Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

Χρήστος Φασούλας, Ένα σπίτι πέτρινο -απόσπασμα

 
Σ’ αυτό το σπίτι γεννηθήκαμε
Σ’ αυτόν τον κόσμο πεταχτήκαμε
Σαν ένα σκυλί δίχως κόκκαλο
Σαν ένας ηθοποιός εκεί έξω, μόνος
Τζιμ Μόρισον
(Από το τραγούδι των Doors
«Riders On The Storm»)
[ ΣΠΙΤΙ 1
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ.
   Ένα Σπίτι πέτρινο. Νεοκλασικό.
   Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
   Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
   Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
   Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
   Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
   Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
   Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
   Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
   Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
   Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
   Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
   Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
   Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
   Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
   Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
   Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
   Αν τελειώνει…
   Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
   Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
   Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
   Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
   Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
   Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
   Κι αν θέλετε το πιστεύετε…]

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες

Δημήτρης Αθηνάκης, Δωμάτιο μικρών διακοπών

Σενάριο
Οι στίχοι σου
που χρόνια πριν
με ρίξαν σε θολό βυθό
με μάθανε να κολυμπώ
στα αβαθή σου•
μα βρήκα σωσίβιο στην αμμουδιά
γιατί ο κολυμπητής
― το ξέρεις ήδη από παλιά ―
ξεχνά να περπατά όταν η θάλασσα τελειώσει.

***
Σκηνοθεσία

Με λέξεις μόνος γονατίζω
― μια θάλασσα λέξεις γύρω μου ―
τα μάτια μου τα χάνω
μέρες οχτώ•
έξι της δημιουργίας, μια της ξεκούρασης, και μια της δυστυχίας.

Η ανάσα μόνη της μιλά
————την κόβω ― συνεχίζει
————την τιθασεύω ― με προσβάλλει
————την καταπνίγω ― γίνεται απαραίτητη.

Κι ένας ολοκαίνουργιος καιρός τα μάτια μου μού επιστρέφει
τα βάζει με στοργή στα γόνατά μου πάνω
το χώμα πιο κοντά να βλέπω

να με ζητώ, να σε ζητώ
το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω.

***
Ηχοληψία

Νύχτα σιωπηλή, μάλλον τριγυρνούνε δολοφόνοι.
Θα τους κρύβουνε καλά τ’ αντίο
τα εν ειρήνη αναπαύσου.
Ακέφαλοι γυρνούν οι δολοφόνοι
τα έλα δεν χωράνε σε κεφάλι.

Νύχτα•
οι στεναγμοί ακούγονται καλύτερα
καλύτερα σκοτώνοντας τις λέξεις
μία μία
να μείνουν δυο μονάχα
να σωπαίνει πιο εύκολα (πιο γρήγορα) η νύχτα.

*


Δημήτρης Αθηνάκης
Δωμάτιο μικρών διακοπών, 
Κέδρος 2012

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Το μεγαλείο της Πορτογαλίας

Της θάλασσας Ήρωες,
ευγενικέ λαέ
Έθνος γενναίο και αθάνατο,
Ορθώστε σήμερα και πάλι
Το μεγαλείο της Πορτογαλίας!
Μεσ’ από την αχλύ της μνήμης
Η φωνή των ένδοξων προγόνων σου
Ω Πατρίδα , ακούγεται
Αυτή που στη νίκη θα σ’ οδηγήσει.
Στ’ άρματα , στ’ άρματα,
Για την Πατρίδα να παλέψουμε!
Στα κανόνια απέναντι
ας προελάσουμε , ας προελάσουμε.
(Από τον εθνικό ύμνο της Πορτογαλίας)
Η Πορτογαλία ήταν ένας από τους τελευταίους αποικιοκράτες της σύγχρονης εποχής. Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα-Μπισάου, Πράσινο Ακρωτήρι… Αποσύρθηκε απ’ αυτές με την πτώση του Σαλαζαρικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας το 1974 κι αφού πάλεψε με νύχια και με δόντια να τις κρατήσει για πολλά χρόνια.Οι Πορτογάλοι υπήρξαν από τους πιο αιμοσταγείς αποικιοκράτες.Διαβάζοντας στο διαδίκτυο για τις ωμότητες και τις σφαγές που διέπραξαν ένιωθα ότι έμπαινα σ’ ένα εφιαλτικό τοπίο μιας Αφρικής πολύ διαφορετικής απ’ αυτήν που ίσως φανταζόμαστε
Οι εξεγέρσεις στην Αγκόλα ξεκίνησαν το 1961 με αφορμή τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Αφρικανών σκλάβων στις βαμβακοφυτείες της πορτογαλοβελγικής εταιρίας Κότονανγκ. Εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα όπως άλλωστε και όλες οι επόμενες που κράτησαν έως το 1974. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι Πορτογάλοι αφάνισαν ολόκληρα χωριά.

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …

Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;

Ο τίτλος του «Το μεγαλείο της Πορτογαλίας» μας εισάγει με τρόπο τραγικά ειρωνικό στον εφιάλτη που βιώνουν όλοι οι χαρακτήρες του έργου.
Καθώς οι Πορτογάλοι εγκαταλείπουν την Αγκόλα κι αρχίζει ο εμφύλιος σπαραγμός, η Ιζίλντα, τελευταία μιας γενιάς αποικιοκρατών φυγαδεύει τα τρία της παιδιά στη Λισαβόνα ενώ η ίδια παραμένει πεισματικά εκεί για να διαφυλάξει το υποστατικό, τη φυτεία και τις αναμνήσεις της.

 

«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»

 

Η γραφή του Αντούνες είναι δύσκολη και απαιτεί την αυτοσυγκέντρωση του αναγνώστη.Η αφήγησή του έχει μια «άγρια» ομορφιά και μια δύναμη που σε συνεπαίρνει για να σε εκσφενδονίσει στο χάος της Ιστορίας.Η δομή του μυθιστορήματος είναι μουσική:Φράσεις,προτάσεις έως και ολόκληροι παράγραφοι επαναλαμβάνονται σαν μουσικά μοτίβα δημιουργώντας μια μουσική αίσθηση.Άλλωστε κι ολόκληρο το έργο δίνει την εντύπωση μιας πένθιμης συμφωνίας. Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες συνέθεσε με έξοχο τρόπο το Ρέκβιεμ της «Μεγάλης Πορτογαλίας».
(17/20)

[πηγή]

***

Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, 
εκδ. Καστανιώτης, 
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.

Σωτήρης Παστάκας, ποιήματα γραμμένα σε SMS

Δεν μιλώ για την αγάπη.
Τι έχω να πω εγώ για την αγάπη;
Δεν ξέρω τίποτα, όπως ο καθένας
από εσάς που με διαβάζει!
Αμαθή κι αδιάβαστο με πήρε μαζί της
η Λύπη και διάβηκα την Πύλη.
Πως την ήξερα, καυχιόμουνα κι εγώ
προτού να την γνωρίσω!
Α, οι μεγάλες λέξεις,
τα ηχηρά επιφωνήματα,
πως σκύβουν τρυφερά και ραίνουν
τον απραγματοποίητο όρκο!

***

Να κατευθύνω τα βέλη μου σε σένα,
όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
που σ’ εκνευρίζει, και σε στενοχωρεί,
γιατί σου στερεί το μεροκάματο,
κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
ταμία της καρδιάς μου.

***

Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.
Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.

***

Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.
Απ’ την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ’ την κοινή διαπίστωση των φίλων:
«είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;»
Μακάρι η πάθησίς μου να ’χε ένα απ’ τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα,
παράνοια. Πώς είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.

***

Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.

***

Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.
Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.
Η αγάπη με είχε κάνει Ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.

***

Ζηλεύω την πολυάριθμη παρέα σου,
τα σφριγηλά σας ημικύκλια. Ζηλεύω,
αυτόν που κάθεται αντίκρυ
στα γυμνά βυζάκια σου,
κι εσύ τον κοιτάζεις γυμνό.
Ζηλεύω, τις κιθάρες, τα τραγούδια σας,
τη φωτιά που φωτίζει τα μεταμεσονύχτια
μπάνια σας. Να δεις πως όπου να ’ναι
θα ζηλεύω
και τις κουβέντες σας!

***

Γράφω σ’ εκείνο το μεταίχμιο
του πόθου, της απόγνωσης,
όταν μετέωρα όλα στέκονται
αμφίβολα κι εν εξελίξει. Γνωρίζω
τη γραφή σαν αναπλήρωση,
το πλήρωμα των λέξεων ναυτολογώ
Λέξεις-ναυτόπαιδες μονάχα προσλαμβάνω
που θα προφέρουν ξενικά τα ελληνικά μου,
όταν η γλώσσα μας η μια θα έχει γίνει
του κόσμου εσπεράντο.

***

Θέλω να ξέρεις,
πως αν τότε δεν σε αγάπησα
ειλικρινά, τώρα πονώ αληθινά.

***

Τυχαία επιλογή από τη συλλογή:
Σωτήρης Παστάκας, σώμαΜΕσώμα
100 ποιήματα γραμμένα σε SMS
Απλές Εκδόσεις

*
photo© Stratos Fountoulis / Στράτος Φουντούλης

Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι

Ετών 43. Άγαμος. Εργάζεται σ’ ένα ραφείο. Το ραφείο το ’χει ένας εβραίος με τ’ όνομα κι είναι στο βάθος μιας παλιάς στοάς, δεξιά. Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, στις 11, διακόπτει για να φάει το κολατσιό του. Το κολατσιό του είναι ένα σάντουιτς που το φέρνει από το σπίτι του. Το σπίτι του είναι ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το ένα δωμάτιο βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που κατεβαίνει απ’ το σταθμό, περνάει μπροστά απ’ τη Βιβλιοθήκη και, πέντε τετράγωνα πιο κάτω, αλλάζει όνομα. Το όνομα του ανθρώπου είναι κοινό. Κοινός είναι κι ο τρόπος που περνάει τα βράδια του. Τα βράδια, το χειμώνα, έρχονται γρήγορα, μα αυτός τα προτιμάει απ’ το να μπαίνει σπίτι του ιδρωμένος και να φέγγει. Μπαίνει στο σπίτι του, κι αν πρέπει, ανάβει φως• κάθεται στη μοναδική του πολυθρόνα, μπρος απ’ το παράθυρο του ενός από τα δύο δωμάτια, αυτού που βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που ξεκινάει απ’ το σταθμό αλλά το είπαμε. Ο σταθμός είναι ένα γκρίζο σιδερένιο κτίριο όπως όλα τα γκρίζα σιδερένια κτίρια που είναι σταθμοί. Σ’ αυτόν κατέβηκε πριν τριάντα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι»

Στάθης Ιντζές «Κάτω η σκουριά»

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

(απόσπασμα)
Το διάδρομο που απλωνόταν αμέσως μετά την είσοδο, κοσμούσανε πορτραίτα σπουδαίων αντρών του παρελθόντος. Η Νοέλ σε έναν πίνακα αναγνώρισε το Λούκουλλο και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες από τον χώρο τής καλοπέρασης. Κάπου υπήρχε και μια τοιχογραφία που αναπαρίστανε το κυνήγι ενός κάπρου που μετά από ένα σάλτο που έκανε για να ξεφύγει από τους κυνηγούς, κατέληξε στο στομάχι του Καίσαρα αμάσητος. Αμέσως μετά την εικαστική πανδαισία των πρώτων χιλιομέτρων, ο διάδρομος κοβόταν απότομα στα δυο από μια σειρά παγίδων που είχε προνοήσει να εγκαταστήσει η ασφάλεια του ανακτόρου. Πρώτα η τάφρος με τα πεινασμένα κυπαρίσσια και το πέρα δώθε του Ιερού Σαλίγκαρου, το σάλιο του οποίου συνέλεγαν οι άνθρωποι του Καίσαρα κάθε δίσεκτο έτος και το χρησιμοποιούσαν ως βοηθητικό χώνευσης όποτε αυτό κρινόταν απαραίτητο. Έπειτα, τα μυτερά μουστάκια του Κάπρου της Τοιχογραφίας, ανάμεσα από τα οποία έπρεπε να συρθείς εκτελώντας άριστα ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής. Ίππο στους καλογυαλισμένους χαυλιόδοντες που ήταν μπηγμένοι παράλληλα με τους τοίχους και μονόζυγο στην ξεκούρδιστη ουρά του που έκρωζε φάλτσα κάθε φορά που κάποιος ακουμπούσε τη φουντίτσα της. Τέλος, θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις ζωής ή θανάτου που απηύθυνε ο τριτεξάδελφος του γιου του Πάνα καθισμένος πρόστυχο σταυροπόδι στο πρώτο σκαλί της σκάλας. Η Οντέτ και η Νοέλ που είχαν μακρά εκπαίδευση σε ασκήσεις τραμπολίνου πάνω στην κοιλιά της Ζοζεφίν, δεν αντιμετώπισαν την παραμικρή δυσκολία να ξεπεράσουν τα εμπόδια των παγίδων. Έτσι, είχανε φτάσει σώες και αβλαβείς στην άλλη μεριά του διαδρόμου, στην αφετηρία της πολύπαθης σκάλας, πίσω από την οποία ξεπρόβαλλε καμουφλαρισμένη με κισσούς πολύπλοκων μοτίβων, η εκρού πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν η πολυπόθητη τηλεφωνική συσκευή και τα κειμήλια του καθεστώτος. Όσο για τον τριτεξάδελφο του γιου του Πάνα ,έκαναν σαν να μην υπήρχε και αυτός ύστερα θύμωσε και ξεχάστηκε ολωσδιόλου από την ανθρωπότητα.
*
©Στάθης Ιντζές

Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση

Από την ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια που δεν θυμάται, ποιος είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά-σιγά και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει όχι εδώ, η φυγή, η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί, να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά, το ανείπωτο, η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι, καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση»