Το πρώτο διάβασμα των ποιημάτων του Τάκη Παπατσώνη προκαλεί στον μεθοδικό αναγνώστη της ποίησης ένα παρόμοιο ίσως αίσθημα με εκείνο που έχει ο μαθητής του Δημοτικού την πρώτη ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ή ο πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής που προσπαθεί να διαβάσει ένα βιβλίο φιλοσοφίας με «βατό» τίτλο, λόγου χάριν την Εισαγωγή στη μεταφυσική του Χάιντεγκερ. Αν ο φιλέρευνος αναγνώστης είναι τόσο υπομονετικός όσο και περίεργος, θα άξιζε πιθανώς τον κόπο να σταθεί σε κάποια ποιήματα της πρώτης συλλογής του Παπατσώνη με τίτλο Εκλογή Α΄ (1934), όπως λ.χ. στο ποίημα «Ταραχή», που σήμερα βρίσκεται στις αρχικές σελίδες της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όντας, ο μεθοδικός αναγνώστης, κάποιος που έχει ενηλικιωθεί στο οικοτροφείο της μοντέρνας ποίησης, θα είναι πιθανώς έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δαίμονα της «δυσκολίας», όπως επίσης και αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης που αγαπά και διαβάζει προέρχεται από έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό του. Γεγονός που σημαίνει ότι οι έννοιες και τα πράγματα της βιωμένης εμπειρίας κινούνται, για κάθε ποιητή, μέσα σε έναν κύκλο πολλαπλών συνδηλώσεων, στην καλύτερη περίπτωση κατανοητών με την καταβολή ενός κόπου που είναι απαραίτητος, γιατί ο κόπος αυτός συνήθως οδηγεί στην απόλαυση.
«Βγήκαν δυνάμεις του Αέρος και βοΐζουν/ επάνω από την πόλη μας… Ξέσπασε η Έριδα μετά το Δειλινόν, αλλά τη Νύχτα/ έφθασε σε κορύφωμα», εξαγγέλλει στους πρώτους στίχους το ποίημα. Οι εικόνες της νύχτας, του ξημερώματος, του δειλινού –όλες οι ώρες της ημέρας– μαζί με δυνατές εικόνες από τη φύση, «δασώδεις Κήπους», «Λίμνες, Καρπούς στητούς, θεόδοτους,/ χρωματιστούς, χυμώδεις και Λεοπαρδάλεις λαστικές/ με μάτια φλογοβόλα» («Αφθαρσία»), όλα αυτά τα πράγματα –με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα τους– διατρέχουν ολόκληρο το σώμα της ποίησης του Παπατσώνη. Ωστόσο ο Παπατσώνης δεν είναι αγροτικός ποιητής· όπως δείχνει ήδη στα ποιήματα της Εκλογής Α΄, είναι ένας ποιητής του οικοδομημένου ναού –της χριστιανικής Εκκλησίας– που εμφανίζεται ως αναλογία της Φύσης, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο του πνευματικού και του αισθητού κόσμου. Με αυτή την προϋπόθεση ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1910 ένας «νεωτερικός» ποιητής που είναι συνομήλικος με τον Άγρα, τον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη:
Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη. Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της, των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης. Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε. Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια, ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
«Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» (1914)
Ξανακοιτάζοντας το ποίημα «Ταραχή», είναι λογικό να αναρωτηθούμε ποια έριδα προαναγγέλλουν οι εναρκτήριοι στίχοι. Το γεγονός δεν είναι καθόλου σαφές, αλλά δεν ξεκαθαρίζεται κι αργότερα με τις αναφορές: Μάχη των Θεών και Πάλη των Στοιχείων. Πιθανώς η λύση να κρύβεται στους καταληκτικούς στίχους, τους οποίους θα επιχειρήσω να παραφράσω: είναι προτιμότερο να εξαρτάται κανείς από μια Δύναμη με δέλτα κεφαλαίο, από την «πέρα Ισχύ», ακόμη και με τρόπο «σφαλερό», παρά να παραμένει «ελεύθερος άνθρωπος», έρμαιο δηλαδή της πλάνης του «περί της βουλήσεως και όλων των αυτονομιών της».
Η ποιητική του Παπατσώνη φαίνεται λοιπόν να προϋποθέτει δύο θεμελιώδεις ιδέες: ότι ο άνθρωπος είναι «έρμαιο των Πλανών» («Ταραχή»), ζει μέσα στην αυταπάτη όπως «οι πλείστοι των ανθρώπων,/ που απ’ τον δασώδη Κήπο δεν έχουμε εκβληθεί» («Οι εκβεβηλμένοι»), μια αυταπάτη που «δεν ξέρω να ’ναι τίποτε παραπάνω, από κεντρί της φιλαυτίας/ από μαστίγιο του υπεραιρομένου» («Σχήμα περί της πλάνης»)· και ότι η «θειότητα του ανθρώπου» μαζί με την «Πράξη των Χαρίτων», η οποία πραγματώνεται με την «Απόλυση την αιφνίδια της αισχράς Αμαρτίας/ υπό του Πρεσβυτέρου, σε ώρα Εξαγοράς» («Η εξαγορά»), αποτελούν τον δρόμο προς τη θέαση της Αλήθειας, η οποία απορρέει από την «Τάξη την θεσπεσία» («Παροιμία»). «Δεν είναι φωτεινότερο πράγμα από την Αλήθεια» διαβάζουμε στον πρώτο στίχο του εναρκτήριου ποιήματος της συγκεντρωτικής έκδοσης, όπου το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, αλλά ένας θάνατος «δίχως καν την στιλπνότητα/ Κρίσεως μελλοντικιάς μετά Σαλπίγγων» («Σχήμα»). Υπό το φως της Αληθείας εξαφανίζεται σαν το «στοιχειό» οποιαδήποτε πλάνη, με την «επιφοίτηση δυνάμεων άλλων από τις ταπεινές μας»: «είναι όπως ο Πάπας, όταν αποφαίνεται για Άρθρα της Πίστεως./ Ε, τότε βέβαια, το παραδέχομαι το μέγα Αλάθητο» («Σχήμα περί της πλάνης»).
Με αυτή τη λιτή, σχεδόν προφορική φράση ανακοινώνει ο Παπατσώνης τον Δεκέμβριο του 1930 από τις σελίδες της Αλεξανδρινής Τέχνης το θρησκευτικό του credo, την εποχή που ο Κωνσταντίνος Καβάφης δημοσιεύει στο ίδιο έντυπο ποιήματα όπως «Ο Δαρείος» και το «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Μέχρι κάποιο βαθμό, τα ποιήματα του Παπατσώνη εκείνης της δεκαετίας επιχειρούν μια συνομιλία με την ποίηση του Αλεξανδρινού με σοβαρές αξιώσεις. Ήδη το 1924 βρίσκουμε στη Νέα Τέχνη την ενθουσιώδη παραίνεση του Παπατσώνη ότι «είναι καιρός να βουτηχθούμε ολόκληροι σε ποιήσεις σαν την καβαφική, να ζωογονηθούμε, βαφτιζόμενοι σ’ έναν γλυκύ θάνατο»[1], ενώ το 1932 ο Καβάφης αποτιμάται ως «μοναδικός ποιητής παγκόσμιας αξίας που κατόρθωσε να γεννήσει ο ελληνισμός»[2]. Για να τελειώσουμε με το υποκειμενικό κοίταγμα του Παπατσώνη στην καβαφική ποίηση –υποκειμενικό, δηλαδή πρωτογενώς λογοτεχνικό και, για τους επαγγελματίες θεωρητικούς της λογοτεχνίας, φυσικά εσφαλμένο– αξίζει να παραθέσουμε την κατακλείδα της μελέτης του «Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη»[3], όπου συμπυκνώνει τα τρία βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη:
«Ψυχαναλυτική μέθοδος, θρησκευτικότητα, λατινικά [Ο Παπατσώνης αναφέρει εδώ τα λατινικά, επειδή προηγουμένως έχει υποστηρίξει ότι «ορισμένες φράσεις του Καβάφη, σε μια γαλλική ή νεολατινική μετάφραση θα έπρεπε ν’ αποδοθούν στα λατινικά»]. Οι αναγνώστες μου, τους βλέπω πολύ πρόθυμους να κραυγάσουν, πως πρόκειται για τις τρεις κηλίδες που με διακρίνουν. Και μάλιστα θρησκευτικότητα με λατινικά αποτελεί στον εύκολο νου την Εκκλησία της Ρώμης. “Ρήμα καυχήσεώς μου” είναι, αν πω πως και οι τρεις κηλίδες μου ανήκουν. Προκειμένου δε για την έννοια της θρησκευτικότητας πρέπει να επαναλάβω, πως είναι η παράλληλη προς την Ερωτική έννοια».
Καβαφικούς απόηχους μπορούμε να βρούμε σε αρκετά ποιήματα του Παπατσώνη, όπως το γνωστό «Περιηγητές στη Λειτουργία» του 1929, όπου η εισβολή των ξένων περιηγητών στην εκκλησία, η οποία είναι «προικισμένη με την απάθεια του θείου», όπως παρατήρησε ο Νίκος Φωκάς,[4] ανοίγει ένα πεδίο έντασης ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό βλέμμα, το βλέμμα του πιστού και του περιηγητή, ή του χριστιανού και του εθνικού, όπως συμβαίνει στο καβαφικό ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Στο ποίημα «Παροιμία» του 1932, ο σύντομος στίχος εκβάλλει, κατά το καβαφικό πρότυπο, στον διδακτισμό με την αναφορά στο δεύτερο πρόσωπο. Πίσω από τον στίχο «αν σου έγινε συνήθεια τον βίο σου να μετράς» ακούγεται, βέβαια, ο απόηχος του καβαφικού «Μονοτονία», πλαισιωμένος από την ειρωνική αντίθεση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση των απατηλών φαινομένων και την πραγματικότητα της θεσπέσιας, δηλαδή της υπερβατικής τάξης. Οι λέξεις «Ώρες», «Ίχνη», «Σελήνες», «Λάμψη», «Τάξη», με κεφαλαίο κι εδώ το πρώτο στοιχείο, λαμβάνουν, όπως εξηγεί ο ποιητής, «την αρχαία τους ιερότητα», «για να ξεφύγουν από την τριβή που η επιπόλαια χρήση τούς έφερε» και να έλθουν «πλησιέστερα στη βαθύτερη ουσία που συμβολίζουν μέσα στο ποίημα»[5].
Εάν στην ποίηση του Καβάφη αποτυπώνεται, όπως παρατηρεί ο Νάσος Βαγενάς, «η μοίρα του ανθρώπου, που αναζητεί την απελευθέρωσή του από τους εσωτερικούς διχασμούς και τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, χωρίς να κατορθώνει να το επιτύχει, γιατί η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια ειρωνική σύζευξη αντιθέσεων»[6], ο Παπατσώνης προχωρεί προς τη λύση των αντιθέσεων εξαιτίας της πεποίθησής του ότι πίσω από την κατ’ επίφαση αντινομία των φαινομένων κρύβεται η αρμονία των αόρατων πραγμάτων. Εδώ, βέβαια, συναντιέται με τη μεγάλη δυτική θεολογική και λογοτεχνική παράδοση, με κορυφαίους συνομιλητές τον Δάντη, τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Φρήντριχ Χαίλντερλιν, τον Πωλ Κλωντέλ και τον Τ.Σ. Έλιοτ (ο Παπατσώνης μεταφράζει το 1933 την Έρημη Χώρα με τίτλο Ερημότοπος). Εξαιτίας αυτής της εκλεκτικής συγγένειας, ο στίχος του Παπατσώνη απηχεί το μέταλλο της φωνής των προμοντερνιστών ποιητών της αλλαγής του αιώνα, χωρίς όμως να φθάνει την ιστορικο-πολιτική αναστοχαστικότητα του Έλιοτ ή τη μετρημένη –και στα εκφραστικά της μέσα– παρατηρητικότητα του Καβάφη.
Για να γυρίζουμε στις αρχικές μας σκέψεις, θα χρειαστεί να κοιτάξουμε το ποίημα «Μεγάλη αναμονή της επιούσης» (1930), όπου ο Παπατσώνης απεικονίζει τον άνθρωπο που, μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αναμονής, ελπίζει, πίσω από το φάσμα των απατηλών φαινομένων, για «τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων»:
Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν. Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό. Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων. Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας, από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού. Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων. Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής. Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης. Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας, τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο, την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος, ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές. Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό, ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια, η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.
«Η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς». Όπως κάθε σοβαρός ποιητής, ο Παπατσώνης λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και, χωρίς να μας παραπλανά, καταθέτει τη δική του αλήθεια (κι όχι Αλήθεια). Άλλοτε τρυφερός κι άλλοτε ανυπόμονος, ο λόγος του δοκιμάζεται στο μέτρο της ποίησης, για να επιτύχει ή να αποτύχει· και, στο μέτρο της δικαιοσύνης, συνήθως επιβεβαιώνεται χωρίς να χαρίζεται:
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές, ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις, δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή. Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.
*
[1] Νέα Τέχνη, έτος Α΄, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924.
[2] Ο κύκλος, χρόνος α΄, τ. Β΄, 1932.
[3] Ό.π.
[4] «Η θρησκεία ενός ποιητή», Τιμή στον Τ. Κ. Παπατσώνη για τα ογδοντάχρονά του, Τετράδια «Ευθύνης», 21999.
[5] Τ. Κ. Παπατσώνης, FriedrichHölderlin 1770 1843 1970, Ίκαρος, Αθήνα 1993.
[6] Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, 1979.
*
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα: ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη Επίσης:
Περιεχόμενα 41ου τεύχους, Ιούνιος 2013
Μαρκ Φορντ, «Και τα κορίτσια από μετάξι να φέρνουν σερμπέτι»
Κώστας Κουτσουρέλης, «Αυτό που δεν ανθεί. Αυτό ζούμε» — Το ποιητικό έργο του Γιάννη Πατίλη
Μίλτος Φραγκόπουλος, Ομπερίου απ’ την Αθήνα ή η τόλμη της «δεύτερης φοράς»
Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;
Βαρβάρα Ρούσσου, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Νάσος Βαγενάς, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Τατιανή Γ. Ραπατζίκου, Οι εκδοτικές περιπέτειες της Έμιλι Ντίκινσον — Από τη συγγραφική φαντασία στην εκδοτική πειθαρχία
Ζωή Σαμαρά, Θραύσματα τέχνης και ζωής
Δημήτρης Αρμάος, Έμιλι Ντίκινσον: στα όρια «κλασικού» και «μοντέρνου»
Χ. Άλλεν Ορ, Περιμένοντας έναν νέο Δαρβίνο
Μαριγώ Αλεξοπούλου, Και πάλι η τραγωδία
ΜΙΧΑΗΛ Β. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
Γιώργος Κόκκινος, Η ιστορία των ευγονικών θεωριών από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το Ολοκαύτωμα
Ηρακλής Μήλλας, Tο σπίτι ως πατρίδα στον λόγο του Σεφέρη
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Το Ταξίδι στα Κύθηρα ήταν μια περιήγηση στο ελληνικο κοιμητηρι των ιδανικὡν: Η Ελλάδα εκεί περιγραφόταν σαν ένας ου-τόπος, σαν μια ουτοπία στην πιο απολυτη κυριολεξία, σαν μια χώρα στην οποία οι Έλληνες δεν έχουν πια το δικαίωμα να κατοικήσουν, αφού όλα έχουν καταληφτεί προ πολλού απ’ τους παντοειδείς δοσίλογους. Ειναι οι «εθνικόφρονες» αυτοί που ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν τα κατάφεραν να σκεφτούν ελληνικά -και είναι αυτοί που κόπτονται για την «καθαρότητα του ελληνικού αίματος» παραμένοντας ολικά βρώμικοι.
Στο Ταξίδι στα Κήθυρα δεν είναι ο γέρο-Σπύρος αλλά η ελληνική Ιστορία αυτή που προσπαθεί να επιστρεψει στον τόπο της. Δεν θα επιστρέψει, όμως, γιατί δεν υπάρχει πια τόπος γι’ αυτήν στον τόπο της. Όπως πάντα. ο πρόλογος και ο επίλογος της ελληνικής Ιστορίας θα γραφεί στην περιφερεια: Στην Ιωνία, στον Πόντο. στη νότια Ρωσία, στην Αίγυπτο, στις πέντε ηπείρους όπου είναι σκορπισμένοι οι Έλληνες της διασποράς. Και στην Τασκένδη, που ήταν το τελευταίο ενδιαίτημα των παντα αστεγων στον τόπο τους ιδανικών. Ο γέρο•Σπύρος, δημιουργός και φορέας της Ιστορίας του τόπου του, θα διωχθεί απ’ τον τόπο του και θα πεθάνει μέτοικος, γιατί ο τόπος του έχει προ πολλού γεμίσει εποίκους. Η εσωτερική κατοχή δεν τέλειωσε ποτε στην Ελλάδα. Που παραμένει μια χώρα υπερήφανη για την Ιστορία του αλλά μονο στην περίπτωση που η Ιστορία αυτή έχει γραφεί ηδη απο αλλους. Οι έποικοι δε γράφουν Ιστορία, αντιγράφουν την ήδη γραμμένη απ’ τους πεθαμένους και τους μέτοικους Ιστορία, που την οικειοποιούνται αναίσχυντα όταν χρειάζεται ν’ αποδείξουν την εγκυρότητα των τίτλων ιδιοκτησίας.
Σπύρος, επίσης, ονομάζεται κι ο Μελισσοκομος που έχει συγγένεια ιδεολογική και δραματσυργική. πρώτου βαθμοὐ με το γέρο•Σπύρο της προηγούμενης ταινίας. (Ασφαλώς δεν είναι τυχαία η επιλογή του ονόματος των δύο συνονόματων ηρώων. Το Σπύρος κατάγεται ετυμολογικά απ’ το ρήμα σπέρνω, και εννοιολογικά παραπέμπει στο σπόρο, τη φύτρα, δηλαδή σε μια «δυνάμει ζωή» που θα γίνει «ενεργεία ζωή» όταν ο σπόρος βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες).
Ο Σπύρος-μελισσοκόμος (Μαρτσέλο Μαστρογιάννη) είναι κι αυτός ένας αυτοεξόριστος στον ίδιο του τόπο, που δεν έχει που να σταθεί γιατί δεν υπάρχει γι αυτόν τόπος στον τόπο του. Ο Σπύρος είναι κι αυτός κάτοικος της ου-τοπίας της προηγούμενης ταινίας. Όμως δεν θα ήταν δυνατό να επιστρέψει στον ουτοπικό τόπο του για τον απλό λόγο πως ήδη βρίσκεται σ’ αυτόν. Κι ωστόσο περιφέρεται συνεχώς με την ελπίδα πως θα βρει τόπο να σταθεί, μέσα στον ίδιο του τόπο, που ωστόσο δεν είναι ο δικός του. Το είπαμε: Η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες. Ανήκει στους εξ Ελλήνων διιστορικών Κοτζαμπάσηδες, υπό την εσωτερική κατοχή των οποίων συνεχίζουμε να βρισκόμαστε. (Το ΠΑΣΟΚ δεν εξουδετέρωσε τους άρπαγες. Αντίθετα, στους παλιούς προσέθεσε και τους καινούργιους κλέφτες, για να συνεχιστεί έτσι η παράδοση του κοτζαμπασισμού).
Ο Σπύρος, λοιπόν, δεν είναι ένας απελπισμένος άνθρωπος που περιφέρεται προκειμένου να επιλέξει το νεκροταφείο του. Ο Σπύρος δεν είναι εξαρχής ένας υποψήφιος αυτόχειρας. Άλλωστε θα μπορούσε να αυτοκτονήσει χωρίς να βαδίσει το «δρόμο των λουλουδιών» ακολουθώντας τα μελίσσια του – και ακολουθούμενος απ’ αυτά. Η πορεία προς νότον είναι προκαθορισμένη απ’ τη φύση, πράγμα που αποκλείει και την περιπέτεια μόνο όταν δεν έχει προσχεδιαστεί επακριβώς. Μ’ αυτή την έννοια, το ταξίδι της κοπέλας είναι όντως μια περιπέτεια όχι, όμως, κι αυτό του Σπύρου.
Ο Σπύρος δεν θέλει να αυτοκτονήσει. Θέλει μόνο να φύγει από έναν τόπο που δεν νιώθει δικό του. Και φεύγει για να βρει το δικό του τόπο. Αλλά ο δικός του τόπος, αυτός που γνώριζε σαν παιδί, και που τότε του παρείχε την αναγκαία ασφάλεια, δεν υπάρχει πια. Όλος ο ζωτικός χώρος βρίσκεται μόνο στη μνήμη. Και η μνήμη είναι η Ιστορία που έχει τελεστεί και όχι η ιστορία που πρόκειται να τελεστεί. Ο Σπύρος περιέχεται σε αδιέξοδο γιατί ξέρει πως αυτός ο τόπος, ο τόπος του, δεν έχει πια Ιστορία: Τίποτα δεν εγγυάται την ιστορική συνέχεια σ’ έναν τόπο που δεν έχει παρόν αλλά μόνο παρελθόν. Έχει σπάσει πια ο κρίκος που ένωνε τις δυο άκρες της Ιστορίας (το παρελθόν και το μέλλον) και η Ιστορία νοείται τώρα μόνο σαν νεκρό παρελθόν. Ένδοξο μεν, νεκρό δε.
Ο Σπύρος περιφέρεται για να βρει τόπο να εναποθέσει το σπόρο του ώστε να βλαστήσει ξανά η Ιστορία. Όπως κι ο γερο-Σπύρος της προηγούμενης ταινίας, ο Σπύρος-μελισσοκόμος έχει συνείδηση της ιστορικής του διάστασης: Κάποτε πήρε μέρος στο φκιάξιμο της Ιστορίας του τόπου του. Αλλά τούτο το σισύφειο έργο δεν του αναγνωρίστηκε ποτέ. (Προφανώς ο μύθος της ταινίας αρχίζει πριν απ’ την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Αλλά και μετά ν’ άρχιζε, πάλι το ίδιο θα ‘ταν: Δεν είναι η αναγνώριση της αντίστασης αυτή που λείπει από τούτον τον τόπο. Λείπει η ικανότητα για αντίσταση. Σ’ ένα τόπο όπου κανείς πια δεν έχει διάθεση να αντισταθεί, θα μπορούσαμε να μαρμαρώσουμε, υπό μορφήν αγάλματος, όλους τους ακίνδυνους πλέον αντιστασιακούς).
Ο Σπύρος συνεχίζει να είναι ο αντιστασιακός που ήταν πάντα. Μόνο που τώρα την αντίστασή του τη νοεί όπως ο Κατσαρός στο Κατά Σαδδουκαίων: Δεν είναι ο εαυτός του αυτό που προσπαθεί να καταστρέψει ο Σπύρος, αλλά κάποιοι θεσμοί που τον έχουν ήδη καταστρέψει: Είναι η οικογένεια, είναι το επάγγελμα, είναι το βόλεμα αυτά που αρνείται τούτος ο παλιός αντάρτης. Φεύγει προς νότον, προς τα κει που βρίσκεται το πατρικό του σπίτι, παρόλο που δεν ξέρει πως δεν υπάρχει πια σπιτικό, ίσα ίσα για να επιβεβαιώσει το μάταιο μιας ανταρσίας, που δεν είναι παρά μια κατά μόνας εξέγερση. Όπως και να ‘ναι, ο Σπύρος δεν είναι ένας απελπισμένος. Είναι ένας απογοητευμένος απ’ τη δυσλειτουργικότητα της Ιστορίας σ’ ένα τόπο, όπου όλοι δίνουν ραντεβού μαζί της και κανείς δεν πηγαίνει σ’ αυτό. Δεν είναι, λοιπόν, η Ιστορία που φταίει. Είναι ο άνθρωπος υποκείμενο, και ταυτόχρονα αντικείμενο, που αρνείται να πάρει μέρος στην Ιστορία κι αφήνεται στην παθητική ροή της. Σ’ αυτόν τον τόπον, όπου όλα τα ρολόγια μετρούν πια μόνο τον βιωμένο προσωπικό χρόνο, ο ιστορικός χρόνος μένει ακαταμέτρητος και ολοένα και περισσότερο ταυτίζεται με τον ουδέτερο μαθηματικό χρόνο. Ο Σπύρος προσπαθείς μάταια, γιατί είναι ολομόναχος, να πάει κόντρα σε τούτη την παθητικότητα του μαθηματικού χρόνου. Προσπαθεί να ξαναγράψει φαντασιακά, αλλά με τη βοήθεια μιας υπερφορτωμένης με φαντάσματα μνήμης (ο Θίασος συνεχίζει τις παραστάσεις του σε αίθουσες άδειες) μια Ιστορία που δεν είναι δυνατό να ξαναγραφεί: η Ιστορία δεν ξαναγράφεται – γράφεται. Αλλά κανείς δεν είναι πρόθυμος να γράψει τώρα πια Ιστορία σ’ έναν τόπο πνιγμένο στην βαριά Ιστορία του.
Ο Σπύρος δε θα βρει τόπο να σπείρει σε μια χέρσα γη. Όπου όλα τα θερμοκήπια παράγουν αγγουράκια. (Σ» αυτά παράγεται ακόμα κι εκείνο της κωμικά νεκροαναστημένης ορθοδοξίας, που επειδή πήρε τεχνηέντως το πρόθεμα «νέα» δεν σημαίνει πως βλάστησε κιόλας!). Τελικά, τα αγριολούλουδα της ελληνικής υπαίθρου μόνο τις μέλισσες θα μπορούσαν να ταΐσουν. Η κοινωνία των μελισσών ευημερεί πάντα σ’ αυτόν τον τόπο. Εκείνο που δε λέει να ευημερήσει είναι η κοινωνία των ανθρώπων. και τούτο γιατί αυτή δε στηρίζεται στο «κοινωνικό ένστικτο», αφού τέτοιο ένστικτο υπάρχει μόνο σε κάποια έντομα, όπως οι μέλισσες και τα μυρμήγκια.
Ωστόσο, για το Σπύρο, η λειτουργική κοινωνία των μελισσών γίνεται το υποκατάστατο της δυσλειτουργικής κοινωνίας των ανθρώπων. Ό,τι έχασε μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων, ο Σπύρος, θα προσπαθήσει να το επισημάνει στην κοινωνία των μελισσών: Τουλάχιστον η φύση υπάρχει και λειτουργεί προς το παρόν, μέχρι να την καταστρέψει κι αυτήν ολοσχερώς η κοινωνία των ανθρώπων. Η τελευταία καταφυγή σωτηρίας για τον απογοητευμένο απ’ τη λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού άνθρωπο, είναι το πάντα ζωντανό ένστικτο, αυτό που κάνει τα ζώα να επιβιώνουν και μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες.
Η κοπέλα (Νάντια Μουρούζη) που συναντά πάνω στο «δρόμο των λουλουδιών» ο μελισσοκόμος, θα μπορούσε να είναι μια «βασίλισσα των μελισσών», όμοια μ’ αυτήν που περιέγραψε ο Φερρέρι στην ομότιτλη ταινία του. Όμως είναι μόνο μια πεταλουδίτσα άγονη, πεταγμένη έξω απ’ την παραγωγή, μ’ ένα ένστικτο που δεν υπηρετεί την παραγωγή, όπως αυτό των μελισσών, αλλά μόνο την επιβίωση. Η κοπέλα δεν έχει όνομα στην ταινία – και δεν υπάρχει λόγος να έχει: Είναι η συνείδηση αυτή την οποία δίνουμε ονόματα, κι όχι ασυνείδητο. Στην κοπέλα, λοιπόν, προς το παρόν λειτουργεί το ένστικτο της επιβίωσης, κι αυτό είναι που την κάνει να παρεμβάλλεται συνεχώς στην πορεία του Σπύρου, του μόνου ανθρώπου που δεν θέλησε να της κάνει κακό. Όμως, το ένστικτο της επιβίωσης ανήκει στη ζωώδη πλευρά του ανθρώπου. Κι απ’ αυτή την άποψη, η κοπέλα είναι μια μέλισσα – όχι πάντως μια βασίλισσα των μελισσών – σε αναζήτηση κυψέλης. Που δεν θα τη βρει, τελικά, γιατί τα ζώα, πέραν του ενστίκτου της επιβίωσης, διαθέτουν και ένα ένστικτο προσανατολισμού που τα κάνει να βρίσκουν πάντα το δρόμο τους. Και η κοπέλα δεν μπορεί να βρει το δρόμο της, που καταλήγει πάντα κάπου. Και γι’ αυτό βρίσκεται μόνιμα σ’ έναν δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά. Ο δρόμος είναι γι’ αυτήν η αρχή μιας πορείας που είναι ταυτόχρονα και το τέλος της. Κι ένας τέτοιος δρόμος δεν είναι παρά ένα αδιέξοδο. Για την κοπέλα, λοιπόν, έχει χαθεί και η κοινωνία των ανθρώπων και οι «κοινωνία» των ζώων. Κινούμενη στο περιθώριο της κοινωνίας δεν μπορεί να ζήσει σαν ζώο. Κι αυτό γιατί η κοπέλα, όντας νέα, δεν έχει την αναγκαία για την προσωπική μας ιστορία μνήμη που είναι η Ιστορία. Η κοπέλα είναι και ανιστόρητη και ανιστορική: Δεν την βαραίνει η Ιστορία του τόπου της, όπως το Σπύρο, γιατί δεν έχει βιώσει την Ιστορία, αλλά και αρνείται την διά της γνώσης ιστορικότητα που θα την επανέντασσε στην κοινωνία των ανθρώπων. Όπως όλοι οι περιθωριακοί, η κοπέλα της φιλμικής ιστορίας κρατιέται έξω απ’ το περιθώριο της Ιστορίας, συνεπώς και του ιστορικού χρόνου. Άλλωστε γι’ αυτήν δεν υπάρχει ούτε καν ο μαθηματικός χρόνος – ο χρόνος του ρολογιού – που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για συνειδητοποίηση της έννοιας της αλλαγής, συνεπώς και της ιστορικότητας, που δεν είναι παρά μια συνεχής αλλαγή και μια αδιάκοπη διαφοροποίηση, που στο κοινωνικό επίπεδο οδηγεί αναγκαστικά στη διαιώνιση της κοινωνικής ομάδας. Το τραγικό πρόσωπο, συνεπώς, της φιλμικής ιστορίας δεν είναι ο Σπύρος, αλλά η κοπέλα.
Ο Σπύρος, που όπως είπαμε δεν έχει προαποφασίσει την αυτοκτονία του, θα πάρει αυτή την απόφαση μόνο όταν διαπιστώσει τη χρεωκοπία του «κοινωνικού ενστίκτου»: Η κοπέλα θα τον εγκαταλείψει στο τέλος, που σημαίνει πως θα πάψει να ενεργεί σαν μέλισσα που τρυγάει τη γύρη όπου τη βρει. Η πίστη του Σπύρου στο ένστικτο, την τελευταία καταφυγή των απογοητευμένων, θα κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Η «κοινωνία των μελισσών» που υπηρετεί τώρα και στην οποία έχει καταφύγει το παλιό του όραμα για μια λογική διευθέτηση των κοινωνικών συγκρούσεων, θα αποδειχτεί μη λειτουργική και αυτή. Άλλωστε, η κοινωνία των ανθρώπων δεν θα ήταν δυνατό να λύσει τα προβλήματα της με το ένστικτο. Γιατί, η κοινωνία των ανθρώπων δεν είναι φύση. Είναι η εκλογικευμένη οικειοποίηση, για λογαριασμό του ανθρώπου, των δεδομένων της φύσης.
Στο φινάλε της ταινίας είναι η φύση αυτή που θα σκοτώσει τον Σπύρο: Δεν αυτοκτονεί με περίστροφο, ή με κάποιον άλλο «παραδοσιακό» τρόπο. Αφήνεται να σπαραχτεί απ’ τη φύση, γιατί έπαψε να πιστεύει πια σ’ αυτήν. Όπως σ’ όλους τους ρομαντικούς, ο «δρόμος των λουλουδιών» δεν είναι παρά ο δρόμος προς τον τάφο. Ο «δρόμος των λουλουδιών» είναι μόνο για τις μέλισσες. Και για όσους απ’ τους ποιητές θα μπορούσαν να τον βαδίσουν φαντασιακά. Αλλά ο Σπύρος δεν είναι ποιητής. Ποιητής είναι μόνο ο Αγγελόπουλος που δημιούργησε το Σπύρο ποιητική αδεία και χωρίς καμιά, μα απολύτως καμιά πρόθεση ρεαλιστικής αληθοφάνειας. Το ποιητικό ημερολόγιο του Σπύρου, που διακόπτει τη φιλμική αφήγηση, δεν το έχει γράψει σύμφωνα με τα προστάγματα του ρεαλισμού ο ήρωας της ταινίας. Το έχει γράψει ο δημιουργός του ήρωα της ταινίας Θόδωρος Αγγελόπουλος. και εκφωνείται με τρόπο τέτοιο, που να μη μένει η παραμικρή αμφιβολία στο θεατή πως είναι ένα εκτός δράσης ιντερμέτζο που χωρίζει τις σεκάνς.
Λοιπόν, η πρώτη μέλισσα που θα τσιμπήσει το Σπύρο είναι η κοπέλα, τούτο το ξεκομμένο απ’ το σμήνος έντομο. Εκεί που έτεινε να την αποδεχτεί σαν την προσωποποίηση της ελευθερίας, που αυτός δεν είχε ποτέ, ούτε στο προσωπικό ούτε στο κοινωνικό επίπεδο, διαπιστώνει ξαφνικά πως τούτη η ελευθερία, η ξεκομμένη απ’ το διαλεκτικό της εννοιολογικό δίπολο, που είναι η αναγκαιότητα, δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχής της σκλαβιάς. Συνεπώς, μια άλλη εκδοχή της σκλαβιάς είναι και η πίστη στο Πνεύμα των μελισσών, για να θυμηθούμε τον Ισπανό Ενρίκες. Τέτοιο πνεύμα δεν υπάρχει. Κι αν υπήρχε δε θα ήταν αυτό που θα επιθυμούσε να βρει ο Σπύρος βαδίζοντας στο «δρόμος των λουλουδιών». Γιατί ο Σπύρος συνεχίζει να πιστεύει στην κοινωνία των ανθρώπων. Αλλά η κοινωνία των ανθρώπων έχει γεμίσει πια από έντομα. Πώς να ζήσει κανείς σ’ ένα κόσμο εντόμων; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί αυτοκτόνησε ο Σπύρος, αλλά γιατί δεν αυτοκτονήσαμε ακόμα όλοι εμείς που συνεχώς ψάχνουμε για ανθρώπους και συνεχώς πέφτουμε πάνω σε σμήνη εντόμων.
Το Σάββατο 25 Μαΐου 2013 στις 8:30μμ στον Πολυχώρο Πολιτισμού ΕΚΣΤΑΝ, Καυτατζόγλου 5 και Πατησίων γωνία, στα Πατήσια, στην Αθήνα παρουσιάζεται η πρώτη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Η ερημιά του αληθινού» (Εκδόσεις Ηριδανός, 2012) με την υποστήριξη του Πολιτιστικού Τμήματος του Μετώπου Αλληλεγγύης-Ανατροπής.
Το βιβλίο θα προλογίσει η Αριάδνη Αλαβάνου.
Ποιήματα από τη συλλογή θα απαγγείλει η Παναγιώτα Αρματά.
Θα συνοδεύσει με την κιθάρα του και τη φωνή του ο Αντώνης Παρίνις.
* Διαπίστωση
Ζούμε απάνθρωπες ζωές βουβής απελπισίας
αγάπη αγνώστους θλιβερούς αποκαλούμε αγάπη
και υποκρινόμαστε καλά πως δήθεν κοινωνούμε
λίγη από την φροντίδα τους και λίγο από το χάδι.
Το ‘πανε αμέτρητες φορές οι ποιητές καθάρια,
αυτοί που όλο ξεθάβουνε τρομακτικές αλήθειες,
αυτές που καταχώνιασαν οι άνθρωποι φοβισμένοι•
μόνος στους ξένους δυστυχώς, και μες στους φίλους μόνος
μόνος διαβαίνεις τις ξεριές, μόνος και τις θαλάσσες
σε Καλοκαίρια αβάσταχτα, σε υπέροχους Χειμώνες
μόνος σαπίζεις μες στη γη, μόνος και από πάνω
ίδια σαν να κοιμήθηκες στην άδεια σου την κλίνη
και σε φυγάδευσε μαθές απ’ τα όνειρά σου ο ξύπνιος
απ’ όλες τις παράλειψες, τις ερινύες, τις θλίψες
κι έχασες πια τον μετρημό, και μετρημό δεν έχεις
πόσες φορές ετοίμασες τα ναύλα του βαρκάρη
μα εκείνος σε εχλεύασε και μ’ ειρωνεία γεμάτος
«μόνος θα είσαι» απάντησε «και την στερνή την ώρα»
«μόνος θα δένεις το σκοινί γύρω από τον λαιμό σου»,
«μόνες αντίκρυ θα θωρούν οι σκιές την κάμαρά σου».
*
Μυρίζει ουτοπία
Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία
πάρε απο πάνω μου αυτά
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον εδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζώ
μαχαίρι στον αέρα
***
μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά
***
ανοίγαν δρόμο οι ουρανοί
έτρεχε έτρεχε το αλωνάρι
των φιλιών
σκορπούσε θάλασσα
στο βήμα
μα πώς βρεθήκαμε εδώ
ρωτούσες κάθε μέρα
τα πουλιά
κι εκείνα έσταξαν
λίγο απο αίμα ανάμεσα μας
αυτό το κόκκινο
αγάπησα κι ας με πονάει
***
στην απομόνωση
στο πάτωμα
άνεμος με παραμιλητό
σκοτάδι στα σεντόνια
μπουνιά και έρωτας
άσε το φεγγάρι να μπεί
μου φώναξες
ξέρει απο θάλασσα
ξέρει απο λόγια
μη με κοιτάς
σκοτώνουμε το θάνατο απόψε
Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:
Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
Αν τελειώνει…
Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
Σενάριο
Οι στίχοι σου
που χρόνια πριν
με ρίξαν σε θολό βυθό
με μάθανε να κολυμπώ
στα αβαθή σου•
μα βρήκα σωσίβιο στην αμμουδιά
γιατί ο κολυμπητής
― το ξέρεις ήδη από παλιά ―
ξεχνά να περπατά όταν η θάλασσα τελειώσει.
***
Σκηνοθεσία
Με λέξεις μόνος γονατίζω
― μια θάλασσα λέξεις γύρω μου ―
τα μάτια μου τα χάνω
μέρες οχτώ•
έξι της δημιουργίας, μια της ξεκούρασης, και μια της δυστυχίας.
Η ανάσα μόνη της μιλά
————την κόβω ― συνεχίζει
————την τιθασεύω ― με προσβάλλει
————την καταπνίγω ― γίνεται απαραίτητη.
Κι ένας ολοκαίνουργιος καιρός τα μάτια μου μού επιστρέφει
τα βάζει με στοργή στα γόνατά μου πάνω
το χώμα πιο κοντά να βλέπω
να με ζητώ, να σε ζητώ
το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω.
***
Ηχοληψία
Νύχτα σιωπηλή, μάλλον τριγυρνούνε δολοφόνοι.
Θα τους κρύβουνε καλά τ’ αντίο τα εν ειρήνη αναπαύσου.
Ακέφαλοι γυρνούν οι δολοφόνοι
τα έλα δεν χωράνε σε κεφάλι.
Νύχτα•
οι στεναγμοί ακούγονται καλύτερα
καλύτερα σκοτώνοντας τις λέξεις
μία μία
να μείνουν δυο μονάχα
να σωπαίνει πιο εύκολα (πιο γρήγορα) η νύχτα.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.