Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες
Σενάριο
Οι στίχοι σου
που χρόνια πριν
με ρίξαν σε θολό βυθό
με μάθανε να κολυμπώ
στα αβαθή σου•
μα βρήκα σωσίβιο στην αμμουδιά
γιατί ο κολυμπητής
― το ξέρεις ήδη από παλιά ―
ξεχνά να περπατά όταν η θάλασσα τελειώσει.
Με λέξεις μόνος γονατίζω
― μια θάλασσα λέξεις γύρω μου ―
τα μάτια μου τα χάνω
μέρες οχτώ•
έξι της δημιουργίας, μια της ξεκούρασης, και μια της δυστυχίας.
Η ανάσα μόνη της μιλά
————την κόβω ― συνεχίζει
————την τιθασεύω ― με προσβάλλει
————την καταπνίγω ― γίνεται απαραίτητη.
Κι ένας ολοκαίνουργιος καιρός τα μάτια μου μού επιστρέφει
τα βάζει με στοργή στα γόνατά μου πάνω
το χώμα πιο κοντά να βλέπω
να με ζητώ, να σε ζητώ
το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω.
Νύχτα σιωπηλή, μάλλον τριγυρνούνε δολοφόνοι.
Θα τους κρύβουνε καλά τ’ αντίο
τα εν ειρήνη αναπαύσου.
Ακέφαλοι γυρνούν οι δολοφόνοι
τα έλα δεν χωράνε σε κεφάλι.
Νύχτα•
οι στεναγμοί ακούγονται καλύτερα
καλύτερα σκοτώνοντας τις λέξεις
μία μία
να μείνουν δυο μονάχα
να σωπαίνει πιο εύκολα (πιο γρήγορα) η νύχτα.
*
Δημήτρης Αθηνάκης
Δωμάτιο μικρών διακοπών,
Κέδρος 2012

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …
Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;
«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»
[πηγή]
***
Αντόνιο Λόμπο Αντούνες,
εκδ. Καστανιώτης,
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.

Δεν μιλώ για την αγάπη.
Τι έχω να πω εγώ για την αγάπη;
Δεν ξέρω τίποτα, όπως ο καθένας
από εσάς που με διαβάζει!
Αμαθή κι αδιάβαστο με πήρε μαζί της
η Λύπη και διάβηκα την Πύλη.
Πως την ήξερα, καυχιόμουνα κι εγώ
προτού να την γνωρίσω!
Α, οι μεγάλες λέξεις,
τα ηχηρά επιφωνήματα,
πως σκύβουν τρυφερά και ραίνουν
τον απραγματοποίητο όρκο!
Να κατευθύνω τα βέλη μου σε σένα,
όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
που σ’ εκνευρίζει, και σε στενοχωρεί,
γιατί σου στερεί το μεροκάματο,
κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
ταμία της καρδιάς μου.
Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.
Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.
Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.
Απ’ την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ’ την κοινή διαπίστωση των φίλων:
«είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;»
Μακάρι η πάθησίς μου να ’χε ένα απ’ τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα,
παράνοια. Πώς είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.
Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.
Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.
Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.
Η αγάπη με είχε κάνει Ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.
Ζηλεύω την πολυάριθμη παρέα σου,
τα σφριγηλά σας ημικύκλια. Ζηλεύω,
αυτόν που κάθεται αντίκρυ
στα γυμνά βυζάκια σου,
κι εσύ τον κοιτάζεις γυμνό.
Ζηλεύω, τις κιθάρες, τα τραγούδια σας,
τη φωτιά που φωτίζει τα μεταμεσονύχτια
μπάνια σας. Να δεις πως όπου να ’ναι
θα ζηλεύω
και τις κουβέντες σας!
***
Γράφω σ’ εκείνο το μεταίχμιο
του πόθου, της απόγνωσης,
όταν μετέωρα όλα στέκονται
αμφίβολα κι εν εξελίξει. Γνωρίζω
τη γραφή σαν αναπλήρωση,
το πλήρωμα των λέξεων ναυτολογώ
Λέξεις-ναυτόπαιδες μονάχα προσλαμβάνω
που θα προφέρουν ξενικά τα ελληνικά μου,
όταν η γλώσσα μας η μια θα έχει γίνει
του κόσμου εσπεράντο.
Θέλω να ξέρεις,
πως αν τότε δεν σε αγάπησα
ειλικρινά, τώρα πονώ αληθινά.
Τυχαία επιλογή από τη συλλογή:
Σωτήρης Παστάκας, σώμαΜΕσώμα
100 ποιήματα γραμμένα σε SMS
Απλές Εκδόσεις
*
photo© Stratos Fountoulis / Στράτος Φουντούλης

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.