Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Τάκης Σινόπουλος ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν
Ο ποιητής, λέει ὁ Ρίλκε, δέν ἔχει βιογραφία· βιογραφία εἶναι τά ποιήματά του. Ὁ ποιητής, λέει ἐπίσης ὁ Ρίλκε, γιά νά ἐλπίζει ὅτι μπορεῖ κάποτε νά φτάσει στό ποίημα, πρέπει νά ἔχει ἐμπειρίες. Γιατί οἱ στίχοι δέν εἶναι, καθώς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, αἰσθήματα, εἶναι ἐμπειρίες. Πρέπει ἑπομένως νά ἔχει δεῖ πολλές πόλεις, ἀνθρώπους καί πράγματα, πρέπει νά γνωρίζει τά ζῶα, πρέπει νά αἰσθάνεται πῶς πετᾶνε τά πουλιά καί νά ξέρει τήν κίνηση, μέ τήν ὁποία ἀνοίγουν τά μικρά λουλούδια τό πρωί. Ὡστόσο, προσθέτει, πρέπει νά ἔχει παρασταθεῖ καί σέ ἑτοιμοθάνατους, πρέπει νά ἔχει καθήσει κοντά σέ νεκρούς στό δωμάτιο μέ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο καί τούς ἐναλλασόμενους θορύβους. Κι ἀκόμη, δέν ἀρκεῖ νά ἔχει ἀναμνήσεις, πρέπει νά μπορεῖ καί νά τίς λησμονά ὅταν εἶναι πολλές, καί πρέπει νά ἔχει τή μεγάλη ὑπομονή νά περιμένει νά ξανάρθουν. Μόνο ὅταν γίνουν αἷμα μέσα του, βλέμμα καί χειρονομία, δίχως ὄνομα καί δίχως νά ξεχωρίζουν ἀπό αὐτόν, τότε μόνο μπορεῖ νά συμβεῖ, σέ μιά πολύ σπάνια ὥρα, ἡ πρώτη λέξη ἓνός στίχου νά ὑψωθεῖ στή μέση τους καί νά βγεῖ ἀπ’ αὐτές.
Ὑπό τό φῶς αὐτῶν τῶν λόγων ἑνός ποιητή τελείως διαφορετικοῦ ἰδεολογικά, ἰδιοσυγκρασιακά καί τεχνοτροπικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο, εἶναι νομίζω χρήσιμο νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας σέ ὁρισμένα κρίσιμα βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ ποιητῆ. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε, συμπορευόμενος ἐν πολλοίς μέ τόν μεγάλο ὁμότεχνό του, ἔγραφε τά ἀκόλουθα: «Ὑπάρχουν ἔργα πού φαίνονται νά ζοῦν μία δική τους μυστική ζωή, πού δέν χρειάζονται τήν ἀναδρομή στήν ἰδιωτική ζωή τοῦ τεχνίτη γιά νά μελετηθοῦν, ταυτόχρονα ὅμως, τά ἔργα αὐτά εἶναι ἀναπόσπαστα δεμένα μέ τίς ἐξωτερικές περιπέτειες τοῦ δημιουργοῦ τους, ὥστε θ’ ἀποτελοῦσε βασικό σφάλμα ἄν θεωροῦνταν καί ἐξετάζονταν ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνθῆκες πού, κρυφά ἤ φανερά, τροφοδότησαν τή γέννηση καί τήν ὑπάρξη τους. Ἀνάμεσα στή ζωή καί τή δημιουργία ὑπάρχουν σχέσεις καί ἀνταποκρίσεις τέτοιες, πού, χωρίς κίνδυνο, θά μπορούσαμε νά συλλογιστοῦμε τά συγκοινωνοῦντα δοχεῖα ἤ νά ἀναφερθοῦμε στή συνάρτηση μήτρας καί ἐμβρύου».
Ο Τάκης Σινόπουλος, λοιπόν, γεννήθηκε στίς 17/30 Μαρτίου τοῦ 1917 στήν Ἀγουλινίτσα, χωριό τῆς Ἠλείας, πού ἀπέχει πέντε χιλιόμετρα ἀπό τόν Πύργο. Ἦταν πρωτότοκος γυιός τοῦ καθηγητῆ τῆς φιλολογίας Γιώργη Σινόπουλου, ἀπό τό χωριό Μούντριζα τῆς Ὀλυμπίας καί τῆς Ρούσας Βενέτας, τό γένος Ἀργυροπούλου, ἀπό τό χωριό Βυζίτσι (ἤ καί Βυζίκι) τῆς Γορτυνίας. Δίπλα στό χωριό του τό ποτάμι, πού, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, τόν εἶχε διαποτίσει ὁλόκληρο. Καί ὁ μεγάλος Ἀλφειός, πού ἀποτελεῖ τό σμίξιμο τοῦ ἀρχικοῦ Ἀλφειοῦ, τοῦ Λάδωνα καί τοῦ Ἐρύμανθου (στό ἔργο του: Ντοάνα), πού κι αὐτός εἶναι, στό χωριό Τριπόταμα, συμβολή τριῶν ποταμῶν.
Ἂς κρατήσουμε τά ποτάμια αὐτά, γιατί θά τά συναντήσουμε πολλές φορές στό ἔργο του. Ἂς κρατήσουμε ἐπίσης τό ἔτος τῆς γεννήσεώς του, γιατί τό 1917, ὄχι τυχαία, εἶναι τό ἔτος πού ὁ Ἔσδρα Πάουντ, πρῶτος στά νεώτερα χρόνια, ἐπαναφέρει στή ζωή τόν Ἐλπήνορα, ἕνα δευτερεῦον πρόσωπο τῆς Ὀδύσσειας, πού θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ὡς ἀναφορά καί ὡς βίωμα καί θά τό συναντήσουμε, ὄχι τυχαία ἐπίσης, καί στό ἔργο τοῦ Σεφέρη καί τοῦ Ρίτσου.
Ἂς ἀκούσουμε ἐπίσης πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος τά παιδικά του χρόνια στόν Πύργο, ὅπου ἡ οἰκογένειά του θά ἐγκατασταθεῖ τό 1920: «Τό δημοτικό της φτώχειας –τῆς λαϊκῆς συνοικίας – ἡ εὐλογιά – ὁ δάσκαλος – τό ξύλο».
Ἂς κάνουμε ἕνα ἂλμα χρονικό καί, προσπερνώντας τό Ἑλληνικό Σχολεῖο καί τό Α΄ Γυμνάσιο τοῦ Πύργου, ἄς βρεθοῦμε στήν Ἀθήνα, ὅπου ὁ Σινόπουλος, τό 1935, εἶναι φοιτητής τῆς ἰατρικῆς. «Αἴσθημα ἐπαρχιωτισμοῦ – φτώχεια – αἴσθημα κατωτερότητας – ἀπομόνωση», σημειώνει ὁ ἴδιος. Ὅμως καί «οἱ συναυλίες τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας στά “Ὀλύμπια” μέ τόν Μητρόπουλο, τά ὑπαίθρια παλιατζίδικα τῆς ὁδοῦ Ἱπποκράτους καί τῆς Ἀσκληπιοῦ, οἱ παραδόσεις τοῦ καθηγητῆ Τσάτσου στή Νομική Σχολή, ἡ ταραγμένη πολιτική ἀτμόσφαιρα κι ἡ σκιά τοῦ Βενιζέλου πάνω στήν Ἑλλάδα, ὁ Καρυωτάκης πού ἔδυε, ὁ Καβάφης πού μεσουρανοῦσε, ἡ γενιά τοῦ ‘30 κι ὁ Κοσμᾶς Πολίτης, ὁ ὑπερρεαλισμός καί τά κοινωνικά προβλήματα. […] Ὁ κόσμος δέν ἦταν καθόλου ἁπλός».
Ἑπόμενος σταθμός τοῦ ποιητῆ ὁ πόλεμος, ἡ Κατοχή καί, φυσικά, ὁ Ἐμφύλιος. Εἶναι ἡ ἐποχή ἡ πιό γόνιμη καί ἡ καθοριστική γιά τήν ποίησή του, ἀφοῦ σ’αὐτή μορφώθηκαν οἱ βουλές τῆς ποιήσεώς του, ὅπως ἀργότερα, πολύ ἀργότερα θά φανεῖ. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή θά κρατήσουμε ὁρισμένες στάσεις. Στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1941 στρατεύεται καί ὡς λοχίας ὑγειονομικοῦ τοποθετεῖται στό 6ο Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο Λουτρακίου. Τόν Ἀπρίλιο, μετά τήν κατάρρευση τοῦ μετώπου, ἐπιστρέφει στήν Ἀθήνα, ὅπου καί προσπαθεῖ νά ἑτοιμασθεῖ γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό φθινόπωρο ἐγκαταλείπει τήν προσπάθειά του καί λόγω τῆς μεγάλης πείνας ἐπιστρέφει στόν Πύργο. Ἐκεῖ, τό καλοκαίρι τοῦ 1942, συλλαμβάνεται ἀπό τίς Ἰταλικές ἀρχές κατοχῆς καί φυλακίζεται ὡς ἀντιστασιακός. Μένει στίς φυλακές Δροσοπούλου ἐπί 40 μέρες, περνᾶ ἀπό στρατοδικεῖο στήν Τρίπολη καί ἀθωώνεται. Ἦταν ὄντως στήν Ἀντίσταση; Καί ποιά ἦταν ἡ στάση του ἔναντι τῆς Ἀντίστασης, πού σιγά σιγά ἄρχιζε νά ἁπλώνεται καί στήν Ἠλεία; Δέν τό ξέρουμε. Πάντως ὁ ἴδιος, πολλά χρόνια μετά, θά περιγράψει τή στάση του μέ τήν φράση Στήν Κατοχή λουφάξαμε καί ταυτόχρονα θά ἀναφέρει, ὅτι ἡ μόνη μέχρι τό 1967 ἀντιστασιακή πράξη τῆς ζωῆς του, ὑπῆρξε ἡ κατά τόν χρόνο αὐτό καί λόγω τῆς ἐπιβολῆς τῆς δικτατορίας παραίτησή του ἀπό τήν κρατική ραδιοφωνία, ὅπου εἶχε ἐπί ἕνα χρόνο μία ἐκπομπή γιά τήν ποίηση.
Στά χρόνια ἐκεῖνα ἀνάγονται οἱ μεταφράσεις τοῦ Προυστ καί τοῦ Βαλερύ, πού δημοσιεύονται στό περιοδικό «Ὀδυσσέας», πού ἐκδίδεται στόν Πύργο. Ἰδιαίτερα ἄς σημειώσουμε τή μετάφραση «Ἀπό τό ἡμερολόγιο τοῦ κ. Τέστ» τοῦ Βαλερύ, γιατί, τεχνοτροπικά τουλάχιστον, τόν κ. Τέστ θά τόν συναντήσουμε τό 1956 ὡς Μάξ στή συλλογή «Ἡ γνωριμία μέ τόν Μάξ».
Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1943 ἐπανέρχεται στήν Ἀθήνα καί ἀρχίζει νά προετοιμάζεται γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό πτυχίο του θά τό πάρει, τελικά, Μάρτιο τοῦ 1944. Ἔτσι ὡς γιατρό πλέον θά τόν βρεῖ ἡ ἀπελευθέρωση καί ἡ ἐκ νέου ἐπιστράτευσή του στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1945, ὅταν δηλαδή ἡ Μάχη τῆς Ἀθήνας συνεχίζεται ἀκόμη, καί ὡς γιατρός θά μετάσχει στόν Ἐμφύλιο ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ, μέχρι τό Μάιο τοῦ 1949, πού ἀπολύεται κλείνοντας συνολικά πέντε χρόνια θητείας.
Ἴσως θά πρέπει νά ἐπιμείνουμε περισσότερο στόν Ἐμφύλιο, ὅπου ὁ Σινόπουλος ἐθήτευσε, ὅπως εἴπαμε, ὡς στρατιωτικός γιατρός, (πολλές φορές στήν πρώτη γραμμή), μέχρι τόν Μάιο τοῦ 1949, καί ἡ Ἑλλάδα, ὡς κράτος καί ὡς κοινωνία, μέχρι τό Καλοκαίρι τοῦ 1974. Οἱ παλαιότεροι ἄς σκαλίσουμε τή μνήμη μας, οἱ νεώτεροι ἄς φροντίσουμε νά πληροφορηθοῦμε ἀπό τίς χιλιάδες σελίδες πού ἔχουν γραφτεῖ καί πού συνεχῶς γράφονται γι’ αὐτόν καί τίς συνέπειές του, οἱ λογιότεροι ἄς θυμηθοῦν τόν Θουκυδίδη καί ἄς ἀνατρέξουν πάλι στά «Κερκυραϊκά».Ὅλοι, τέλος, γιατί αὐτό ἔχει πολύ μεγάλη σημασία γιά τήν ἀφήγησή μας, ἂς θυμηθοῦμε τόν Ὁμηρικό Ἐλπήνορα. Ὁ Ὅμηρος τόν ἀναφέρει ὡς Κάποιος Ἐλπήνωρ καί περιγράφει τίς συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες, καθώς προσπαθοῦσε νά ἀκολουθήσει τούς συντρόφους του στό ταξίδι τῆς διαφυγῆς ἀπό τό Νησί τῆς Κίρκης, ἔχασε τή ζωή του: Ἀπό τή στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε μέ τό κεφάλι, σύντριψε τοῦ λαιμοῦ τούς ἀστραγάλους, εὐθύς κατέβηκε στόν Ἅδη ἡ ψυχή του.
Ἐκεῖ στόν Ἅδη, ὅταν κατεβαίνει, θά τόν συναντήσει ὁ Ὀδυσσέας. Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες ἐδῶ, κάτω στό ζοφερό σκοτάδι; τόν ρωτάει. Καί ὁ Ἐλπήνωρ, ἀφοῦ τοῦ περιγράψει τόν τρόπο τοῦ θανάτου του, τόν ἱκετεύει, ὅταν θά φτάσει πάλι στό νησί τῆς Αἴας μέ τό καλόχτιστο καράβι του, νά φροντίσει γιά τήν ταφή του ἐκεῖ, στόν τόπο πού σκοτώθηκε: πρῶτα κάψε τό σῶμα μου, μαζί καί τ’ ἅρματά μου / τά δικά μου· ὕστερα σῆμα ἀνύψωσε γιά χάρη μου / στό περιγιάλι τῆς θαλάσσης – ἑνός πού ἡ δυστυχία τόν τσάκισε, / νά βλέπουν οἱ μελλούμενοι καί νά μέ μνημονεύουν. Κι ὅταν μ’ αὐτά τελειώσεις, στήριξε τό κουπί στόν τύμβο μου / αὐτό πού εἶχα ζωντανός ὅσο κωπηλατοῦσα μέ τούς ἄλλους μου συντρόφους.
Αὐτό πού ὁ νεκρός Ἐλπήνωρ ζητάει ἀπό τόν Ὀδυσσέα, νά τόν θάψει δηλαδή καί πάνω στόν τάφο του νά στήσει ἕνα σημάδι πού νά δείχνει τό ποιός καί τό γιατί, ἐπιχειρεῖ νά πράξει σ’ ὅλο τό μῆκος τῆς διαδρομῆς του ὁ Σινόπουλος.
Τό 1951 σέ ἡλικία 34 ἐτῶν ὁ ποιητής μετακομίζει ἀπό τήν πλατεία Ἀμερικῆς, πού μέχρι τότε ἔμενε, στήν ὁδόν Κολοκοτρώνη, στόν Περισσό, μιά συνοικία προσφυγική τοῡ Δήμου Νέας Ἰωνίας, Δήμου καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκείνη τήν ἐποχή προσφυγικοῦ. Εἶναι διορισμένος γιατρός στό ΙΚΑ τῆς περιοχῆς καί παράλληλα ἀσκεῖ τήν ἰατρική ὡς ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας. Δύσκολη σχέση ἀλλά καί πηγή ἐμπειρίας πολύτιμης, ἀφοῦ, ὅπως γράφει, «Ὁ κόσμος δέν ἦταν τό ὅτι ἔχω αὐτό ἤ ἐκεῖνο καί πάρε αὐτό τό φάρμακο καί φύγε. Τό ἰατρεῖο τό ’παίρναν καί γιά ἐξομολογητήριο».
Στά τέλη τοῦ 1951 κυκλοφορεῖ τό πρῶτο του βιβλίο – ἔκδοση φυσικά ἰδιωτική καί σέ λίγα ἀντίτυπα. Ἔχει τόν τίτλο «Μεταίχμιο», περιέχει ποιήματα γραμμένα ἀπό τό 1944 ὡς τό 1950 καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἀδελφό του Παῦλο. Ἡ ἔκδοση προκαλεῖ αἴσθηση στούς λογοτεχνικούς κύκλους καί γίνεται ἀντικείμενο τῆς κριτικῆς. Ὁ Κλέων Παράσχος στήν «Καθημερινή», ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης στήν ἐφημερίδα «Ἑλλάς», ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος στά «Ἑλληνικά Χρονικά», ὁ Πέτρος Χάρης στήν «Ἐλευθερία», ὁ Αἰμίλιος Χουρμούζιος στή «Νέα Ἑστία», ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἑλληνική Ἡμέρα», ὁ Ἀστέρης Κοβατζής στήν «Ἀπογευματινή» –συλλογή ἐντυπωσιακή γιά πρῶτο βιβλίο ἑνός νέου ποιητῆ. Βρίσκουν ὅλοι σαφεῖς ἐπιρροές ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη ἀλλά ταυτόχρονα ἀκοῦνε καί τήν δική του προσωπική φωνή. Παρά τίς ἐπιρροές «ὁ κ. Σινόπουλος ἐκφράζει δικά του ὁράματα, δικές του πεῖρες, χρησιμοποιεῖ δικά του σύμβολα, στά ποιήματά του ἀκοῦμε τή δική του φωνή», γράφει ὁ ἔμπειρος Κλέων Παράσχος.
Στέκομαι στήν παρατήρησή του γιά τά δικά του σύμβολα. Ὄντως γιά πρώτη φορὰ στήν ἑλληνική ποίηση ἀκούγεται τό ὄνομα «Ἐλπήνωρ». Εἶναι τίτλος τοῦ πρώτου ποιήματος στή συλλογῆς. Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα, εἶναι τό ἐμβληματικό καί καλοχτισμένο αὐτό ποίημα, ὅπως καί ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς. Καί κάπου ἐκεῖ ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ ἐμβληματικός ἀντιήρωας τοῦ Ὁμήρου, πού τώρα ὅμως δέν εἶναι μέ σπασμένους τούς ἀστραγάλους τοῦ λαιμοῦ ἀλλά μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά καί μέ τά δάκτυλα ἀκρωτηριασμένα. Ἀξίζει νά ἀκούσουμε ὁλόκληρο τό ποίημα, πού ἔχει ὡς μότο τήν ἐρώτηση τοῦ Ὀδυσσέα: «Ἐλπήνωρ, πῶς ἦλθες…» – ἐρώτηση πού στό ποίημα τουλάχιστον μένει χωρίς ἀπάντηση, ἀλλά πού ἀφήνεται νά ἐννοηθεῖ, ὅτι τόν ἔφερε ὁ χαλασμός τῶν χρόνων τοῦ ποιητῆ.

 

ΕΛΠΗΝΩΡ

 

Ἐλπήνωρ πῶς ἦλθες…
ΌΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα τά μαῦρα κυπαρίσσια
τό χαμηλό ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπό τ’ ἁλάτι καί τό φῶς
τά κούφια βράχια ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω
καί μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα
μονάχα ἀπέραντη ἀρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Ἦταν κάποιος ἀπό τή συνοδεία πού τόν ἀντίκρισε
ὄχι ὁ πιό γέροντας: Κοιτάχτε ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νάναι ἐκεῖνος.
Ἐστρέψαμε τά μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σάν ποταμιά τό καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ πράγματι στά μαῦρα κυπαρίσσια
τυφλός ἀπό τόν ἥλιο καί τούς στοχασμούς
σκαλίζοντας τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καί τότε τόν ἐφώναξα μέ μία χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ’ αὐτή τή χώρα;
εἶχες τελειώσει μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά
τόν περσινό χειμώνα κι εἴδαμε στά χείλη σου τό αἷμα πηχτό
καθώς ἐστέγνωσε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τό ξύλο.
Μ’ ἕνα κουπί σπασμένο σέ φυτέψαμε στήν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
ν’ ἀκοῦς τ’ ἀνέμου τό μουρμούρισμα τό ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ’ αὐτή τή χώρα
τυφλός ἀπό τήν πίκρα καί τούς στοχασμούς;

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Καί τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ἐλπήνορα ποῦχες λαγοῦ μαλλί
γιά φυλαχτάρι κεμασμένο στό λαιμό σου Ἐλπήνορα
χαμένε στίς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας
ἐγώ σέ κράζω καί σά σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τά στήθια μου
πῶς ἦρθες φίλε ἀλλοτινέ πῶς μπόρεσες
νά φτάσεις τό κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω ἀπ’ τόν ἥλιον ἀποκρίσου
ἄν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νάρθεις ἀποκρίσου.

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπή τριγύρω.
Τό φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τή γῆ.
Ἡ θάλασσα τά κυπαρίσσια τ’ ἀκρογιάλι πετρωμένα
σ’ ἀκινησία θανατερή. Καί μόνο αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τόν γυρεύαμε μέ τόση ἐπιμονή μές στά παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ’ τήν πίκρα τῆς παντοτινῆς του μοναξιᾶς
μέ τόν ἥλιο νά πέφτει στά κενά τῶν στοχασμῶν του
σκαλίζοντας τυφλός τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα
σάν ὅραμα ἔφευγε καί χάνονταν ἀργά
στόν ἄδειο χωρίς φτερά χωρίς ἠχῶ γαλάζιο αἰθέρα.

Τό ποίημα γράφτηκε τό καλοκαίρι τοῦ 1944 καί δημοσιεύθηκε γιά πρώτη φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου χρόνου στό περιοδικό Φιλολογικά Χρονικά, δηλαδή περισσότερο ἀπό ἕνα χρόνο πρίν γίνει προσιτό στό ἑλληνικό κοινό τό ποίημα, ὅπου ὁ Σεφέρης ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Ἐλπήνορα. Ἡ προτεραιότητα αὐτή δέν θά εἶχε ἰδιαίτερη σημασία, ἄν ὁλόκληρο σχεδόν τό ποιητικό ἔργο τοῦ Σινόπουλου δέν ἦταν μία συνεχής «μελέτη θανάτου» «ἑνός ἐπιζῶντος», μιά «Νέκυια ἐν προόδῳ», μέ ζωτικό πυρήνα τόν Ἐλπήνορα ἤ μᾶλλον αὐτό πού συντομογραφικά μποροῦμε νά ὀνομάσουμε «ἐμπειρία τοῦ Ἐλπήνορα», γράφει ὁ καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης. Καί ἔκτοτε, προσθέτει, τό φάσμα τοῦ Ἐλπήνορα, πρωτεϊκά στοιχειώνει καί συνέχει τίς κυριότερες ποιητικές συνθέσεις του, ὡς τό «Χρονικό».
Τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Ἐλπήνωρ ἀποτελεῖ τόν ζωτικό πυρήνα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου, τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἴδιος ὁ ποιητής σέ μία δημόσια ἐξομολόγησή του, τό 1965: « Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς ἀφηγηθῶ τή μικρή ἱστορία τοῦ δικοῦ μου Ἐλπήνορα. Ἕνα μεσημέρι, καλοκαίρι τοῦ 1944, μέ φοβερό ἥλιο καί ζέστη, περνώντας ἀπό τό Πεδίο τοῦ Ἄρεως, κάθισα ἐξαντλημένος ἀπό τήν πείνα καί τήν κούραση τῆς κατοχῆς σ’ ἕνα παγκάκι. Πρέπει νά μέ εἶχε ζαλίσει πολύ ὁ ἥλιος καί ἡ ἐξάντληση. Ξαφνικά στόν ἄσπρο μικρό δρόμο, μές στό φῶς, πέρασε μπροστά μου ἡ φιγούρα ἑνός φίλου μου ποιητῆ, πού τόν σκότωσαν οἱ Γερμανοί ἔπειτα ἀπό φρικτά βασανιστήρια στήν Πάτρα, τό 1942. Ἦταν ὁ Φώτης Πασχαλινός (= Θοδωράκης Ζώρας). Γυρίζοντας στό σπίτι μου ἔγραψα τόν «Ἐλπήνορα». Ἀλλά ἐκεῖνο πού γιά μένα εἶχε σημασία εἶναι πώς τό ὅραμα αὐτό σφράγισε ἀποφασιστικά ἕνα μεγάλο μέρος, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ποίησής μου».
Εἶναι λάθος (τό ἔχουμε διαπράξει πολλοί) νά βλέπουμε στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου σταθμούς – ἡ ἐποχή τοῦ Ἔλιοτ κλπ. Εἶναι μία ποίηση ἐν προόδῳ, «μιά Νέκυια ἐν προόδῳ». Τό ἕνα ποίημα περιέχει τό ἄλλο, τό ἑπόμενο προϋποθέτει τό προηγούμενο. Χωρίς τό «Μεταίχμιο» (1951) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὁ «Νεκρόδειπνος»(1972). Καί δέν εἶναι τυχαῖο, πού τό πρῶτο ποίημα στό «Μεταίχμιο» ἐπιγράφεται «Ἐλπήνωρ». Ὅπως δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ Ἐλπήνωρ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ποιήματος εἶναι (ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής), ὁ Φίλιππος, πού τόν συναντοῦμε στά ἑπόμενα ποιήματά του νά ἔρχεται καί νά ἐπανέρχεται. Ὁ Φίλιππος, χαρακτηριστικό παράδειγμα καί ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς, ἐμφανίζεται πρώτη φορά στό «Μεταίχμιο» (1951), τόν ξανασυναντοῦμε στά «Ἄσματα» (1953) –στό τέταρτο καί στό ἑνδέκατο ἄσμα– τόν βασανίζει μέ ἕνα ἀκέραιο ποίημα στό «Μεταίχμιο Β’» (1957), ἐνῶ στό «Χρονικό» (1978) ἐμφανίζεται στό εἰσαγωγικό ποίημα «Καταγωγή».

Ἐρχόταν ἕνα φῶς.
κι ἀπό τό Μάρτη μήνα ἐρχόταν ἡ ἄνοιξη
στήν κάμαρα πού μίλαγε μέ πεῖσμα ὁ Φίλιππος.

[…]
Κοίτα νά καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δέν εἴχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Τό σπίτι ἕνα παλιό
σαράβαλο. Παντοῦ ὁ ἀέρας φύσαγε σέ θέριζε.

[…]
Ἐδῶ γεννήθηκα.
Ἐδῶ μεγάλωσα. Λοιπόν αὐτά μοῡ χρειάζονται
γιά τήν ὀργή μου καί τήν περηφάνειά μου.
Γιά νά κρατήσω καί νά κρατηθῶ.
Δέν ἔχω θεούς καί δέ φοβᾶμαι.

Ποιός ὅμως ἦταν ὁ Φίλιππος καί γιατί τόν βασάνισε; Ὁ Φίλιππος (σύγχρονο πρόσωπο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής) ἦταν ἡ ἄλλη, ἡ ἐλλείπουσα συνιστώσα τῆς ζωῆς του. Ἡ παραπληρωματική. Αὐτή πού τήν ἀπώθησε στό ἀσυνείδητο καί πού ἐρχόταν στούς ἐφιάλτες του καί τόν βασάνιζε.

Δέν θά ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινές μέρες τούφταιγαν τά ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τό αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καί σφυρίζοντας
Μέσα στήν κούφια Λάρισα.

Τό ποιός ἦταν στήν πραγματικότητα ὁ Φίλιππος καί τό πῶς μπῆκε στήν ποίησή του, τό εἴδαμε ὅταν ἀναφερθήκαμε στό ὅραμά του στό Πεδίον τοῦ Ἄρεως. Περισσότερα πραγματολογικά στοιχεῖα μας δίνει ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας».
«Ὁ Φῶτος Πασχαλινός (πραγματικό ὄνομα Θεοδωράκης Ζώρας) μέ ἀξιοπρόσεκτο ἔργο σκορπισμένο στά περιοδικά τοῦ Μεσοπολέμου, ἐκτός ἀπό τή συλλογή τοῦ “Ἐπαρχιακά” (1937). Γιά τήν ἀντιστασιακή του δράση τόν τουφέκισαν οἱ Γερμανοί τό Νοέμβριο τοῦ 1943»

 

Τό γιατί τόν βασάνισε θά τό καταλάβουμε, ἄν θυμηθοῦμε τήν ἐξομολόγηση τοῦ ἴδιου του ποιητῆ σέ μία συνέντευξή του στό περιοδικό «Διαβάζω» (λουφάξαμε στήν Κατοχή…) καί ἄν τό συνδυάσουμε μέ τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Φώτου Πασχαλινοῦ ἀλλά καί μέ τούς στίχους του, πού ὁ Ἀναγνωστάκης ἔχει περιλάβει στήν προσωπική του ἀνθολογία.

Ἡ βροχή δέν εἶναι γιά παιδιά
κι οὔτε καί τό χιόνι γιά παιγνίδι.

Ὁ Φίλιππος, λοιπόν, τό αἷμα τοῦ ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά. Ὁ Τάκης Σινόπουλος τό δικό του αἷμα ἀκούγοντας ἔμεινε μονάχος, περπατώντας καί σφυρίζοντας μέσα στήν κούφια Λάρισα.
Καί ποιά ἦταν ἡ κούφια Λάρισα; Ἴσως ἡ Λάρισα τοῦ Ἐμφυλίου, ἴσως ὁ Περισσός, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἀπό τό 1951, καί ὁπωσδήποτε ἡ ζωή ἑνός γιατροῦ τοῦ ΙΚΑ σέ μιά συνοικία καί ὅσα αὐτό συνεπάγεται γιά ἕνα εὐαίσθητο ἄνθρωπο.
Ἐκεῖ λοιπόν στήν κούφια Λάρισα τῆς ζωῆς του, γιατροπορεύει ὅλη τή μέρα τούς ἀσθενεῖς του, πού, ὅπως μαρτυρεῖται, τόν ἀγαποῦσαν, καί τά βράδια παλεύει μέ τούς νεκρούς του, πού ζητοῦν ἕνα σῆμα καί πάνω σ’ αὐτό τό κουπί, μέ τό ὁποῖο κωπηλάτησαν πρός τόν δικό τους θάνατο καί πού, τώρα, δέν ἔχουν τά ὀνόματα τοῦ Ἐλπήνορα οὔτε τοῦ Φίλιππου ἀλλά ὀνόματα πολύ πιό χρηστικά γιά τίς ἀνάγκες τῆς δουλειᾶς του, πού ἐντούτοις δέν ἀποτελοῦν παρά μεταμορφώσεις τοῦ Ἐλπήνορα, καί λέγονται Πόρπορας, Κονταξής, Μάρκος, Μπίλιας, Τορέρας ἀλλά καί ἡ Φανῆ καί ἡ Ὄρσα. Μερικούς ἀπό αὐτούς, ὅπως ὁ Μπίλιας, τούς ξέρουμε ἀπό τήν πρώτη του συλλογή, τό «Μετάιχμιο», ἀπό τό 1951.

 

Ἄν ἔπρεπε νά δώσω ἕνα χαρακτηρισμό τοῦ Σινόπουλου μέ ἱστορική ἀναφορά, θά ἔλεγα εὔκολα: ποιητής τοῦ Ἐμφυλίου. Ἡ νεώτερη ἱστορία μας εἶναι ποτισμένη ἀπό τό αἷμα γιά τή Λευτεριά ἀλλά καί τό χυμένο αἷμα, τό σπαταλημένο. Εἰδικότερα ἀπό τό 1940 καί μετά, τή φοβερή ἐποχή τῆς Κατοχῆς, τῆς Ἀντίστασης, τοῦ Ἐμφυλίου. Ὁ Σινόπουλος εἶναι μπλεγμένος στά βρόχια τῆς Ἱστορίας, εἶναι ὁ ποιητής τοῦ αἵματος, τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος, τοῦ Ἐμφυλίου.
Μπορεῖς νά διαβάσεις χιλιάδες σελίδες, ὅσες δηλαδή ἔχουν γραφτεῖ καί ὅσες θά γραφτοῦν, νά μελετήσεις τά αἴτια καί τίς ἀφορμές, τά γεγονότα καί τούς ἀριθμούς ἀλλά ποτέ δέν θά μπορέσεις νά καταλάβεις τή βαθύτερη οὐσία τῶν πραγμάτων, ἄν δέν σοῦ ἔχει δοθεῖ ἡ χάρη νά γνωρίσεις τή νεώτερη ποίησή μας. Ἐκεῖ, μόνον ἐκεῖ, βρίσκεται ἀτόφια ἡ φοβερή Ἐποχή.
Ὁ Ἀναγνωστάκης, ὁ Λειβαδίτης, ὁ Ἄρης Ἀλεξάνδρου δίνουν πτυχές τῆς φοβερῆς αὐτῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο καί οἱ ἄλλοι, ὅπως ὁ Δούκαρης, ὁ Μιχάλης Κατσαρός, ὁ Τίτος Πατρίκιος. Ἀπό τή σκοπιά τους καί ἀπό τή θέση του ὁ καθένας. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ἐπικείμενης ἥττας, τῆς συντελεσμένης ἥττας, τῆς ἐσωτερικῆς ἥττας. Ὁ Σινόπουλος, μόνος αὐτός, βιώνει τόν Ἐμφύλιο ὡς καθολική ἥττα καί ὡς τραγωδία ἀμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμῶ νά πῶ, μέ μιά αἰσχύλεια τόλμη, ἔστω καί μέ κάποια ὑποχώρηση στόν ρερητορευμένο λόγο.
Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα καί ὁ Ἐλπήνωρ μέ τίς διάφορες μεταμορφώσεις του, πού ζητᾶ δικαίωση. Ναί, ἀλλά μέ ποιό τρόπο (γιατί αὐτό ἔχει σημασία γιά τήν ποίηση καί τόν ποιητή) καί μέ ποιά μέσα; Περνώντας ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη, τά cantos τοῦ Πάουντ, τούς τρόπους τοῦ Pierre Jean Jouve, τούς γάλλους ποιητές πού μετέφρασε καί ἀπορροφώντας μέ ἄνεση, ὅπως γράφει ὁ Τάσος Γαλάτης, τίς ποικίλες αὐτές ἐπιδράσεις. Καί στό βάθος πάντοτε ἡ Ὀδύσσεια καί ἡ ἀφήγηση τοῦ Ὀδυσσέα στόν Ἀλκίνοο. Μέ στάση καί ἔμφαση στή Νέκυια.
Καί τό πετυχαίνει ὄχι μόνο χάρις στό ἰσχυρό ταλέντο του ἀλλά καί χάρις στή μελέτη καί τή γνώση τῆς ποιήσης καί τῆς ἱστορίας τῆς Τέχνης. Χάρις στόν ἀγώνα καί τήν ἀγωνία του νά κατακτήσει μία γλώσσα δική του, πού θά στοιχεῖται μέ τόν κόσμο του. Ἐξ οὗ καί οἱ «ἀντί-ποιητικές» λέξεις καί ἐκφράσεις πού συστηματικά χρησιμοποιεί. Ἤξερε ὁ Σινόπουλος πώς τό παιγνίδι, ἄν δέν εἶσαι ὁ Ρεμπῶ, τό κερδίζουν οἱ σοφοί ποιητές: ὁ Σολωμός, ὁ Καβάφης, ὁ Σεφέρης. Δέν ἦταν ὁ Ρεμπῶ, ἦταν ὅμως ἕνας σοφός ποιητής, ἕνας poeta doctus. Ἀπό τόν Ἔλιοτ ἀπέσπασε τήν τέχνη τῆς ὀργάνωσης τοῦ ποιήματος, ἀπό τόν ὑπερρεαλισμό τήν περιπέτεια τῶν συνειρμῶν, ἀπό τήν τέχνη τοῦ κινηματογράφου τήν τεχνική τοῡ φλάς-μπάκ. Ἔτσι μέ ἀγώνα καί ἀγωνία καί ἀνασκάπτοντας συνεχῶς τόν ἑαυτό του, τά βιώματα καί τίς ἐνοχές του, ἔφτασε ἐκεῖ πού ἔφτασε, στόν «Νεκρόδειπνο» δηλαδή καί τό «Χρονικό», ὁρόσημα στήν ποίηση καί στήν αὐτογνωσία μας.
Ἀλλ’ ἂς σταθοῦμε λίγο στόν «Νεκρόδειπνο», ἀφοῦ προηγουμένως περάσουμε πάλι ἀπό τήν Ὀδύσσεια καί τόν τρόπο πού ὁ Ὀδυσσέας καλεῖ τούς νεκρούς του, στή Νέκυια. Ἐκεῖ ὁ γυιός τοῡ Λαέρτη τραβώντας τό σπαθί τό μυτερό ἀπ’ τό μηρό του, σκάβει ἕνα λάκκο ὡς ἕνα πήχη –φάρδος πλάτος– καί χύνει γύρω ἀπό τά χείλη του σπονδές πρός ὅλους τους νεκρούς, παρακαλώντας τά ἀδύνατα κεφάλια τῶν νεκρῶν. Ὕστερα, μέ τό σπαθί τοῦ πάντοτε, κόβει τῶν προβάτων τό λαιμό –ἔτρεχε μαῦρο τό αἷμα τους. Κι εὐθύς στό ἄκουσμα τοῦ αἵματος, μαζεύτηκαν/ ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κόσμου, ψυχές νεκρῶν πού ὁ θάνατος τούς βρῆκε./ […] πολλοί κι οἱ χτυπημένοι ἀπό κοντάρια χάλκινα,/ ἄντρες πού πολεμώντας ἔπεσαν, στό χέρι τους κρατώντας/ ματοβαμμένα τά ὅπλα τους.
Σπονδές γιά τό «Νεκρόδειπνο» πού ἀνασύρουν τούς νεκρούς του ἀπό τή λήθη καί τή σιωπή τοῡ Ἃδη δέν εἶναι βέβαια γιά τόν Σινόπουλο τά σφάγια οὔτε τό αἷμα, εἶναι τά δάκρυα πού φέρνει ὁ πόνος.

Δάκρυα πολλά μέ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί
ἤμουν ἐγώ, μιλώντας ἔτσι μέ,
[…]
Βαστώντας τό ντουφέκι του σπασμένο ὁ Προσόρας,
ὁ Μακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός
στή σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τό φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
Μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τά χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε,
τούς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζαπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκαμε στόν μπάγκο καί
στήν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τό πόδι του.
[…]
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ.
Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα
βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά,
πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας –
Πάσχα στήν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τό σκοτεινό ποτάμι.
[…]
Σιγά σιγά οἱ φωνές γαλήνεψαν

Σιγά, σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τό λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.

Τό ποίημα, γράφει ὁ Δ.Ν.Μαρωνίτης, εἶναι μία κυκλική ἀφήγηση μέ κέντρο της τήν ποιητική πράξη. Ὁ τροχός γυρίζει στόν ἄξονα τῆς μνήμης, σταματᾶ ὅταν αὐτή ἡ μνήμη ἔχει πιά ξοδευτεῖ καί ἀναρωτιέται γιά τό κύρος της. Τό ἀφηγηματικό ὑλικό σκορπᾶ σέ ἕξι ἀκτίνες: ἀναχώρηση – περιπέτεια πολεμική – νέκυια – νόστος – μοναξιά -νέα κατολίσθηση στόν ἐπίπεδο κόσμο. Ὁ πραγματικός χρόνος τοῦ ἔργου ὁρίζεται μέ κάθε ἀκρίβεια: Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα \ κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ. Τό ἴδιο καί τά κρίσιμα γεγονότα: Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα \ βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά \ πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα…
Θά κλείσω τήν παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ Σινόπουλου – ἀποσπασματική καί ὠχρή κατ’ ἀνάγκην – μέ μιά παρατήρηση: Ὁ Σινόπουλος πάλεψε χρόνια μέ τόν ἑαυτό του, μέ τά φαντάσματά του καί μέ τίς λέξεις καί τελικά κατάφερε νά περάσει ἀπό τήν ἀτομική στή συλλογική ἐμπειρία καί, χωρίς νά ἀρνηθεῖ τούς δασκάλους του, νά κατακτήσει τή δική του φωνή. Ἔδωσε ὄνομα στούς ἀφανεῖς νεκρούς μιᾶς τραγικῆς ἐποχῆς καί ἄγγιξε ὁλόσωμος τή μεγάλη ποίηση.
*
Γράφοντας αὐτά πού παραπάνω ἀνέφερα εἶχα τό φόβο ὅτι κάνω μία πολύ προσωπική ἀνάγνωση τοῦ ποιητῆ, ὅτι τόν φέρνω στά μέτρα μου. Ἀλλά παρηγορήθηκα καί ὁ φόβος μου διασκεδάστηκε, ὅταν, διαβάζοντας ἕνα δοκίμιο τοῦ Σινόπουλου γιά τόν Σεφέρη, εἶδα, ὅτι τόν ἴδιο φόβο εἶχε κι αὐτός γιά τή δική του ἀνάγνωση: «Τό ἔργο διαρκεῖ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἄξιο νά φαίνεται σέ μᾶς διαφορετικό ἀπ’ ὅ,τι τό θέλησε ὁ δημιουργός του», γράφει ὁ Βαλερύ καί τό υἱοθετεῖ ἀναφέροντας τό ὁ Σινόπουλος.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
21 Δεκεμβρίου 2009

Σημείωση: Τό παρόν κείμενο ἀποτελεῖ ἀνακοίνωση, πού ἔγινε στίς 21-12-2009 στό σεμινάριο « Μιά σύγχρονη ματιά στήν ποιητική μας παράδοση – Μιά νέα μελέτη τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ καί δεκαπέντε σημαντικῶν ποιητῶν μας», πού ὀργάνωσε τό Πανεπιστήμιο Πατρών ἀπό 9 Μαρτίου ὡς 21 Δεκεμβρίου 2009.

