Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις Εκδόσεις Νίκας

Το κάτοπτρο

Διάβαζε ένα ωραίο βιβλίο για τον Διόνυσο και το θέατρο. Τα περισσότερα από τα στοιχεία του βιβλίου τα ή ξερε. Ο Διόνυσος είναι φίλος από παλιά. Από τότε που συνειδητοποίησε πως αυτής της χαράς του μεθυσμένου χορού και της αγάπης για τους συγχορευτές οι αρχαίοι της είχαν δώσει και όνομα, από το όνομά του. Οπότε, είναι δικός της θεός και όπου βρίσκει για αυτόν διαβάζει και ό,τι αναπαραστάσεις του βλέπει σε μουσεία και εκθέσεις τις φωτογραφίζει (και μετά ξεχνάει τις φωτογραφίες στο google photos, αλλά η συγκίνηση της φωτογράφη σης μετράει). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ

Μια ιστορία σαν όλες τις άλλες.
Με έρωτες αδέξιους με φιλίες προδομένες,
με ένα περιγιάλι στο φόντο

…[Στο θολωμένο μου μυαλό
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ’ τα παλιά και
κάποιο πάθος μου τρελό…]
Άκης Πάνου

Θα’ρθώ να σε πάρω. Αυτό της είπε και ήταν ο τρόπος του, σίγουρος, τελειωτικός. Τ’άλλο πρωί φόρτωσε στο λεωφορείο τα πράγματα και έφυγε. Φίλησε τον πλάτανο και δεν κοίταξε πίσω του. Πώς να τ’άντεχε να ‘ βλεπε την Κρινιώ να κλαίει και να πονεί, την Κρινιώ του που την αγάπησε ως τα βάθη, που την κράτησε μες στην καρδιά του, όπως κάνουν με τα εικονίσματα και με τα πράγματα της ειδικής της αξίας.

Έπειτα το πλοίο, μήνες ολόκληρους, μια πολιτεία απάνω στο νερό, για πού τραβά, τι να’βρει ψάχνει; Άμα πιάσανε στο Περθ ρίχτηκε στη δουλειά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ»

Λεωνίδας Καζάσης, Σημεία

Κοιτώ επίμονα στα μάτια σου, επίμονα τα μάτια σου κοιτώ, στα μάτια σου κοιτώ, δεν υπάρχει τίποτα, τώρα, εκτός από τα μάτια σου. Κοιτώ στα μάτια σου και στο πρόσωπό σου, που, τα μαλλιά σου από πάνω ευρίσκονται.
Το πρόσωπό σου κοιτώντας, οι άκρες των δαχτύλων μου τα μαλλιά σου ψηλαφούν, ενώ τα μάτια σου, ενώ στα μάτια σε κοιτώ, τα μαλλιά σου ψηλαφώ, συνεχίζω , στα μάτια να σε κοιτώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Σημεία»

Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή

Επίσκεψη πρώτη

Σαν να βγήκα από ύπνο βαθύ, η άμορφη γκριζάδα μπροστά στα μάτια μου εξατμίστηκε και είδα καθαρά τα σχήματα και τα χρώματα. Ένας κήπος. Ένας ψηλός τοίχος. Χωράφια ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Και στο βάθος δυο βουνά. Η γυναίκα με τα άσπρα, που μύριζε μαλακτικό για ρούχα και αντισηπτικό, μπήκε στο δωμάτιο να με μεταφέρει από την πολυθρόνα στο κρεβάτι. Έδειξα με το δάχτυλο το ένα βουνό και είπα «Όλυμπος».

Βλακεία έκανα. Η γυναίκα τα ‘χασε, σα να χάρηκε, σα να ανησύχησε. Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιο ο αντιπαθητικός άντρας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη

Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία

Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne

Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, του Ντελακρουά

μια ιστορία αλληγορική

Mπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε. Ήταν ένα βρώμικο ποτοπωλείο από εκείνα που διανυκτερεύουν, πουλώντας φτηνό ουίσκι. Επειδή ακριβώς μένει ανοιχτό ως αργά, μαζεύει λογής ανθρώπους, μέθυσους, μοναχικούς, παραμυθάδες, φονιάδες, σωματέμπορους, δούλους και κόκκινα κορίτσια, αποτυχημένους εμπόρους. Καθένας πίνει μονάχος του και πάνω από τα κεφάλια τους αιωρείται ένα λεπτό στρώμα καπνού, έτσι που να μπορούσε κανείς να υποθέσει πως μες στο κακόφημο μαγαζί έχει πέσει μια ομίχλη, που είναι αδύνατο να διαλυθεί.

Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ, είπε εκείνη. Έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της που κολλούσαν στο μέτωπό της. Και έπειτα, έχοντας βρει κάτι παραπάνω από την χαμένη της αυτοκυριαρχία επανέλαβε αποφασιστικά. Ένα ποτήρι κρασί, αυτό μόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne»

Ευγενία Νικητίδου, Ταξίδι σε τέσσερις τροχούς

Από μικρό παιδί φοβάμαι το σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου προκαλεί ανατριχίλα. Αν μπορούσα, και στον ύπνο μου θα είχα αναμμένα φώτα. Και για να είμαι ειλικρινής, όσο ζούσα, είχα αναμμένο ένα φωτάκι στο δωμάτιο μου τη νύχτα. Έτσι, για συντροφιά, για να απαλύνει την κυριαρχία του μαύρου. Λέω όσο ζούσα γιατί τώρα είμαι νεκρός. Νεκρός με μια σωματική, υλική αν θες, έννοια. Γιατί μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως κατά τ’ άλλα νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ. Δεν το ήξερα ότι τα πνεύματα έχουν αυτή τη δύναμη. Σημασία, πάντως, έχει ότι είμαι νεκρός. Αμετάκλητο γεγονός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Νικητίδου, Ταξίδι σε τέσσερις τροχούς»

Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου

Το παλιό σπίτι βρισκόταν στο τέλος του δρόμου, τα παράθυρά του ήταν ανοιχτά και η οροφή του κατέρρεε. Ήταν το είδος του σπιτιού για το οποίο τα παιδιά ψιθύριζαν σε χαμηλούς τόνους, φαντάζονταν κάθε είδους σκοτεινά και απειλητικά πράγματα να κρύβονται μέσα στους σάπιους τοίχους του. Καθώς στεκόμουν μπροστά στο παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι, ένα προαίσθημα με κατέκλυζε.

 Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχα πατήσει το πόδι μου σε αυτό το μέρος, αλλά οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας με ακολουθούν ακόμα, γιατί ήμουν το μόνο παιδί που ήξερε τι συνέβαινε σε αυτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου»