Περιηγήσεις Ναυτίλου: Η γνώση του πόνου – 2

Από τον Πέτρο Μαρτινίδη
Αλέξανδρος Νεχαμάς, Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή, μτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2010, σελ. 168

By Pretend Genius Press
Contents
Contributors (2013)
Το πρώτο διάβασμα των ποιημάτων του Τάκη Παπατσώνη προκαλεί στον μεθοδικό αναγνώστη της ποίησης ένα παρόμοιο ίσως αίσθημα με εκείνο που έχει ο μαθητής του Δημοτικού την πρώτη ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ή ο πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής που προσπαθεί να διαβάσει ένα βιβλίο φιλοσοφίας με «βατό» τίτλο, λόγου χάριν την Εισαγωγή στη μεταφυσική του Χάιντεγκερ. Αν ο φιλέρευνος αναγνώστης είναι τόσο υπομονετικός όσο και περίεργος, θα άξιζε πιθανώς τον κόπο να σταθεί σε κάποια ποιήματα της πρώτης συλλογής του Παπατσώνη με τίτλο Εκλογή Α΄ (1934), όπως λ.χ. στο ποίημα «Ταραχή», που σήμερα βρίσκεται στις αρχικές σελίδες της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όντας, ο μεθοδικός αναγνώστης, κάποιος που έχει ενηλικιωθεί στο οικοτροφείο της μοντέρνας ποίησης, θα είναι πιθανώς έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δαίμονα της «δυσκολίας», όπως επίσης και αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης που αγαπά και διαβάζει προέρχεται από έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό του. Γεγονός που σημαίνει ότι οι έννοιες και τα πράγματα της βιωμένης εμπειρίας κινούνται, για κάθε ποιητή, μέσα σε έναν κύκλο πολλαπλών συνδηλώσεων, στην καλύτερη περίπτωση κατανοητών με την καταβολή ενός κόπου που είναι απαραίτητος, γιατί ο κόπος αυτός συνήθως οδηγεί στην απόλαυση.
Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.
Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.
Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.
Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
«Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» (1914)
Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ
Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό
για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής
απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές,
ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις,
δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ
την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή.
Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.
*
[1] Νέα Τέχνη, έτος Α΄, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924.
[2] Ο κύκλος, χρόνος α΄, τ. Β΄, 1932.
[3] Ό.π.
[4] «Η θρησκεία ενός ποιητή», Τιμή στον Τ. Κ. Παπατσώνη για τα ογδοντάχρονά του, Τετράδια «Ευθύνης», 21999.
[5] Τ. Κ. Παπατσώνης, FriedrichHölderlin 1770 1843 1970, Ίκαρος, Αθήνα 1993.
[6] Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, 1979.
*
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Επίσης:
Περιεχόμενα 41ου τεύχους, Ιούνιος 2013
Μαρκ Φορντ, «Και τα κορίτσια από μετάξι να φέρνουν σερμπέτι»
Κώστας Κουτσουρέλης, «Αυτό που δεν ανθεί. Αυτό ζούμε» — Το ποιητικό έργο του Γιάννη Πατίλη
Μίλτος Φραγκόπουλος, Ομπερίου απ’ την Αθήνα ή η τόλμη της «δεύτερης φοράς»
Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;
Βαρβάρα Ρούσσου, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Νάσος Βαγενάς, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Τατιανή Γ. Ραπατζίκου, Οι εκδοτικές περιπέτειες της Έμιλι Ντίκινσον — Από τη συγγραφική φαντασία στην εκδοτική πειθαρχία
Ζωή Σαμαρά, Θραύσματα τέχνης και ζωής
Δημήτρης Αρμάος, Έμιλι Ντίκινσον: στα όρια «κλασικού» και «μοντέρνου»
Χ. Άλλεν Ορ, Περιμένοντας έναν νέο Δαρβίνο
Μαριγώ Αλεξοπούλου, Και πάλι η τραγωδία
ΜΙΧΑΗΛ Β. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
Γιώργος Κόκκινος, Η ιστορία των ευγονικών θεωριών από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το Ολοκαύτωμα
Ηρακλής Μήλλας, Tο σπίτι ως πατρίδα στον λόγο του Σεφέρη

Ο Μελισσοκόμος
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Το Ταξίδι στα Κύθηρα ήταν μια περιήγηση στο ελληνικο κοιμητηρι των ιδανικὡν: Η Ελλάδα εκεί περιγραφόταν σαν ένας ου-τόπος, σαν μια ουτοπία στην πιο απολυτη κυριολεξία, σαν μια χώρα στην οποία οι Έλληνες δεν έχουν πια το δικαίωμα να κατοικήσουν, αφού όλα έχουν καταληφτεί προ πολλού απ’ τους παντοειδείς δοσίλογους. Ειναι οι «εθνικόφρονες» αυτοί που ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν τα κατάφεραν να σκεφτούν ελληνικά -και είναι αυτοί που κόπτονται για την «καθαρότητα του ελληνικού αίματος» παραμένοντας ολικά βρώμικοι.

*
Διαπίστωση
Ζούμε απάνθρωπες ζωές βουβής απελπισίας
αγάπη αγνώστους θλιβερούς αποκαλούμε αγάπη
και υποκρινόμαστε καλά πως δήθεν κοινωνούμε
λίγη από την φροντίδα τους και λίγο από το χάδι.
Το ‘πανε αμέτρητες φορές οι ποιητές καθάρια,
αυτοί που όλο ξεθάβουνε τρομακτικές αλήθειες,
αυτές που καταχώνιασαν οι άνθρωποι φοβισμένοι•
μόνος στους ξένους δυστυχώς, και μες στους φίλους μόνος
μόνος διαβαίνεις τις ξεριές, μόνος και τις θαλάσσες
σε Καλοκαίρια αβάσταχτα, σε υπέροχους Χειμώνες
μόνος σαπίζεις μες στη γη, μόνος και από πάνω
ίδια σαν να κοιμήθηκες στην άδεια σου την κλίνη
και σε φυγάδευσε μαθές απ’ τα όνειρά σου ο ξύπνιος
απ’ όλες τις παράλειψες, τις ερινύες, τις θλίψες
κι έχασες πια τον μετρημό, και μετρημό δεν έχεις
πόσες φορές ετοίμασες τα ναύλα του βαρκάρη
μα εκείνος σε εχλεύασε και μ’ ειρωνεία γεμάτος
«μόνος θα είσαι» απάντησε «και την στερνή την ώρα»
«μόνος θα δένεις το σκοινί γύρω από τον λαιμό σου»,
«μόνες αντίκρυ θα θωρούν οι σκιές την κάμαρά σου».
*
Μυρίζει ουτοπία
Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία
*
©Βασίλης Ζούμπος

ΕΥΚΗ
Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «François Villon, Επιτάφιος»

Εκδόσεις Ενδυμίων
πάρε απο πάνω μου αυτά
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον εδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζώ
μαχαίρι στον αέρα
μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά
ανοίγαν δρόμο οι ουρανοί
έτρεχε έτρεχε το αλωνάρι
των φιλιών
σκορπούσε θάλασσα
στο βήμα
μα πώς βρεθήκαμε εδώ
ρωτούσες κάθε μέρα
τα πουλιά
κι εκείνα έσταξαν
λίγο απο αίμα ανάμεσα μας
αυτό το κόκκινο
αγάπησα κι ας με πονάει
στην απομόνωση
στο πάτωμα
άνεμος με παραμιλητό
σκοτάδι στα σεντόνια
μπουνιά και έρωτας
άσε το φεγγάρι να μπεί
μου φώναξες
ξέρει απο θάλασσα
ξέρει απο λόγια
μη με κοιτάς
σκοτώνουμε το θάνατο απόψε
*
© Χρύσα Αλεξίου
Δωμάτιο
Εκδόσεις Ενδυμίων
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.