[πηγή:
copyright© ‘Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης και
Χρίστος Ρουμελιωτάκης,
από το βιβλίο του «Έφοδος στον ουρανό»,
Εκδόσεις Τυπωθήτω]

Νίκος Δήμου, Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος

Η ψηφιοποίηση της γραφής και η δημιουργία του ηλεκτρονικού κείμενου έχουν συγκριθεί με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Άλλοι, πιο τολμηροί, όπως ο Thomas Forster θεωρούν την επανάσταση στην πληροφορική τεχνολογία: «μία εξέλιξη στα ανθρώπινα πράγματα πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας και πιθανότατα σημαντικότερη από την εφεύρεση της ίδιας της γραφής. Τόσο σημαντική όσο η επινόηση της γλώσσας; Ίσως».
   Οι επιπτώσεις και επιδράσεις μίας τέτοιας αλλαγής είναι τόσο πολλές και πολύπλοκες, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να επισημανθούν σε ένα κείμενο. Άλλωστε, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Τέτοιες επαναστάσεις χρειάζονται χρόνο για να επιδράσουν. Η επινόηση της τυπογραφίας μπορεί να έγινε στα 1450 αλλά χρειάστηκαν περίπου τρεις αιώνες για να φανούν οι πρώτες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές της προεκτάσεις. (Διαφωτισμός – Γαλλική Επανάσταση). Σήμερα βέβαια οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα – αλλά και πάλι, αν δεν παρέλθουν αρκετά χρόνια, δεν θα έχει κανείς την απόσταση και την προοπτική για να συλλάβει την έκταση ενός παρόμοιου φαινομένου.
   Εδώ μπορούμε μόνο περιληπτικά να καταγράψουμε μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία της πληροφορικής επανάστασης στον χώρο των κειμένων:
   Ηλεκτρονικό κείμενο ονομάζουμε ένα κείμενο που έχει ψηφιοποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι εκτός από κείμενα η νέα τεχνολογία επιτρέπει την ψηφιοποίηση του ήχου, της εικόνας και της οπτικο-ακουστικής κινούμενης εικόνας. Η παράλληλη αυτή ψηφιοποίηση επιτρέπει την σύνδεση και ανάμιξη κειμένου, εικόνας και ήχου σε πολυμέσα.
Τι χαρακτηριστικά έχει ένα ψηφιοποιημένο περιεχόμενο (content) και ειδικότερα ένα ηλεκτρονικό κείμενο:
   1. Αποκτά απεριόριστη διάρκεια, δεν υπόκειται στην φθορά – γίνεται σχεδόν αιώνιο.
   2. Αποθηκεύεται εύκολα σε πολύ περιορισμένο χώρο. Μία σαραντάτομη εγκυκλοπαίδεια χωράει σε ένα φορητό μέσο μεγέθους γραμματοσήμου. Σε ένα δίσκο DVD, μεγέθους και όγκου ενός CD (δίσκου ακτίνας) μπορούν να αποθηκευτούν περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες βιβλία. Στην ηλεκτρονική του ατζέντα, μαζί με τα ραντεβού και τα τηλεφωνά του μπορεί κανείς να συμπεριλάβει και μια βιβλιοθήκη δεκάδων τόμων.
   3. Με την δυνατότητα αποθήκευσης και μεταφοράς των κειμένων αλλάζει η φύση των βιβλιοθηκώνκαι των αρχείων. Βιβλία, περιοδικά, έγγραφα, κλπ. μπορεί να είναι αποθηκευμένα σε ηλεκτρονική μορφή μέσα σε κεντρικούς υπολογιστές και προσβάσιμα στον καθένα από το σπίτι, ή το γραφείο του. Το ίδιο ισχύει για τους μαθητές και τις σχολικές βιβλιοθήκες, για τους δικηγόρους και την νομολογία, τους γιατρούς με την ιατρική βιβλιογραφία, και γενικά κάθε είδους πληροφορία ή τεκμηρίωση.
   4. Τα ψηφιακά περιεχόμενα είναι εύκολα μεταδόσιμα μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων. Ήδη το Διαδίκτυο (Internet) είναι η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου. Μπορεί να βρει κανείς εκεί δωρεάν όλα τα κλασικά κείμενα καθώς και τα περισσότερα σύγχρονα – μερικά με καταβολή δικαιωμάτων. Επίσης είναι απλούστατη η μεταφορά ενός βιβλίου μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.
   5. Με τα ηλεκτρονικά ευρετήρια είναι ευχερέστατη η έρευνα και αναζήτηση στα ηλεκτρονικά κείμενα. Π. χ. ο «Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας» (Thesaurus Linguae Graeca – TLG) περιέχει σε ένα CD-ROM όλα τα κείμενα της Ελληνικής γραμματείας μέχρι το 4ο αιώνα μ. Χ. Μπορεί κανείς να αναζητήσει μία λέξη ή μία φράση: σε δευτερόλεπτα το πρόγραμμα ανεύρεσης διατρέχει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες και δίνει αλάνθαστα αποτελέσματα. (Ένας ερευνητής θα χρειαζόταν μία ζωή).
   6. Η ίδια ερευνητική δυνατότητα υπάρχει και στο Διαδίκτυο. Οι μηχανές αναζήτησης (search engines) μπορούν να διατρέξουν όλο το Internet για να βρουν μία λέξη ή ένα συνδυασμό λέξεων.
   7. Ίσως η σημαντικότερη ιδιότητα των ηλεκτρονικών κειμένων είναι η δυνατότητα τους ναδιασυνδέονται μεταξύ τους. Η δυνατότητα αυτή καθιερώνει ένα νέο είδος ανάγνωσης (και σκέψης) της νοηματικής (από περιεχόμενο σε περιεχόμενο) και όχι πια της σειριακής (από σελίδα σε σελίδα). Πρόκειται για το «Υπερκείμενο» (hypertext). Κάθε σημαντική λέξη ενός ηλεκτρονικού κειμένου μπορεί να είναι σύνδεσμος (link) με άλλα κείμενα, εικόνες ή ήχους. Μία αναφορά σε ένα βιβλίο με ένα κλικ μας οδηγεί στο ίδιο το βιβλίο, η διαβάζοντας για μία σονάτα μπορούμε με ένα κλικ να την ακούσουμε.
   8. Ο θρίαμβος του Υπερκειμένου είναι ο Παγκόσμιος Ιστός (World Wide Web – www). Στο Διαδίκτυο, όλα παραπέμπουν σε όλα. Κανένα κείμενο δεν είναι απομονωμένο – όλα αποτελούν μέρος ενός απέραντου (και άπειρου) συνόλου.
   Σε χρόνο ανύποπτο ο Roland Barthes είχε περιγράψει μία τέτοια δικτυακή πραγματικότητα οραματιζόμενος ένα ιδανικό κείμενο: «Σε αυτό το ιδανικό κείμενο τα δίκτυα είναι πολλά και αλληλεπιδρούν, χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα άλλα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας από σημαινόμενα, όχι μία δομή από σημαίνοντα. Δεν έχει αρχή – είναι αναστρέψιμο. Μπαίνουμε σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η κυρία είσοδος. Οι κωδικοί τους οποίους κινητοποιεί απλώνονται όσο φτάνει το μάτι, είναι απροσδιόριστοι».
   Την διακειμενικότητα κάθε κειμένου περιγράφει και ο Michel Foucault στην «Αρχαιολογία της Γνώσης» όταν υποστηρίζει ότι «τα σύνορα ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα… διότι είναι εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σύστημα αναφορών προς άλλα βιβλία, άλλα κείμενα, άλλες προτάσεις: είναι ένας κόμβος σε ένα δίκτυο – ένα δίκτυο αναφορών». Αλλά πολλές και από τις θέσεις του Jacques Derrida (όπως για την αποκέντρωση του λόγου) πραγματοποιούνται με απροσδόκητο τρόπο στην νέα ηλεκτρονική τεχνολογία.
   Από την περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχουν τα ηλεκτρονικά κείμενα γίνεται σαφές ότι αλλάζει εντελώς τόσο η φύση και η τεχνική της γραφής, όσο και η διαδικασία της ανάγνωσης.
   Για την γραφή είναι ήδη γνωστό πόσο την επηρεάζει η χρήση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η δυνατότητα μορφοποίησης του κειμένου, η άνετη και εύκολη επεξεργασία, η κοπή, επικόλληση, ανασύνθεση, μετατόπιση τμημάτων του κειμένου, το κινηματογραφικού τύπου μοντάζ των παραγράφων, η συσσώρευση παλίμψηστων γραφών και εκδοχών, η ενσωμάτωση άλλων κειμένων ή διακειμενικών αναφορών – όλα αυτά γίνονται ευχερή χάρη στις δυνατότητες που έχουν τα προγράμματα επεξεργασίας κειμένου. Βιβλία όπως τα μεγάλα μυθιστορήματα του Umberto Eco όζουν υπολογιστή – δεν θα ήταν εύκολη (ίσως και δυνατή) η σύνθεσή τους σε χειρόγραφο.
   Η συμβίωση με τον υπολογιστή σε άλλους συγγραφείς προκαλεί ευφορία και άλλους τους απωθεί. Ο Reynold Price βλέπει την σύνταξη του κειμένου σαν ένα διασκεδαστικό βίντεο-παιχνίδι, ενώ η Sherry Turkle περιγράφει ειδυλλιακά το διακειμενικό τοπίο γύρω από το γραπτό της, με τις πηγές, τις παραπομπές, τις εναλλακτικές γραφές και τις σημειώνεις να μοιράζονται μαζί του τη οθόνη. Αντίθετα άλλοι γράφουν για τον «εφιάλτη της οθόνης» (Γ. Κοροπούλης).
   Άλλη μία δυνατότητα που δίνει η ηλεκτρονική τεχνολογία, είναι για βιβλία που είναι «ανοιχτά» – έχουν δηλαδή πολλαπλές εκδοχές στην ανέλιξη της υπόθεσής τους και εξαρτώνται από την συμμετοχή του αναγνώστη. Ένα τέτοιο διαδραστικό κείμενο είχε ήδη δημοσιεύσει προ ετών στο Internet ο Μίλοραν Πάβιτς.
   Επίσης η αισθητική της γραφής έχει αλλάξει – με την δυνατότητα του υπολογιστή να διαφοροποιεί τις γραμματοσειρές και την σελιδοποίηση κάθε γραπτού, να εισάγει εικόνες και σχέδια, διαγράμματα και χάρτες σε κάθε κείμενο. Ο κάθε χρήστης υπολογιστή γίνεται σχεδιαστής, επιμελητής, εκδότης, τυπογράφος και λιθογράφος. Την μεταμοντέρνα αυτή διάσταση της ηλεκτρονικής γραφής έχει επισημάνει η Sherry Turkle.
   Όχι μόνο δεν έχουν δίκιο οι νοσταλγοί της παλιάς τυπογραφίας που θρηνούν την απώλεια της ομορφιάς στο βιβλίο – αλλά αντίθετα οι δυνατότητες αισθητικής παρέμβασης και δημιουργίας είναι σήμερα πολύ περισσότερες. Υπάρχουν ήδη πολλές ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο που είναι, κυριολεκτικά, έργα τέχνης.
   Η δικτύωση της ηλεκτρονικής γραφής δίνει στον κάθε νέο συγγραφέα την δυνατότητα δημοσιοποίησης της δουλειάς του σε ένα ευρύτατο κοινό, χωρίς να υποστεί την δαπάνη της έκδοσης. (Το αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό – ζωγράφο, μουσικό, σκηνοθέτη, κλπ.) Υπάρχουν βιβλία που κυκλοφορούν μόνον μέσω Διαδικτύου (ή εκδίδονται πρώτα στο Διαδίκτυο και μετά σε κλασική μορφή). Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και τα Δικτυακά περιοδικά (fanzines) που ενσωματώνουν σήμερα τις πιο πρωτοποριακές συλλήψεις. Περιττό να ειπωθεί ότι στο Δίκτυο πρωτοδημοσιεύονται τα πιο συζητημένα πολιτικά κείμενα και μανιφέστα (π. χ. του Commandante Marcos) και ότι μέσω αυτού πραγματοποιούνται οι περισσότερες διεθνείς πολιτικές κινητοποιήσεις. (Κινήματα αντι-παγκοσμιοποίησης, Γένοβα 2000 κ.ά.)
   Ακόμα πιο πολύ επηρεάζει η πληροφορική την τεκμηρίωση και τον εμπλουτισμό των μελετών και επιστημονικών διατριβών. Σήμερα, προκειμένου να αρχίσει την σύνταξη μίας πραγματείας, ο μελετητής ξεκινάει με μία αναζήτηση στο Διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι θα πάρει περισσότερα (και νεότερα) στοιχεία από όσα θα του έδινε μία έρευνα σε βιβλιοθήκες. Επιπλέον, μία σχετική με το θέμα ερώτηση σε μεγάλη δικτυακή βιβλιοθήκη – ή και σε δικτυακό βιβλιοπωλείο – μπορεί να του δώσει όλη την απαιτούμενη βιβλιογραφία σε μερικά δευτερόλεπτα.
   Η δυνατότητα των πολυμέσων ανοίγει νέους ορίζοντες στην συγγραφή – ο δημιουργός ενός βιβλίου μπορεί, στην ηλεκτρονική του μορφή, να ενσωματώνει εικόνες, ήχους, ακόμα και μικρά βίντεο. Πράγματα πολύτιμα για παιδικά, διδακτικά ή βιβλία αναφοράς (reference books).
   Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι – όπως γράφουν μερικές Κασσάνδρες – το κλασικό βιβλίο θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πάψει να διαβάζει. Όπως η φωτογραφία δεν εκτόπισε την ζωγραφική, ο κινηματογράφος το θέατρο και η τηλεόραση τον κινηματογράφο (όλα αυτά τα είχαν ήδη προφητέψει οι ίδιες, ή ανάλογες Κασσάνδρες) έτσι και το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν θα εκτοπίσει το κλασικό προϊόν της τυπογραφίας. Θα συνυπάρχει δίπλα του, με διακριτό ρόλο. Και αν μάλιστα δούμε τι συνέβη στις άλλες τέχνες, μάλλον θα υπάρξει άνθιση του παραδοσιακού βιβλίου και όχι μαρασμός.
   Είναι σίγουρο ότι σε μία κατηγορία βιβλίων θα κυριαρχήσει η ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για τα βιβλία αναφοράς: εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, αρχεία, ιστορίες, corpus στοιχείων, κλπ. Εκεί, ο μικρός όγκος και οι πολλαπλές δυνατότητες γρήγορης ανεύρεσης, μαζί με τον πλούτο της τεκμηρίωσης, θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο. Ποιος θα ήθελε να φορτωθεί τους σαράντα τόμους της Encyclopedia Britannica, όταν μπορεί να έχει όλα της περιεχόμενα σε ένα δισκάκι – εμπλουτισμένα με ένα σωρό οπτικοακουστικά παραδείγματα που δεν υπάρχουν στην τυπογραφική της μορφή;
   Φυσικά το ηλεκτρονικό κείμενο θα αλλάξει και τις συνήθειες ανάγνωσης. Ιδιαίτερα η δυνατότητα του Υπερκειμένου, που διασυνδέει όλα τα γνωστικά περιεχόμενα, θα οδηγήσει σε μία νέα σχέση του αναγνώστη με το κείμενο. Είναι περίεργο πως η πληροφορική επανάσταση υλοποιεί τις θεωρίες της Νέας Κριτικής για την σχέση συγγραφέα-βιβλίου-αναγνώστη. Την σύγκλιση αυτών των τόσο διαφορετικών θεματικών έχει αναπτύξει ο George P. Landow στο, κλασικό πια, βιβλίο του, Hypertext. Εκτός από το απόσπασμα του Barthes, που διαβάσαμε στην αρχή, υπάρχει και η διάκρισή του ανάμεσα σε «συγγραφικά» και «αναγνωστικά» κείμενα. Αν τα πρώτα είναι τα κλασικά, στατικά, τυπωμένα κείμενα, τα δεύτερα θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι ηλεκτρονικά. «Είναι αυτά που κάνουν τον αναγνώστη όχι απλά ένα καταναλωτή αλλά ένα παραγωγό του κειμένου» . Ακριβώς – τα ηλεκτρονικά κείμενα, με την δυνατότητα του υπερκειμένου και των συνδέσμων μετατρέπουν τον αναγνώστη από παθητικό δέκτη, σε ενεργό διαμορφωτή του υλικού.
   Ίσως θα έπρεπε εδώ να υπογραμμίσουμε την απελευθερωτική και δημιουργική αυτή πλευρά της νέας ψηφιακής τεχνολογίας – ιδιαίτερα απέναντι σε όσους, όπως ο Baudrillard, την καταδικάζουν και την αναθεματίζουν. Η νέα τεχνολογία θα επεκτείνει ακόμα περισσότερο τα οφέλη της Γουτεμβεργιανής επανάστασης, κάνοντας την γνώση ακόμα πιο προσιτή, πιο φθηνή, πιο άμεση και δίνοντας στον σκεπτόμενο άνθρωπο ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες για δημιουργική σκέψη.
   Κι είναι χαρακτηριστικό να θυμίσουμε σε όλους αυτούς που απορρίπτουν την τεχνολογία, πως και το βιβλίο είναι τεχνολογικό προϊόν – και ότι ο Γουτεμβέργιος ήταν τεχνικός, μάστορας – κι όχι διανοούμενος. Το πνεύμα στηριζόταν πάντα στην τεχνολογία: χωρίς τα χρώματα του ζωγράφου και τα όργανα του μουσικού, θα ήταν ανύπαρκτο.
   Τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής καταγράφηκαν στην αρχή του κειμένου αυτού: διάρκεια, αποθήκευση, μετάδοση, διερεύνηση, ταξινόμηση, δικτύωση. Το αποτέλεσμα αυτών των πλεονεκτημάτων, είναι ότι η πληροφορία και η γνώση γίνονται εύκολα προσιτές στον καθένα και από οπουδήποτε. Ένας άνθρωπος με φορητό υπολογιστή και συνδεδεμένο κινητό τηλέφωνο, έχει στην διάθεσή του άπειρο πλήθος πληροφοριών, ακόμα κι αν βρίσκεται στην έρημο ή στη μέση του ωκεανού.
   Με την ηλεκτρονική γραφή προχωρεί αποφασιστικά ο εκδημοκρατισμός της γνώσης. Χάρη στην τυπογραφία, η γνώση, που ήταν προνόμιο των ελαχίστων (ιερατείων), έγινε κτήμα των πολλών. Με την ηλεκτρονική επανάσταση γίνεται κτήμα όλων. Κάθε δικτυωμένος χρήστης υπολογιστή είναι δυνητικά κάτοχος του συνόλου των ανθρωπίνων γνώσεων.
   Σίγουρα υπάρχει ακόμα χάσμα ανάμεσα στην δικτυωμένη και πληροφορικά επαρκή ανθρωπότητα και τον Τρίτο κόσμο ο οποίος δεν διαθέτει ούτε υπολογιστές ούτε τις απαραίτητες δεξιότητες, ούτε πρόσβαση σε δίκτυο. Όμως το χάσμα αυτό κλείνει πολύ γρήγορα. Η εξάπλωση του Internet γίνεται με ταχύτητα μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης τεχνολογικής καινοτομίας (π. χ. τηλεόρασης, ή τηλεφώνου). Στο τέλος του έτους 2002 ο αριθμός των δικτυωμένων ξεπερνούσε ήδη τα 600.000.000. Οι υπολογιστές φθηναίνουν συνεχώς, ο χειρισμός τους γίνεται πιο εύκολος (και με την επικείμενη αναγνώριση φωνής θα γίνει απλούστατος), η πρόσβαση σε αυτούς διευκολύνεται και για τους μη κατόχους (κοινόχρηστα κέντρα, βιβλιοθήκες, Internet Cafe), άλλα μέσα σύνδεσης στο Δίκτυο είναι ήδη διαθέσιμα (π. χ. κινητά τηλέφωνα). Πολλές κοινωνίες κάνουν τεχνολογικά άλματα: πριν π. χ. αποκτήσουν σταθερή τηλεφωνία αναπτύσσουν την κινητή.
   Τα μειονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής και της δικτύωσής της είναι α) ο πληθωρισμός των πληροφοριών (information overload) που προϋποθέτει κάποια κριτήρια διαχωρισμού της έγκυρης πληροφορίας από τα «σκουπίδια του Διαδικτύου». β) η δυνατότητα εύκολης παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων – αντιγραφής και αναπαραγωγής κειμένων, μουσικής, ταινιών, εικόνων κλπ. Για το θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και παγκόσμια νομολογία και Κοινοτικές Ρυθμίσεις.
   Πέρα από όλα αυτά, η πληροφορική και η διαδικτύωση των κειμένων επιφέρει επανάσταση στην Παιδεία. Δεδομένου ότι είναι πια τόσο εύκολη η άντληση της πληροφορίας, δύο βασικοί προαιώνιοι στύλοι της εκπαίδευσης – η μάθηση και η απομνημόνευση – χάνουν την σπουδαιότητα τους. Ο καθηγητής δεν είναι πια ο αποκλειστικός κάτοχος της γνώσης – αλλά ο σύμβουλος που πρέπει να διδάξει την μέθοδο και να οξύνει την κρίση του μαθητή.
   Το Διαδίκτυο έχει κατηγορηθεί ότι αποξενώνει τους ανθρώπους. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όπως και το τηλέφωνο (για το οποίο είχε διατυπωθεί η ίδια κατηγορία) τους φέρνει πιο κοντά. Και αυτό γίνεται κυρίως με την γραφή. Αναβιώνει η τέχνη της αλληλογραφίας. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έχει ήδη, σε πολλές χώρες του κόσμου, ξεπεράσει σε αριθμό αποστολών το κλασικό, που πλέον ασχολείται περισσότερο με μεταφορές και παραδόσεις αντικειμένων (τα οποία παραγγέλλονται ηλεκτρονικά).
   Αν η Τηλεόραση είναι ο θρίαμβος της εικόνας, το Internet είναι ο θρίαμβος της γραφής. Το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου του είναι κείμενο. Βιβλία, αρχεία, άρθρα, αλληλογραφία, ειδήσεις, σχόλια – αλλά και δικτυακές συζητήσεις. —Στις ομάδες συζητήσεων γίνονται διάλογοι για όλα τα θέματα, από τα πιο καθημερινά και ευτελή μέχρι τα πιο υψηλά και απαιτητικά. Οι ενδιαφερόμενοι για κάθε θέμα συγκροτούν ομίλους (newsgroups) και ανταλλάσσουν απόψεις και γνώμες. Αναβίωση λοιπόν και της επιστολογραφίας και του γραπτού διαλόγου. Με πολυγλωσσική ποικιλία: αν το Internet στα πρώτα του βήματα ήταν αποκλειστικά αγγλόφωνο, τώρα η Αγγλική έχει περιοριστεί στο 40% και το ποσοστό της μειώνεται σταθερά.
   Το Διαδίκτυο είναι το αντίθετο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Δεν είναι μαζικό αλλά εξατομικευμένο (ο καθένας κάνει τις δικές του επιλογές) και δεν είναι μονόδρομο αλλά αμφίδρομο. Ο κάθε χρήστης, από παθητικός δέκτης μπορεί εύκολα και φθηνά με μεταμορφωθεί σε ενεργητικό πομπό. Τώρα μάλιστα με τα blogs (weblogs) υπάρχουν ήδη σήμερα (Φεβρουάριος 2003) πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες «προσωπικές εφημερίδες» στο Internet.
   Ωστόσο και τα έντυπα ΜΜΕ βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Όχι μόνο με την καθημερινή τους έκδοση αλλά και με το αρχείο τους. Πράγμα που σου δίνει την δυνατότητα να διαβάζεις όποια εφημερίδα θέλεις από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, αλλά και να ερευνάς το αρχείο της με βάση το όνομα του γράψαντος, το θέμα, ή και μία απλή κειμενική αναφορά.
   Η πληροφορική επανάσταση αλλάζει την ζωή μας τόσο ριζικά όσο καμία άλλη στην ιστορία του ανθρώπου. Όπως συμβαίνει συνήθως είναι δύσκολο γι αυτούς που ζούνε μέσα στην αλλαγή να αποτιμήσουν την έκταση και το βάθος της – όμως, το ότι όλα μεταβάλλονται είναι σαφέστατο. Πουθενά ίσως η αλλαγή δεν είναι τόσο έντονη όσο στο χώρο της επικοινωνίας – και ας μην ξεχνάμε πως το βιβλίο είναι και αυτό ένα μέσο επικοινωνίας και μάλιστα το πρώτο μαζικό.
   Θα ήθελα να κλείσω αυτή την σύντομη επισκόπηση με ένα μικρό κείμενο που έγραψα το 1997 – ως πρόλογο για τις πρώτες ιστοσελίδες του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου:
Ο Νέος Δικτυακός Λόγος
Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre.
(Stéphane Mallarmé)
Όταν ο Mallarmé είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο με δεκάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ένα βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα, εικόνες, ήχους – αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet είναι λέξεις. «Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο» – η μεταφορά που έγινε προφητεία.
   Όταν ο Sir Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν δεύτερο σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: Επιστημονικές θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.
   Φυσικά, σαν δεύτερο σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει – όπως και το πρώτο – άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά – όπως δεν κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει την φλυαρία, την ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.
   Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε δέκτες, στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Έχει επέλθει μία νέα άνθιση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούργια, ανατρεπτικά. Οι κυβερνοποιητές (cyberpoets) είναι οι τροβαδούροι της νέας εποχής. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ξανανθίζει η τέχνη της αλληλογραφίας
   Οι δικτυωμένοι υπολογιστές είναι η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού – πολύ πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε, που επικοινωνούμε, που ζούμε. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.

*

Copyright©Νίκος Δήμου / Από την επίσημη ιστοσελίδα του www.ndimou.gr

Κρίστοφερ Χίτσενς, Πριν το τέλος

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013.

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου – «Το Βήμα«

Πώς νιώθει ένας δημόσιος άνδρας γεμάτος δύναμη, λεπτό πνεύμα, σαγηνευτικός, ταραξίας, άθεος, μαχητικός, αγαπητός στον κόσμο, όταν μαθαίνει ότι θα πεθάνει από έναν επιθετικό καρκίνο του οισοφάγου; Ο συγγραφέας Κρίστοφερ Χίτσενς δίνει το δικό του παράδειγμα με χιούμορ, οξύνοια, δηκτικά σχόλια, αυτοσαρκασμό. Σε ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο (Πριν το τέλος, εκδόσεις Μεταίχμιο) που έγραψε λίγο προτού πεθάνει διατρανώνει τη θέλησή του να πεθάνει όπως έζησε: ως καθ’ έξιν αμφισβητίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρίστοφερ Χίτσενς, Πριν το τέλος»

Απόστολος Θηβαίος, «Με Τόσες Προσευχές»


Στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου,

εν ομίχλη λησμονημένου.
Είπαν πως τον είδαν στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Φορούσε ρούχα ανατολικά, κάτι λευκά φορέματα, διάφανα χαμηλά. Αυτά κρεμόντουσαν στα πεζοδρόμια και ήταν σαν κάτι ή κάποιος επιμονίμως να τον ακολουθεί. Κρατούσε ένα μικρό βιβλίο, το κρατούσε σφιχτά σαν μικρό παιδί που τρέμει όταν για πρώτη φορά συναναστρέφεται την αδιαφορία των ανθρώπων. Ορισμένοι που αναγνώρισαν την οικεία μορφή του, τον ακολούθησαν καθώς έστριβε στην οδό Αθηνάς. Ένα νεαρό αγόρι, με ενδυμασία μοντέρνα και ένα μυστήριο στο πρόσωπό του σχεδόν ανεξιχνίαστο, ο χωροφύλακας που περιφέρεται εδώ και αιώνες στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα, χαιρετά εγκάρδια τους καταστηματάρχες και κλαίει τις νύχτες πετώντας το πηλίκιό του στον αέρα. Τον ακολούθησαν αδέσποτα, ένας ναυτοπρόσκοπος με το βαθύ, γαλάζιο φουλάρι του, ένας παράφρων που ομιλούσε μια αρχαία γλώσσα και ήταν ρακένδυτος, σαν να είχε φτάσει τώρα σε τούτο τον τόπο, σαν να είχε μόλις σωθεί από κάποια κλεισμένα σύνορα. Τον ακολούθησα και εγώ. Είχε βέβαια γεράσει μα θα μπορούσε ο καθένας να τον αναγνωρίσει με ευκολία αν πρόσεχε τις μικρές αποστάσεις των ματιών του, τα ακίνητα, ψάρια νεκρά τα χέρια αυτού του ανθρώπου, η μεγάλη επιφάνεια του καθαρού προσώπου.Έπειτα, καθώς περπατούσαμε όλοι εμείς, μια φυλή ολόκληρη απόκληρων προσέξαμε και το συζητήσαμε με ενδιαφέρον, το μεγάλο, στρατιωτικό σάκο με την αποφορά. Ο ίδιος έκλαιγε προσέξαμε και το συζητήσαμε με επιμονή και ενδιαφέρον. Εκείνη την ημέρα ήταν καλοκαίρι και όλα τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στα σκοτεινά καφενεία άφηναν έναν βόμβο, ανακάτευαν το θερμό άνεμο, τεμάχιζαν το μεσημέρι με το συνηθισμένο τους τρόπο. Στα κατάμεστα σκαλά ακούγονταν κορίτσια που γελούσαν μες στα υπόγεια. Εκείνος περπατούσε με τα διάφανα, λιβυκά του ρούχα. Κάθε τόσο σταματούσε εμπρός από κάποιον λευκό τοίχο και έγραφε ένα ποίημα, έναν μόνο στίχο, σε λίγα χρόνια ετούτη η πόλη θα συνιστά ένα παλιό, εν προόδω έργο. Χαθήκαμε στα στενά, πίσω από την κατάμεστη, λαϊκή αγορά που έχει μορφές νωθρές, ανθρώπους του τίποτα, μύγες των αγορών.Οι άνθρωποι αυτοί, καθισμένοι μας παρατηρούσαν και δεν εκπλήσσονταν γιατί σε τούτη την πλατεία υφίστανται αναρίθμητες ακολουθίες. Κυρίως ερωτικές. Τώρα ανηφορίζαμε προς έναν δρόμο με κλειστά καταστήματα, στις άκριες του δρόμου σπουδαίες χαράδρες, από μέσα φλεγόμενα πουλιά που πέφτουν στις σκεπές των ανατολικών προαστίων και έτσι εξηγείται η μεγάλη φωτιά που μαίνεται στο μέλλοντα χρόνο. Παράτησε το σάκο σε μια διασταύρωση, από εκείνες που δεν αναζητά κανείς στις πρωινές εξορμήσεις, στις γραφειοκρατικές διευθετήσεις, δρόμοι δίχως ανθρώπους, σαν ιστορίες ενός άλλου καιρού, με όλες τις γενιές τους σκοτωμένες. Σπεύσαμε όλοι να δούμε το περιεχόμενο του σάκκου. Ήταν εκείνα τα ίδια κεφάλια που τον απασχόλησαν τότε και τον συντάρραξαν και μέθυσε θλιβερά για το ματωμένο μαχαίρι στο τραπέζι, για το σφαγμένο ψωμί μας, για τα παιδιά που επιβίωσαν και έγιναν δάκρυα και πλάτες γυρτές ηλικιωμένων ανθρώπων που τίποτε δεν ζήσαν και τώρα μιλούν με οργή για τη θηριωδία της ελπίδας. Κάποτε έπαψε το βήμα του, εισήλθε σε ένα ταπεινό κατάστημα, οι λαμπτήρες εκείνοι στα κατώφλια μετατοπίζουν για πάντα την αθωότητα. Μας φώναξε από μακριά, σαν να γνώριζε πως τόσα χρόνια τον ακολοθούμε με πίστη, πως τόσα χρόνια παλεύουμε με ανεμόμυλους, σκοτώνουμε ανδρείκελα, δίχως να λησμονούμε ούτε στιγμή την τρομερή ιερότητα της ζωής, τη μυστική λατρεία της να πούμε, ένα ζήτημα δυσδιάκριτο, μια αποχρώσα συχνότητα, εξαιρετικά ανεπαίσθητη. Μας σύστησε από μακριά τις γηραιές γυναίκες. Η Ελένη της καταστροφής, η Μήδεια του πάθους φώναξε και έκοψαν τη φωνή του τα βαριά φορτηγά των σαββατιάτικων ανεφοδιασμών. Εκεί λοιπόν φυλούσε τη σαρκοφάγο του. Σε εκείνο το μέρος εμπιστευόταν την ανεξάντλητη τρυφερότητά του. Εμείς τον χαιρετήσαμε.
Απομείναμε ανάμεσα στο λεκιασμένο ασβέστη και τα ετοιμόρροπα ξύλα Γιώργο. Εμείς, ξανθά παιδιά Γιώργο που μας πήρε ο ύπνος με τα ρούχα. Εμείς, μια πουλημένη φτηνά συλλογή στιγμογραφιών. Τίποτε άλλο Γιώργο, τίποτε.

*
©Απόστολος Θηβαίος

photo©André Kertész, 1928

Ο Ουμπέρτο Έκο για τον πρωτοφασισμό

Μετάφραση: Gravity and the Wind
Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ο Ουμπέρτο Έκο για τον πρωτοφασισμό»

Θανάσης Πάνου, Homo Neotacsious


Θεώρησε ότι κατέβηκε από τα αρχέγονα βουνά.

    Γλίστρησε μέσα στο χρόνο, έφτασε στον ξηροπόταμο που διασχίζει όλη τη γη και με όλη τη δίποδη φυλή του έχτισε τις χαλικιές της όχθης του. Μια νέα φάρα προνομίων τον χώρισε για πάντα από τα σπήλαια που ζευγάρωναν με τη ζωώδη ευγενική του φύση. Εδώ το προπατορικό βάρος τεμαχίστηκε από Προκρούστες νομοθέτες και γέννησε νέες αξίες. Νέα νοήματα νέες απαντήσεις τον έκαναν ανίκητο. Ο ξεροπόταμος έγινε μια αστραφτερή ηλεκτρισμένη εποχή με εκβολές ανθρώπων και φωτισμένες πόλεις. Το κλίμα του είναι εύκρατο και μια τρύπα στον ουρανό – στενή οπή από πνοή τιμωρού υπενθυμίζει τη σχέση του με τη φύση. Έγινε μέλος μιας ομάδας με άποψη για τον εαυτό της, μιας ράτσας που δεν αφηνιάζει εφόσον ελέγχει το παρόν . Υπάρχουν κανόνες ενάντια στη βία, κανόνες καριέρας που τυλίγουν σαν χλωρίδα τη συμπεριφορά. Υπάρχει το χειροκρότημα που υποστηρίζει τα απατηλά ιδανικά, τις παρωπίδες των ιδεών και τον μαγευτικό κόσμο της ομάδας. Μπορεί να υπάρχουν σαν δύσοσμα κομμάτια σκέψεις από παλιά βιβλία αλλά μια μεταμόσχευση εγκεφάλου ή μέρους του αλλάζει τη συνείδηση ανώδυνα. Ένα πλήθος γιατρών γυαλίζει όλα τα πηνία του και μυριάδες κοινωνικοί λειτουργοί επουλώνουν τα φαγωμένα ψυχικά χαρακτηριστικά του. Ακόμα και η μια όψη του η ομοιόμορφη και γλιστερή που σπαρταρά μέσα στο δίχτυ του χρόνου διακοσμείται υπέροχα με πλαστικές επεμβάσεις και έτσι αναπηδά με θελκτικές συσπάσεις δίπλα στα άλλα όντα.. Ο έρωτας ή το σεξ δε θέλουν πια αγωνιστικότητα, απλά παράδοση. Δύο, με μια ομοιόμορφη όψη. Το σεξ δε θέλει παρέα απλά παραμονεύει στο ακατοίκητο του εγκεφάλου. Τα πρωινά συλλέγει χρυσές τρίχες από δημόσιες λεοντές και τηλεοπτικά αξιώματα. Στον ελεύθερο χρόνο του ντύνεται άγριος θηριοδαμαστής και στομώνει τις συναισθηματικές του διάρροιες. Φυγάδας εξόριστος ο παρελθών εαυτός του, κάηκε σαν απαγορευμένο βιβλίο. Έτσι το μάτι του αστράφτει σαν λαμπερό σαλάχι μέσα στην παγκόσμια αρμονία που επιβάλλει ο αστυνόμος που κρύφτηκε μέσα του.
    Μα, στα άδυτα της σκέψης του θρονιασμένα ερωτηματικά, φονιάδες χωρίς αυτουργό ανασύρουν φιλοσοφικές νεκροψίες : Τι είναι πιο σημαντικό; Η σκέψη ή η ηθική της σκέψης; Τι είναι και που βρίσκεται το αληθινό «homo»; Κατοικούμε μέσα του ή απλά έχουμε κρίσεις ταυτότητας; Από γιος ως εραστής έχουμε πολλούς εαυτούς. Μπορούμε να τους αποφύγουμε και απλά να υπάρχουμε στον ξεροπόταμο; Οι ακαθαρσίες των ξωτικών υπάρχουν ή απλά παρεξηγούμε τα παραμύθια; Ποιος ζει τη ζωή μου αν εγώ περιπλανιέμαι αγνοώντας τις ρυτίδες; Μήπως η σεξουαλικότητα είναι μια τεχνολογία που μας ελέγχει και δεν αφήνει να γίνουμε πιο ελεύθεροι αύριο; Ο HOMO NEOTACSIOUS ως φοβισμένος τυμβωρύχος πηδά στο πηγάδι με ένα κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό του. Συναισθάνεται πως η πτώση συμπυκνώνει τη ζωή του σε μια τυφλή τελετουργία νομισματοκοπείων. Κάθε αξία γεννήθηκε σαν αστραφτερό λέπι και μια νέα φυλή προνομίων ξεπηδά για να εξουσιάσει.

*
Σύντομο βιογραφικόΟ Θανάσης Πάνου σπούδασε οργάνωση & διοίκηση επιχειρήσεων και στη συνέχεια στο Πάντειο πανεπιστήμιο στο τμήμα κοινωνιολογίας – τομέα εγκληματολογίας. Παράλληλα το 1983 φοιτά στο ART & CULTURE CENTER FOR ARTISTIC DEVELOPMENT & CULTURE και πραγματοποιεί ειδικές σπουδές εικαστικών τεχνών «εικόνα ήχος-κίνηση-λόγος» , σπουδές για αποφοίτους ανώτατων σχολών , όπως καλών τεχνών, θεάτρου, μουσικής, χορού και πανεπιστημιακών σχολών. Αντικείμενο του πρωτοποριακού εργαστηριού είναι η ερευνά και η λειτουργιά της καλλιτεχνικής φόρμας ως κοινό οργανικό στοιχειό σε όλες τις τέχνες, καθώς και η μορφική της αντιστοιχία από το ένα είδος τέχνης στο άλλο, με μέθοδο εκπαίδευσης την βιωματική παιδεία. το 1986 γίνεται μέλος στην ομάδα “Ω & art» και συγγράφει το δοκίμιο συγκριτικής γνωσιολογίας «ΙΕΡΑ ΜΑΝΙΑ». Έχει λάβει μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις Ζωγραφικής – VIDEO-ART, ΣΤΗΝ Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει οργανώσει λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δρώμενα πλαισιωμένα με μουσική και οπτικοποίηση ποιητικού λόγου. Με το μουσικό σχήμα των MOLES BAND έχουν επενδύσει μουσικά παραγωγές για ντοκιμαντέρ . Ως εκπαιδευτικός έχει εργαστεί με ομάδες art therapy για παιδιά με ειδικές δεξιότητες. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΕΧΝΩΝ στο τμήμα πειραματικής έρευνας και έκφρασης. 

Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται

Διήγημα από το βιβλίο «Κρυφά Ταξίδια» του συγγραφέα

Την έμπνευση δεν τη στέλνουν οι ουρανοί, την προκαλούν τα γεγονότα. Γι’ αυτό ο συγγραφέας παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Παρατηρεί ό,τι έχει γι’ αυτόν ζωτική σημασία. Αυτό που θα τον αγγίξει θα γίνει η ιστορία του.
    Ο συγγραφέας λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο. Παίζει με το εφικτό και το αναπόφευκτο. Κυνηγάει το ανέφικτο. Το γραφτό του οφείλει να είναι οδυνηρό και διασκεδαστικό. Ο ρόλος του παιδευτικός. Με το μυθιστόρημά του διδάσκει. Επιζητεί την αποκάλυψη. Ξεσκεπάζει την αθέατη πλευρά, το αόρατο, την ουσία. Ανυψώνει το φθαρτό σε θεό, οδηγεί τον αναγνώστη στη λύτρωση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται»