Κία Φιλιππίδου, Μια ιστορία αλλιώτική

«Ναι, είναι υπέροχα εδώ. Με τον Άρη είμαστε και τα πίνουμε στον εικοστό πρώτο όροφο του «Ελλήσποντος». Ροζέ κρασάκι με θέα έναν ρόδινο Βόσπορο. Μαγεία. Έπρεπε να είχες έρθει, το ξενοδοχείο είναι εξαιρετικό. Ναι μεν δεν μου δικαιολογούσαν δίκλινο, αλλά το κρεβάτι είναι υπέρδιπλο. Α, θα του πω τα χαιρετίσματα μόλις γυρίσει από την τουαλέτα. Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Θα σε πάρω αύριο το πρωί γιατί βλέπω ότι άρχισαν να έρχονται και οι υπόλοιποι. Ο Μοδιάνης πάντα πρώτος».

Η Βιχτερία δίπλα του τον κοίταζε χαμογελαστή: «Μα πώς βρε Άγγελε την παραμυθιάζεις έτσι τη γυναίκα! Εγώ ποτέ δεν θα μπορούσα να πω τέτοια ψέματα στον άντρα μου». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κία Φιλιππίδου, Μια ιστορία αλλιώτική»

Vladimir Nabokov, Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό ― κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Μετάφραση: Σοφία Αυγερινού / Επίμετρο: Τίμοθυ Λάνγκεν / Εκδόσεις Μάγμα

Αναμένοντας την εσχάτη των ποινών, ένας κατάδικος, πασχίζει να συλλάβει τον κόσμο γύρω του, να βάλει τάξη στην ανθρώπινη εντροπία που τον βασανίζει. Κι ο κόσμος, διά των οικείων του, του δήμιου, και των δεσμοφυλάκων του, μοιάζει να του σκαρώνει μια μεγαλοπρεπή φάρσα: Αντί να τον τιμωρήσει, τον προσκαλεί να συνταχθεί με τους ανόμοιούς του και να συμφιλιωθεί με την τελετουργία του τέλους του. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, η ειρωνεία των ηρώων αλλά και του αφηγητή-συγγραφέα είναι τόσο συντριπτική που οτιδήποτε στιβαρό γκρεμίζεται, κάθε ανθρώπινο υλικό αποσυντίθεται, το σκηνικό και οι χαρακτήρες καταρρέουν μπροστά μας, οι ίδιες οι λέξεις εξεγείρονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Vladimir Nabokov, Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό ― κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Θ.Δ.Τυπάλδος, Το τοπίο μέσα της

Η Ζ… ήταν πάντα τόσο φοβισμένη. Από μικρή ένιωθε τον φόβο. Φόβος για το να μη μείνει μόνη της, φόβος όταν δεν ήταν μόνη της, φόβος για το κάθε της βήμα, την κάθε της αντάμωση με κάποιον γνωστό και πολύ περισσότερο, με κάποιον άγνωστο. Βυθιζόταν συνέχεια μέσα στον πυρήνα τού φόβου και ταυτόχρονα, φοβόταν μη κάνει το βήμα και βγει από ‘κει. Η ελευθερία έμοιαζε να την φοβίζει περισσότερο κι από τον φόβο. Αν προσπαθούσε να πάει προς την ελευθερία, τα βήματα της γίνονταν ασταθή, αβέβαια – ήταν ένα βρέφος που πάλευε με θεούς και δαίμονες να μάθει να περπατά δίχως βοήθεια από εξωγενείς παράγοντες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θ.Δ.Τυπάλδος, Το τοπίο μέσα της»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μια παρ’ ολίγον αδικοχαμένη αρραβωνιαστικιά

Φοβερές
του έρωτος
οι συνέπειες

Ανταπόκριση από τ’αστυνομικά της κυριακάτικης της φυλλάδας, της αβάσταχτης. Φανταστική πέρα για πέρα, τοποθετημένη στην παλιά την εποχή, σε έναν καιρό θολό πια και ξεχασμένο, σαν τα τοπία του Κλωντ Λοριάν, αν έχετε υπόψη.

“Περί την ενάτη φάνηκε το τσούρμο. Εμπρός πηγαίνανε οι αρραβωνιάρηδες, πίσω οι γονείς και οι θείοι και έπειτα οι γείτονες και οι άνθρωποι οι πιο κοντινοί. Παραπίσω ακολουθούσε όλη η γειτονιά, ήσαν και τα όργανα ανάμεσά τους, παιδιά, μωρά, χαλασμό να ιδείς και να μην τον επιστεύεις! Είχε πιάσει το τραγούδι εκείνο το μπουλούκι που χαλούσε το χωριό και σκόρπαγε τη γαλήνη της γενικότερης φύσεως. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μια παρ’ ολίγον αδικοχαμένη αρραβωνιαστικιά»

Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, Παιζω-γραφίες ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

«Όλα ανοιχτά, όλα διάφανα. Γι’ αυτό με διαπερνάνε όσοι θέλουν. Διακρίνουν εντός μου και τη δύναμη και την αδυναμία. ‘Ολα ανοιχτά, όλα διάφανα, εσύ παιδί της Διαφώτισης και του Καημού, της Δύσης και του Νότου.
Μόνο, να: το μυαλό, η μνήμη καμιά φορά, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, σε σβουρίζει και μπερδεύει αληθινές με ψεύτικες ιστορίες. Αυτές που έζησες με εκείνες που θα ήθελες να ζήσεις.
Πετάω πέτρες στο γιαλό κι αυτές γυρίζουν πίσω.» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, Παιζω-γραφίες ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Κία Φιλιππίδου, Στην όχθη

Τους παρακολουθούσε τρώγοντας μια τορτίγια. Βρίσκονταν στην απέναντι όχθη, πέρα από τη ρία* του Μπιλμπάο, που εκείνη την ώρα δεχόταν την παλίρροια του Ατλαντικού. Έδειχναν χωρίς ηλικία, αλλά σίγουρα δεν ήταν γέροι. Προσπαθούσαν να σηκώσουν τον έναν τους, αυτόν που είχε πέσει πρώτος και την έκανε ν’ ανησυχήσει. Αν ήταν απλά στο απέναντι πεζοδρόμιο θα είχε τρέξει να τον βοηθήσει, όμως μεσολαβούσε υδάτινος δρόμος και θα αργούσε να φτάσει, ακόμη και από την πλησιέστερη γέφυρα, τη γέφυρα του Καλατράβα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κία Φιλιππίδου, Στην όχθη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ζεστές καρδιές

Αφήγημα

Ο Τομάς εργάζεται στο κέντρο διαλογής. Παρέα με τον κύριο Μπέρναρντ, – όχι πάντα, ο τελευταίος μεθάει τακτικά και αποκοιμιέται με τον ήλιο στη ράχη του, όπως λέει. Που σημαίνει ότι χωρίς τον καλοκάγαθο γέροντα καλείται να διεκπεραιώσει τον έλεγχο τετρακοσίων γραμμάτων το λιγότερο κατά μέσο όρο. Στο τέλος της μέρας, έχει ανακατευτεί τόσο πολύ στις ζωές των άλλων που δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος είναι, αν υπάρχει κάποια δουλειά που πρέπει να επιμεληθεί, κάτι προσωπικό, η επίσκεψη σε έναν ιατρό, το κουρείο, το ζαχαροπλαστείο για έναν καφέ, βρε αδερφέ. Μα αυτός εξαργυρώνει την πιστή του αφοσίωση από τότε που ήταν νέος και έκανε ότι θελήματα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Για το κόμμα Τομάς και εκείνος δεν έφερνε αντίρρηση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ζεστές καρδιές»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Gioco rotto

Ανταπόκριση
από το χείλος του παραθυριού

Για αυτό
αγαπάμε την ποίηση
μπορεί
να μας τυραννεί,
μπορεί
να μας ευλογεί

Οδυσσέας Ελύτης

Η Τζούλια είναι συνδεδεμένη με ένα σωρό μηχανήματα. Πίσω της σέρνει μπερδεμένα σωληνάκια ενώ τη συνοδεύει πιστός φρουρός της θαρρείς, ένας ορθοστάτης. Αυτός διαθέτει προσαρμοσμένα διάφορα δοχεία που σταλάζουν αργά, καθένα στον αυστηρό του ρυθμό. Η Τζούλια παίρνει αγκαζέ τον ορθοστάτη της και περπατάει αργά μες στο δωμάτιο. Νιώθει τυχερή και είναι αστείο θα έλεγε κανείς, μα εκείνη έμαθε να αρκείται στα απλά και τα λίγα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Gioco rotto»