμακος (525-605): «Δεξάμενος φλόγα, τρέχε, ου γαρ γινώσκεις πότε σβέννυται και εν σκοτία σε καταλείψει». Η Κλίμακα είναι ένα ασκητικό κείμενο σε τριάντα συν ένα λόγους: βαθμίδες που ανεβάζουν τον πιστό από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, όπως και η Ρέα, στα 31 κεφάλαια, φαίνεται να πηγαίνει «σκαλί-σκαλί προς την αυτεπίγνωση» (Δ. Κοσμόπουλος). Η φράση «le mot juste» («η σωστή λέξη») αποδίδεται στον Φλωμπέρ και χαρακτήριζε το λογοτεχνικό του πιστεύω. (17/20)

[πηγή]

Χρήστος Βακαλόπουλος Η γραμμή του ορίζοντος Εκδόσεις Εστία. To εξώφυλλο του βιβλίου είναι σχεδιασμένο από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο

Νίκου Κυριακίδη, ‘Δρόμοι με ματωμένα γόνατα’ ή αλλιώς η χαμένη παιδικότητα

από τη Τζούλια Φορτούνη

Πολλές φορές αναρωτιέμαι, τι πραγματικά γυρεύουμε όλοι όσοι γράφουμε. Όλοι όσοι σκύβουμε με αφοσίωση, ψάχνοντας απεγνωσμένα εκείνη τη λέξη, ή την εικόνα, που θα κυοφορήσει και θα γεννήσει το ποίημα. Και δεν μου αρκούν πια οι έτοιμες απαντήσεις περί ποίησης, δοσμένες από λόγια μεγάλων ποιητών και διανοητών. Ίσως γιατί επιζητώ πάντα την προσωπική εμπλοκή μου στα πράγματα. Και ο εαυτός μου μόνο, είναι φυσικά δείγμα ελλιπές. Ψάχνω λοιπόν την απάντηση στους φίλους μου που γράφουν. Εκεί όπου μπορώ να αγγίξω λίγο αυτά τα λεπτεπίλεπτα φτερά της έμπνευσης. Τουλάχιστον να αισθανθώ το ανεπαίσθητο πέταγμά της, «το φευγαλέο θρόισμα» στα μάτια τους.

    Γιατί γράφει λοιπόν ο φίλος μου ο Νίκος Κυριακίδης; Ποια ανάγκη βαθιά τον κάνει να περνά ώρες ατέλειωτες, «παις εν καμίνω», να βγάζει τις λέξεις του φλεγόμενες πέτρες από τη φωτιά και να τις πετάει σε δρόμους χωμάτινους; Και γιατί διάλεξε αυτόν τον ευάλωτο τίτλο για μια τόσο «σκληρή» ποιητική συλλογή που ανατρέπει τις συνήθεις λυρικές φόρμες αλλά και τους μεταμοντέρνους μιμητισμούς;
Α’ ενότητα: «Τα ταξίδια»
   Μένω έτσι στη λέξη «δρόμοι» και ακολουθώ τον ήρωα σαν σε ένα movie road. Κάθε ποίημα μοιάζει με κραυγή σ΄ ένα σκοτεινό κι απρόσωπο δωμάτιο ενός μοτέλ. Ακούγεται το «my old flame» ίσως και το «the passenger» του Iggy Pop.
   Γιος ναυτικού, αλλά με μια άγκυρα δεμένη στο λαιμό του, στέκει μπροστά στο φινιστρίνι «μ’ έναν φόβο αδιόρατο». Θλιμμένο και απόμακρο πλάνο όπου μικρά πουλιά πετάνε σε σχηματισμούς και θολώνουν τον ορίζοντα. Ο χρόνος και ο τόπος εδώ δεν είναι μεγέθη σχετικά, αλλά ομογενοποιούνται μέσα από «λέξεις συμπαγείς». Άλλες πάλι φορές έχω την αίσθηση πως ακολουθώ έναν πρόσφυγα σε μια πορεία ατέλειωτη κάπου στην ανατολή και τότε οι νότες της τζαζ καταλήγουν σε αμανέ σμυρνέικο. Γιατί ο χρόνος τελικά καταλύεται στους δρόμους. Δεν έχει σημασία αν βρίσκεσαι στη Νέα Ορλεάνη ή στα προσφυγικά του Νέου Κόσμου, ούτε αν γεννήθηκες τη δεκαετία του 50 ή του 80. Οι δρόμοι είτε χωμάτινοι είναι, είτε ασφαλτοστρωμένοι, έχουν πάντα ματωμένα γόνατα. Αρκεί να είσαι παιδί για να μπορείς να διασχίσεις τη φθορά. Ή να βρεθείς –ανυπόμονο- στο τέλος του ταξιδιού. Άλλωστε «ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;» Όταν διασχίζει κανείς δρόμους ατέλειωτους, ως «εμπορικός αντιπρόσωπος με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα», όταν περνάει έξω από αφύλακτους κήπους, αφουγκράζεται τη λαχτάρα της ζωής που αναβλασταίνει μέσα στα καμένα. Κρυφακούει από τα ανοιχτά παράθυρα τους πόθους και τις μουσικές από τα τρανζίστορ των αθώων. Και τις κραυγές των κρεμασμένων στις πλατείες, τα αναπάντητα ερωτηματικά. «Πενθούμε ή ποθούμε;» Είναι τότε που ξεπροβάλλει πίσω από τη μάντρα του νεκροταφείου πάλι το παιδί: «όχι ποθούμε στην επιμονή σαν βγάζει τη γλώσσα στην υπομονή. Ποθούμε». Γιατί όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τον υπέρτατο φόβο σκάβει μέσα του και αν είναι τυχερός και γόνιμος θα ανασύρει τη θαμμένη σωτηρία του: « Η βασιλεία είναι του παιδιού». Και ο Νίκος δεν είναι μόνο τυχερός και γόνιμος. Είναι και τολμηρός. Το παιδί αυτό μέσα του, αφού το γλιτώσει δεν το κανακεύει, το εκθέτει στις πιο σκληρές εικόνες, να το δει να χλευάζει τις «απόλυτες απογοητεύσεις» και να κλέψει λίγο από τη δύναμη και τη σοφία του. Πώς να σωθεί κανείς αν δεν γιατρέψει τις ελλείψεις του με άλλες πιο υπόγειες, αν δεν εμβολιάσει το φόβο με άλλο φόβο, πιο αρχέγονο. Μόνο όσοι έχουν φοβηθεί πολύ το τολμούν αυτό.
Β’ ενότητα: «Τα αίματα»
   Τα μεγάλα ταξίδια δεν είναι ποτέ αναψυχής ούτε καν περιηγητικά. Δεν τα επιλέγεις. Βρίσκεσαι ξαφνικά –νύχτα- με μια βαλίτσα σε ένα ΚΤΕΛ κάποιας επαρχιακής πόλης, μένεις σε φτηνό ξενοδοχείο. Ξαπλώνεις πάνω από τα σεντόνια. Δεν κοιμάσαι. Οσφραίνεσαι το αίμα γύρω σου. Την ωμή σάρκα που ανασαίνει, ερωτεύεται, πεθαίνει. Δίχως δέρμα οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας. Κάποιοι χωρίς κεφάλι. Πλησιάζεις δειλά στο παράθυρο, κοιτάς πίσω από την κουρτίνα τους βρώμικους δρόμους. Όπου οι αρουραίοι δαγκώνουν τους ανθρώπους. Κι εκείνοι πιστεύουν πως θέλουν απλώς να τους φιλήσουν. Τι γυρεύεις σε τούτο το «θέρετρο φασισμού;» «Πέταξε πάνω από τους βρώμικους δρόμους» .
    Αυτή την εικόνα είχα όταν διάβασα τη δεύτερη ενότητα. Δεν ξέρω αν η Πανούκλα του Καμύ σε μια άλλη ανάγνωση, συγγενεύει με τούτο το πλάνο, ούτε πώς ο Καβάφης και η Πόλη του ξετρύπωσαν από κάποιο παράθυρο τούτης της σκηνής. Ούτε αν ακουγόταν το “Strange Fruit” ή κάποιο βαρύ ζεμπέκικο. Ξέρω μόνο πως το αίμα δεν το βλέπει ποτέ κανείς. Το μυρίζεται. Κι εδώ, σε τούτες τις λέξεις υπήρχε πολύ. Δεν το άντεξα και συνεχίζω το ταξίδι. «Από μένα θυμηθείτε μόνο τη φυγή μου»
Γ’ ενότητα: «Τα στίγματα»
   Η διαδρομή εδώ γίνεται με τρένο. «Το τρένο πάντα μυρίζει/σώματα, σε μια μη αναστρέψιμη διαδικασία» Είναι μια πορεία εντελώς προσωπική. Σαν να κοιτάζεσαι σε ένα καθρέφτη μετά από καιρό και να αναγνωρίζεις κάποια από τα σημάδια σου. Να προσπαθείς να τα ταυτοποιήσεις και να αποδόσεις την αξία ή την απαξία σε τούτη τη δερματοστιξία. Πάντα χωρίς φόβο: «Μη φοβάστε τα αληθινά/μυρίζουν, κολλάνε, τρώγονται, μεταδίδονται/ γίνονται εμμονές, οργίζουν και οργίζονται.» Κι ύστερα να προσπαθήσεις να τ΄ αγγίξεις. Όχι στον καθρέφτη. Στο σώμα σου. Και στο σώμα άλλων.   Αυτών που ερωτεύεσαι. Γιατί όλες αυτές οι ουλές και τα στίγματα γίνονται οι λέξεις στα ποιήματά σου.
Δ’ ενότητα: «Απώλειες»
    «Στους δρόμους που μας ρούφηξαν/ έρχονται άλλοι που ματώνουν/τους ενόχους των φλυαριών/ τους προσκυνητές της κοινοτυπίας»
    Και το ταξίδι συνεχίζεται. Και κορυφώνεται σε μια αποτρόπαια αλλά και λυτρωτική διαπίστωση. Μεταφορικό μέσο εδώ, η μνήμη. Που δεν προσμετρά απλώς τις απώλειες, ούτε τις αποτιμά –γιατί αυτές δεν γίνονται λέξεις και ποιήματα- , αλλά τις σιχτιρίζει με δέος: «ένα τρενάκι του τρόμου η ζωή της-/δηλαδή ταπεινή». Η μνήμη είναι κι αυτή σάρκινη είναι το «δρον σώμα» που συνουσιάζεται –μαζί με τους νεκρούς- ξεδιάντροπα μπροστά μας. Ποιος αντέχει τη «βλασφημία» της σάρκας όταν καταποντίζεται μια βάρκα γεμάτη μετανάστες στο Αιγαίο;
    Και η διαπίστωση: «Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο/θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί/ κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά/ απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια»
    Γι΄αυτό λοιπόν είναι δύσκολα τα πρωινά του Νίκου Κυριακίδη: «Διαρκής ήττα/ να συντηρεί τον πρωινό φόβο/κάθε βράδυ».
    Τελειώνουν άραγε τα μεγάλα ταξίδια; Κι αν ναι, πού; Σε ποιο φόβο; Σε ποιο πόθο; Δεν έχω απαντήσεις, ούτε φιλολογικές επισημάνσεις τούτης της προσωπικής διαδρομής. Ταξίδεψα μαζί με τον ποιητή, ως λαθρεπιβάτης και έτσι αυθαίρετα περιγράφω τις σκέψεις μου. Νιώθω πως ο κεντρικός άξονας αυτού του ταξιδιού, είναι ο χρόνος και η κεντρομόλος του δύναμη, που κάνει όλα τα γεγονότα και τις καθημερινές εικόνες, περιστρεφόμενα συμβάντα του τίποτα. Λες και τίποτε δεν μπορεί να εκσφενδονιστεί να φύγει ή να αποκτήσει τη δική του εντροπία, να αυτονομηθεί, έστω μες στην παρακμή του. Μια ιδεολογική αποφόρτιση από τις καθιερωμένες και επιβαλλόμενες φόρμες. Αυτό πιστεύω πως επιδιώκει ο Νίκος μέσα από αυτή τη σκληρά αποστασιοποιημένη γραφή του. Να δημιουργήσει μια μικρή αταξία σ΄ αυτό το άτεγκτο ντόμινο της κοινωνικής νομοτέλειας. Αν και μοιάζει με ιστορική αναδρομή τούτο το ταξίδι, δεν είναι μια αφήγηση, μια καταγραφή σε χρώμα σέπιας. Είναι μια ανασκαφή με νύχια και με δόντια, κυρίως με δόντια, που βγάζει στην επιφάνεια τις κοινές πληγές των ανθρώπων στον τόπο και στο χρόνο, χαίνουσες πάντα. Τις εκθέτει ωμές και ματωμένες στα μάτια μας. Άλλοι αποστρέφουμε το βλέμμα μας, άλλοι απλώς τις παρατηρούμε ως λέξεις, ως ποίηση, ως περιγραφή μιας κοινωνίας που νοσεί, άλλοι πάλι τολμούμε –κι ας φοβόμαστε- ν΄ αγγίξουμε αυτές τις πληγές των ματωμένων δρόμων. Όχι για να τις επουλώσουμε. Άλλωστε πώς να επουλώσει κανείς μια πληγή που αιμορραγεί αιώνια; Ίσα ίσα, για να βγάλουμε τη γλώσσα στη ματαιότητα και να φωνάξουμε μαζί με το πιτσιρίκι: «Ποθούμε» «Δεν Πενθούμε»© Τζούλια Φορτούνη
Η φωτογραφία «Αθήνα, Η οδός Πατριάρχου Ιωακείμ, 1032» είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου -Από το αρχείο της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα: «Φωτογραφική Συλλογή Dorothy Burr Thompson». Επεξεργασία του περιοδικού Στάχτες.

***


Νίκος Κυριακίδης
Δρόμοι με ματωμένα γόνατα
Ars Poetica, 2013
80 σελ.
ISBN 978-618-80195-5-3, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 9,00

Πάνος Σταθόγιαννης, Ο Γραφιάς (Homo Scriptor)

Κρίση βιβλίου 
Της Ιφιγένειας Σιαφάκα

Ο Γραφιάς ή homo scriptor του Πάνου Σταθόγιαννη, αρχής γενομένης από τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου, μας γνωστοποιεί άμεσα, ήδη από το εξώφυλλο, τον ορισμό του γράφοντος υποκειμένου, που θα εναγκαλιστεί συνειδητά και με συνέπεια εν συνεχεία (και στα 22 κείμενα που θα ακολουθήσουν) τόσο με τις συγγραφικές προθέσεις όσο και με τους δρόμους που αυτές θα επιλέξουν για να πραγματωθούν, έχοντας αφενός ως αποκλειστικό άξονα το ομιλούν υποκείμενο —ένα υποκείμενο που ορίζει αλλά και αυτοορίζεται ευνουχισμένο διά μέσου της γραφής (η μάνα μου φοβότανε που άσπρισε η γαστέρα της σαν λερωμένο γένι. Μ’ έστειλε πάλι πίσω. Ν’ αναδυθώ ως νήπιο, με νόμισμα στο στόμα. Να μη χρωστάω στο θάνατο – της Μιχαλούς μονάχα) — και αφετέρου ως αποκλειστικό εργαλείο τον μοναδικό ενδιάμεσο όσον αφορά στην απώλεια και στην περι/γραφή της: τη γλώσσα της Τέχνης του, της λογοτεχνίας δηλαδή (Ιδού, λοιπόν, που ενσαρκώθηκα στο άνθος. Την κόψη ωραίας κόσας θα γλυκάνει ο οπός μου. Διάγω βίο ανερμήνευτο. Στο στήθος μου εγκαθίσταται σαν νοικοκύρης ένας ξένος. Τρατάρει δικούς του γνωστούς, αλλάζει τα σιντί, κάνει προπόσεις. Κι ως έρχεται ένας άνεμος να πυρπολήσει τις χειρονομίες μου, μία πρόθεσή μου, ευτυχώς, διαιωνίζεται. Εξέρχεται της Ιστορίας. Θωπεύει το Αμείλικτο Ζώο).

Ο τίτλος του βιβλίου «λαϊκός», σύντομος, κοφτός και τραχύς στον ήχο του, μας προϊδεάζει για την ανθρώπινη ρίζα του Γραφιά και για τις περιπέτειές του στο συγχρονικό άξονα του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ο Γραφιάς, από τη μια, ζει στο εδώ και τώρα, προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητά του, συνάπτει κοινωνικές σχέσεις, αναδύεται μέσα από τους οικογενειακούς του μύθους, ανήκει στον κύκλο των ομοτέχνων του, καυτηριάζει τις πολιτικές επιλογές, ερωτεύεται, κρίνει και κρίνεται, φοβάται, συνειδητοποιεί.
Από την άλλη, ο υπότιτλος homo scriptor, πιο εκτενής «λόγιος», λατινικός, εισάγει, αρχής γενομένης από τον homo habilis της εποχής του λίθου, μία νέα κατηγορία στην «ανθρώπινη εξέλιξη» (Εμένα που με βλέπετε είμαι αυταπόδεικτος, γι’ αυτό και θα επιστρέφω πάντα. Ακόμα και τις μέρες που οι αλιφασκιές θα χαχανίζουν στον ερειπιώνα του κόσμου σας, καθάρματα. Στα βραχάκια απέναντι, θα κόβουν οι θεοί τις ανηφόρες. Με σπαθιές κατακόρυφες. Πιο ψηλά – απαρέμφατα. Κατσικοπόδαρα όλα τους. Θα τους δίνω αλάτι, θα μου γλείφουν τα δάχτυλα. Θα τα αρμέγω. Τότε το φως, α, το φως, θα μπεκρουλιάζει μονάχο του. Και στ’ αρχίδια του, ναι, στ’ αρχίδια του, που από σας – ούτε τέφρα) και υπονοεί πως τούτος ο «αυταπόδεικτος απόγονος της ράτσας» θα διατρέξει διά της γραφής το χρόνο, για να συναντήσει και να συνομιλήσει με το «αρχέγονο» και τις συμβολικές του απεικονίσεις (Πόσους αιώνες πια εξόριστος από τις πτήσεις; Να με τεμαχίζουν μαινάδες και κατόπιν να σμίγουν το αίμα τους με τα γαλάζια υγρά μου. Μέσα σε σπήλαια πλατωνικά να συναρμολογώ το σώμα μου απ’ την αρχή. Μόνο στις τέφρες να προσεύχομαι, μόνο σ’ αυτές το πουθενά μου να αποθέτω. Να παραμένει αίνιγμα το πώς επέζησα – θέλημα μάλλον των θεών κι ανάγκη τους, όχι δική μου).
Ήδη στις πρώτες σειρές (Η μάνα μου φοβότανε μην απολέσει διά παντός της παρθενιάς της τα λειριά. Νοίκιασε ξένη μήτρα κι εδέησα να γεννηθώ πάνω σε κάτι βράχια. Γύρω, τριγύρω —‘‘φου’’ πολλά σαν χλοερά καυσαέρια. Όπου τσαλακωνόταν ο θεός, κατέρχονταν μηδίζουσες πολίχνες. Στο παρακάτω το σκαλί— να σου κι ο Πολυδεύκης. «Πού σε πετάξαν, άμοιρε;» γυρνάει και μου λέει) συνειρμικά οδηγούμαστε στη Γένεσιν: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος. καὶ ἐγένετο οὕτως»… και «ξεπετάγιεται» Ο Γραφιάς στα βράχια από παρθένα μάνα και ανύπαρκτο πατέρα, για να συνομιλήσει με τον Πολυδεύκη, το γιο της Λήδας και του κύκνου-Δία, του Διόσκουρου, ο οποίος λατρεύτηκε και αγαπήθηκε ως δεύτερος Απόλλων. Κι αργότερα, πάλι, μιλώντας για τους ποιητές: Λένε ότι τους αγαπούν, αλλά δεν λένε αλήθεια. Πώς ν’ αγαπήσεις κάποιον που φοβάται τις σπηλιές, μα όλο σε σπηλιές πηγαίνει; Και επιστρέφει τρέμοντας. Και το σπαθί του στάζει αίμα. Πετάει τον μίτο σε μιαν άκρη και πάει υπνωτισμένος κατά τη θάλασσα. Συχνά παραμερίζοντάς σε, Αριάδνη. Αφήνοντας σε μόνη σου. Με τον ρόγχο του μισοσφαγμένου Μινώταυρου.
Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη παραδείγματα, που δίνουν το στίγμα της διπλής κατεύθυνσης και των περασμάτων από τη μια στην άλλη, με κύριο πάντα πρωταγωνιστή την ελληνική του γλώσσα: μια γλώσσα με νεύρο, τολμηρή, ανατρεπτική, ευαίσθητη, σκληρή, σαρκαστική και συνάμα αιμορροούσα, που δεν ερωτοτροπεί με τις γνωστές εμπορευματοποιημένες συμβάσεις και με κανένα από τα φορεμένα κοκτέιλ της αφασικής και αφελούς αφήγησης, που παρακάμπτουν βίαια τη λαϊκή και ανθρώπινη λαλιά, για να αναδείξουν απρόσκοπτα, χωρίς φραγμό και αιδώ, τη λαϊκίστικη και αλλοτριωμένη της πλευρά. (Έχει και πράματα που σφράγισε απάνω της η μοίρα – δεν φταις εσύ γι’ αυτά, δεν σε κακίζω. Δεν δικαιούσαι όμως, διάολε, δεν δικαιούσαι να τα βγάζεις στο παζάρι. Σε ξένα χέρια θα βρωμίσουνε, θα βγάλουν πράμα. Έχουνε ήδη μυρωδιές ευάλωτες. Από σπηλιές, πουλιά αιχμάλωτα κι ετοιμοθάνατα, καμένα σπίτια. Και παρακεί, να, γι’ αυτήν εδώ την τρύπα λέω, κοίτα μέσα της. Τον βλέπεις τούτονε τον μόνο του, τούτονε με την πέτρα; Αυτός θα μαραγκιάσει πρώτος στο ανίερο. Είτε μες στις σημαίες του είτε μες στις κιλότες. Θα γίνει μπόχα). Η γλώσσα του Γραφιά είναι η γλώσσα για την οποία ο Βιτγκενστάιν μιλάει καθορίζοντας τα όρια του κόσμου του ομιλούντος υποκειμένου, μια γλώσσα που πλαταίνει και βαθαίνει αγγίζοντας με την υπερρεαλιστική διάστασή της το Πραγματικό της ανθρώπινης επιθυμίας και αναδεικνύοντας τις άγνωστες αλλά αληθείς πλευρές της.
Ως εκ τούτου, Ο Γραφιάς είναι μία συλλογή κειμένων που δεν απευθύνονται στο μαθημένο και επιπόλαιο αναγνώστη να «καταβροχθίζει» τυπωμένες σκέψεις, για να τις τοποθετήσει αδιάφορα και ανεπιστρεπτί στο ράφι της βιβλιοθήκης του και, υπό την έννοια αυτή, ο οβολός του αναγνώστη συνιστά πνευματική επένδυση στο χρηματιστήριο των ιδεών και των συναισθημάτων, που κάθε δεύτερη, τρίτη ανάγνωση… του επιφυλάσσει για να τον αποζημιώσει. Στον Γραφιά «δεν εξιστορούνται» ανθρώπινα συμβάντα, αλλά «αποκαλύπτονται» και σχολιάζονται ανθρώπινες πραγματικότητες, πολύ πιο πραγματικές απ’ τις «φαινομενικά πραγματικές». (Στην πραγματικότητα όμως είμαι βελούδινη. Θυμίζω κάπως την Τέχνη της Αστρολογίας, αλλά απ’ την πίσω πόρτα. Από εκεί που κάποτε θα μας εγκαταλείψει ο θεός. Γιατί υπάρχει, σου λέω. Είναι βέβαιο. Κοίτα τη στάχτη όταν υγραίνεται και θα πειστείς). Ποιος τις γνωρίζει άραγε αυτές, όταν δεν είναι αυτονόητες; (Α, εμείς, από τη Συντεχνία της Άγνοιας, συμπεριφερόμεθα ωσάν η Αλήθεια να είναι μια αίρεση της λογικής, που έτυχε να επικρατήσει. Κάτι σαν τον άνεμο έξω, που τρελαίνει τις αντένες. Τον ηλεκτρισμό, ακριβέστερα, που και όμως κινείται. Είναι, δηλαδή, μια θεότητα αυθύπαρκτη και, ως εκ τούτου, απροσπέλαστη. Έχει τη ραστώνη της στιγμής, με ένα “πάντα” καρφιτσωμένο στις επωμίδες. Πού να κάθεται τώρα να ασχολείται με τα δικά μας τα γήινα). Ο Γραφιάς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατεβάζει την αυλαία του δεδομένου και μας καλεί να τον παρακολουθήσουμε στα παρασκήνια, όπου καταρρίπτονται οι νόρμες (Κάκιστος χορευτής εκείνος, όμως θα το χαιρόταν να κυματίζεις μπροστά του με κινήσεις γυναίκας βαθύτατης, να του χαμογελάς κάθε τόσο, έτσι αστραφτερά που το κάνεις. Ξέρεις, του έχουμε πει ψέματα ότι είναι πεθαμένος, και οι πεθαμένοι από τον Απάνω Κόσμο μονάχα τα χαμόγελα έχουνε νοσταλγήσει).
Με τα 22 κείμενα του Γραφιά ο αναγνώστης ξαφνιάζεται και πλουτίζει κάθε φορά που επανέρχεται, όχι μόνον για να απολαύσει τη ελληνική γλώσσα αλλά και, εάν είναι υποψιασμένος, να του επιτρέψει να του αποκαλυφθεί η τεχνική τού δια/γράφειν και μετα/γράφειν το ομιλούν υποκείμενο εν τη απώλειά του, δημιουργώντας Τέχνη. (Η πέτρα μόνο σε πέτρα μπορεί να μεταμορφωθεί. Βέβαια, το κάνει ανορθόγραφα, με σύμφωνα συριστικά και παροξύτονους τριγμούς, αλλά στη γλώσσα τη δική της τα πάντα επιτρέπονται. Κρατάει, πάντως, ένα βυζί μητρικότατο, για όποιον θέλει να θηλάσει παρελθόν που φτάνει ως τη λάβα).
Η γλώσσα του Γραφιά πενθεί βουβά, για να διατρέξει και να ενσαρκώσει το ανθρώπινο σε όλες τις εκφάνσεις του. (Γιατί εκείνοι διέκριναν εγκαίρως κάτι άχρηστο – ότι η μάσκα, άμα δεν κρύβει πίσω της ψυχή, δεν κάνει ούτε για μάσκα. Τώρα ο μπακάλης δεν τους δίνει βερεσέ. Ο κόνδωρ ο καλός δεν τους ταΐζει. Τους βρίσκουν ύστερα από δέκα μέρες οι γειτόνοι. Απ’ τη βρώμα. «Εκείνος ο κωλόγερος τα τίναξε», λένε τα λόγια τα δικά σας. Με το στόμα σας. Ύστερα σπεύδετε μαζί να απολυμάνετε τους διαδρόμους. Γι’ αυτό, λοιπόν, ουαί υμίν, παλιάνθρωποι, ουαί υμίν, κωθώνια). Αυτός όμως ο τόπος του βουβού πένθους, αν και υπαρκτός, είναι, από την άλλη, σχεδόν αδύνατον να προσεγγισθεί διά μέσου της γλώσσας (Τότε ακριβώς είναι η στιγμή που εγκαθιδρύεται στο στέρνο μου η πιο βαθιά μου φύση – πεινώ και τρώγω αίματα, διψώ και πίνω δάκρυα. «Βάκχε», ολολύζω και σαλτάρω στη σκηνή, κρατώντας θύρσο. Άλλο δεν θα σου πω – θα δεις μονάχη σου το επέκεινα, θα με διαβάσεις, θα με λυπηθείς κι εσύ…). Και η γλώσσα, όσο κι αν την κανακεύει Ο Γραφιάς, εκείνη τον εξαπατά, για να της παίξει ένα παιχνίδι και να παραδοθεί τάχα αιχμάλωτος στην «αλαλία» των χρωμάτων — θα σε τιμωρήσω αλλιώς, της λέει, να τι θα πάθεις τώρα στραγγαλίστρια του θανάτου μου!— με Κείμενα σε πορφυρό ιλίγγου (1), σε ασημοπράσινο νεαρής, ακλάδευτης ακόμη, ελαίας (2), σε λευκό χιονιού, έτσι όπως γκριζωπά αποτυπώνεται στις παλαιές φωτογραφίες (3), σε μπλε ωραίου μαύρου κύκνου (4), σε κόκκινο και μαύρο αποσάρκωσης (5) σε γιασεμένιο χαμόγελου (8), σε οσμηρό σάπιου καρπού (11), σε ρόδινο ψυχρού νερού που έπλυνε αίμα από λευκό πουκάμισο (15)…
Τα χρώματα της σιωπής ή η σιωπή των χρωμάτων και η ανάγνωση των κειμένων του Γραφιά του Πάνου Σταθόγιαννη μού έφεραν στο νου τον Ντιντερό στα Αισθητικά του: «H σιωπή συνοδεύει τη μεγαλοπρέπεια. Η σιωπή βρίσκεται καμιά φορά μέσα στο πλήθος των θεατών, ενώ στη σκηνή συμβαίνει ο πάταγος. Μπροστά στις μάχες του Λε Μπρεν στεκόμαστε σιωπηλοί. Καμιά φορά πάλι βρίσκεται στη σκηνή• και τότε ο θεατής βάζει το δάχτυλο μπροστά στα χείλη από φόβο μην τη σπάσει». Άλλωστε, Ο Γραφιάς το παραδέχεται και μας καλεί να συμπορευτούμε —διά μέσου της αναγνωστικής απόλαυσης, που επιφυλάσσει ο έντεχνος και λεπτός χειρισμός των ιδεών—, ως κοινωνοί του αλλότριου, της φρίκης και των δικών μας φαντασμάτων, που η ίδια η γλώσσα μας πιστοποιεί, όταν δεχθούμε να την αποποιηθούμε ως συγκάλυψη και να την οικειοποιηθούμε ως βουβό αλλά και αληθή συνάμα μάρτυρα της προδοσίας που μας επιφυλάσσει: Οι κρεμασμένοι, μας υπενθυμίζει o Πάνος Σταθόγιαννης, τινάζονται για λίγο αιωρούμενοι άτσαλα. Όμως σύντομα βρίσκουν έναν κάποιο ρυθμό στην κίνησή τους. Πάνε πέρα δώθε, όπως τα βαρίδια του εκκρεμούς στο ρολόι που κρέμεται πίσω μου. Μέσα στο σκοτάδι. Μια που το φως εκείνη τη μέρα δεν το άναψα καθόλου. Έμεινα από το πρωί κλειδαμπαρωμένος στο σπίτι. Χωρίς καν την αγάπη. Όρθιος μπροστά στο κλειστό παράθυρο. Να κοιτάζω από τις γρίλιες έντρομος την πολιτεία πάνδημη να υποδέχεται τους ολυμπιονίκες της, γκρεμίζοντας τα τείχη. Κι ύστερα βουβά να τους απαγχονίζει. 

©Ιφιγέγεια Σιαφάκα
Φωτογραφία ιδιοκτησίας του συγγραφέα, ειδική επεξεργασία: Στάχτες

Πάνος Σταθόγιαννης, 
Ο Γραφιάς (Homo Scriptor)
Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013.