Καίτη Παυλή, Συνάντηση

Ανταμώνουν πάλι στο γνωστό Καφέ

-Καλημέρα! Πόσος καιρός…

-Καλώς ανταμωθήκαμε λοιπόν

-Χαθήκαμε

-Χάθηκα…

-Τώρα όμως είσαι εδώ. Σαν λίγο αδύνατος, σαν τεφρός μου φαίνεσαι…

Τον παρατηρεί αμφιβάλλοντας. Αν κι έπιασαν  ψύχρες, φορά ακόμα τη βερμούδα  και τις σαγιονάρες του. Φορά όμως και το καφέ δερμάτινο σουέτ μπουφάν. Το παρατηρεί εξεταστικά.

-Ήταν της μάνας μου…

Ο τόνος της φωνής του χαμηλός και μελαγχολικός. Τον ενθαρρύνει.

– Είναι καλό, καινούριο ακόμα. Έχω ένα παρόμοιο μαύρο σουέτ. Είναι καλά αυτά, αντέχουνε στο χρόνο. Το φορώ κι εγώ κάποιες φορές, όταν με πιάνει η νοσταλγία. Θαρρώ πως φορώ τον αδερφό μου, νιώθω την ανάσα του, είμαστε πάλι μαζί.

 

Εμφανίζεται ο σερβιτόρος σοβαρός περιμένοντας  την παραγγελία της.

-Ένα διπλό καπουτσίνο χωρίς ζάχαρη και με πολύ γάλα, κυρίως γάλα…

Παραγγέλνει αφηρημένα.

-Όπως τον έπινε εκείνος, παρατηρεί ο σερβιτόρος  και κουνά το χέρι του να διώξει την πεταλούδα απ’ το ποτήρι με το νερό που μόλις ακούμπησε στο τραπέζι.

-Μηηη!

Τον αποτρέπει εκείνη, αλλά ήδη η πεταλούδα πέταξε αφήνοντας πίσω της ένα χνούδι σαν στάχτη στον αέρα.

-Εις το επανιδείν… της φάνηκε πως άκουσε.

*

©Καίτη Παυλή

φωτο: Στράτος Φουντούλης

 

 

Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]

Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Μονόκλ

Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν

Ο κύριος Σέριμαν ξύπνησε όπως κάθε πρωί στις εφτά ακριβώς. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, έκανε την ανάγκη του και βούρτσισε επιμελώς τα δόντια του. Ξυρίστηκε με προσοχή, ουσιαστικά όμως χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στο παχύ και πλαδαρό πρόσωπό του. Έπειτα πήρε το πρωινό του: χυμό πορτοκάλι, καφέ φίλτρου και δυο φέτες ψημένο ψωμί. Στη συνέχεια ντύθηκε με ακριβείς, μηχανικές κινήσεις φορώντας ένα από τα εφτά κοστούμια του και μία από τις είκοσι οχτώ γραβάτες του.

Ο κύριος Σέριμαν ήταν κοντός, αρκετά παχύς και σχεδόν εντελώς καραφλός. Στο κεφάλι του υπήρχαν μόνο τρεις τρίχες, ακριβώς πάνω από το μέτωπό του, που άγνωστο γιατί, δεν ήθελε να κόψει. Ευτυχώς ήταν ξανθές και δεν πετούσαν, παρά κάθονταν υπάκουα πάνω στο ροδαλό κρανίο του κι έτσι λίγοι τις πρόσεχαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]»

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης, Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει ―κυκλοφορεί

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Η πόλη αλλάζει δίχως να κοιτάζει τα μονοπάτια της δικής σου ζωής. Βόλτες με χάρτες, χωρίς GPS, εκεί που τα φιλιά, τα χάδια και τα χαστούκια της μοίρας έμοιαζαν με μυστικούς σελιδοδείκτες – κάτω από την ταμπέλα με το όνομα της οδού.
Τα γκράφιτι που μουτζουρώνουν τους τοίχους ήρθαν πολύ-πολύ αργότερα. Τα ραντεβού, οι πρεμιέρες, οι εκπλήξεις – όλα στη θέση τους, στην ώρα τους, όπως είχαν κανονιστεί:
Αφού δεν υπάρχει κινητό, καμιά αλλαγή στο πρόγραμμα της ημέρας ή στο ξεφάντωμα της νύχτας.
Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει. Και πού πάει δηλαδή;
Οχτώ μικρά διηγήματα, σαν σκόρπιες, κλεμμένες σημειώσεις από τα ημερολόγια που έμειναν κρυφά.
Πενήντα χρόνια Αθήνα. Οχτώ μικρές ανάσες Ζωής.

*

Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1968. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακά στην ηθοποιία, στο Goldsmiths College. Ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης.

Πάνος Ιωαννίδης, Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα ―κυκλοφορεί

από τις εκδόσεις Κέδρος

Ο Πέτρος Ριβέρης δεν διανύει την καλύτερη περίοδο της ζωής του. Η εμπλοκή του στην υπόθεση απαγωγής της Ιφιγένειας Ρούσσου του στοίχισε όχι μόνο έναν βαρύ τραυματισμό στο κεφάλι, αλλά και τον ουσιαστικό αποκλεισμό του από την ανάληψη σοβαρών υποθέσεων στην αγορά ιδιωτικών ερευνών της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον ο βοηθός του, Κορμοράνος, αποφάσισε να μεταναστεύσει στη Ρώμη και η συμβία του, Αύρα Συκουτρή, δέχτηκε τη θέση αναπληρώτριας καθηγήτριας στη Σορβόνη, και η σχέση τους ουσιαστικά έχει τελειώσει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Ιωαννίδης, Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα ―κυκλοφορεί»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Σολωμός με μπογιά

Φορτώθηκαν όλα τα πράγματα και πήραν τη θέση τους στον σταθμό. Σε εκείνο το πρακτορείο όλα πέθαιναν. Οι άνθρωποι και τα πράγματα έφεραν ένα λεπτό στρώμα χρόνου και αλόγιστης φθοράς. Στους τοίχους υπήρχαν διαφημιστικές αφίσες για πράγματα που πια δεν πωλούνται. Ω, τι μελαγχολικό που είναι να βλέπεις κανείς όσα κάποτε σήμαιναν την ευτυχία μας. Πάρκαρε τις βαλίτσες του σε μια γωνιά και κοίταξε τριγύρω. Όλοι είχαν μια ανυπομονησία να φύγουν, όλοι ελέγχανε κάτι της τελευταίας στιγμής, το εισιτήριο, τα λιγοστά τους χρήματα, στις τσέπες τους είχαν φυλάξει διάφορα. Μα όλοι, όλοι τους είχαν μες στις φόδρες τους μια πρέζα χώμα, δίχως να το πουν στους άλλους, από φόβο μήπως κατηγορηθούν για την ελαφρότητα της καρδιάς τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Σολωμός με μπογιά»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι βλαβερές συνέπειες της βιβλιοφαγίας

Πάθηση χωρίς προηγούμενο

Πείτε μας για τα γεγονότα.

 Α, ναι, βέβαια, τα γεγονότα. Συμβαίνουν πάντα, κανείς μας δεν τα υποψιάζεται ενώ αυτά ευθύς αποκτούν μια μεγάλη βεβαιότητα, πάει να πει δεν αμφισβητούνται. Τα υπόλοιπα παραμένουν μια παλιά, καλή ιστορία. Η μνήμη αναλαμβάνει τη δουλειά, καμιά φορά αναπολούμε, σχεδόν νοσταλγούμε αυτές τις αναμνήσεις, μα στ’αλήθεια κύριε, παλεύουμε με τον χρόνο. Είμαστε ένα κομμάτι ομίχλη, κύριε, αυτό ακριβώς. 

Ναι, μα οι αναγνώστες μας θα θέλουν να διαβάσουν όσα συνέβησαν.

Ας είναι, εγώ ότι ήθελα να πω το είπα. Αντίο σας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι βλαβερές συνέπειες της βιβλιοφαγίας»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις Εκδόσεις Νίκας

Το κάτοπτρο

Διάβαζε ένα ωραίο βιβλίο για τον Διόνυσο και το θέατρο. Τα περισσότερα από τα στοιχεία του βιβλίου τα ή ξερε. Ο Διόνυσος είναι φίλος από παλιά. Από τότε που συνειδητοποίησε πως αυτής της χαράς του μεθυσμένου χορού και της αγάπης για τους συγχορευτές οι αρχαίοι της είχαν δώσει και όνομα, από το όνομά του. Οπότε, είναι δικός της θεός και όπου βρίσκει για αυτόν διαβάζει και ό,τι αναπαραστάσεις του βλέπει σε μουσεία και εκθέσεις τις φωτογραφίζει (και μετά ξεχνάει τις φωτογραφίες στο google photos, αλλά η συγκίνηση της φωτογράφη σης μετράει). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ

Μια ιστορία σαν όλες τις άλλες.
Με έρωτες αδέξιους με φιλίες προδομένες,
με ένα περιγιάλι στο φόντο

…[Στο θολωμένο μου μυαλό
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ’ τα παλιά και
κάποιο πάθος μου τρελό…]
Άκης Πάνου

Θα’ρθώ να σε πάρω. Αυτό της είπε και ήταν ο τρόπος του, σίγουρος, τελειωτικός. Τ’άλλο πρωί φόρτωσε στο λεωφορείο τα πράγματα και έφυγε. Φίλησε τον πλάτανο και δεν κοίταξε πίσω του. Πώς να τ’άντεχε να ‘ βλεπε την Κρινιώ να κλαίει και να πονεί, την Κρινιώ του που την αγάπησε ως τα βάθη, που την κράτησε μες στην καρδιά του, όπως κάνουν με τα εικονίσματα και με τα πράγματα της ειδικής της αξίας.

Έπειτα το πλοίο, μήνες ολόκληρους, μια πολιτεία απάνω στο νερό, για πού τραβά, τι να’βρει ψάχνει; Άμα πιάσανε στο Περθ ρίχτηκε στη δουλειά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ»