Νίκος Σουβατζής, Εξορισμένος ουρανός

Αρχείο 07/03/2014

Έβρεχε. Σηκώθηκε αξημέρωτα και πήρε τους δρόμους. Χωρίς καφέ και χωρίς τσιγάρο. Τα είχε κόψει εδώ και καιρό, μαζί με όλες τις συνήθειες της παλιάς της ζωής. Ένα όνειρο την ανάγκασε να σηκωθεί άρον άρον. Στεκόταν λέει δίπλα στο παράθυρο, απέναντι απ’ το κρεβάτι, και την κοιτούσε θλιμμένος. Ξύπνησε με υγρά μάτια.

Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο. Άνοιξε το πορτοφόλι και κοίταξε τη φωτογραφία του. “Χτες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα” μονολόγησε. Ύστερα συνέχισε να περπατάει στον λασπωμένο δρόμο μέχρι που η βροχή έγινε ψιχάλισμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Σουβατζής, Εξορισμένος ουρανός»

Ιστορίες της Πέμπτης της Μαρίας Πετρίτση: Περί συναισθημάτων [2014]

Αρχείο 27/02/2014

Mάθημα γιόγκα: «Κοιτάξτε τα συναισθήματά σας. Παρατηρήστε τα. Μην τα κρίνετε, μην τα αξιολογείτε. Συνειδητοποιείστε τι αισθάνεστε κι έπειτα αφήστε το να περάσει. Επικεντρωθείτε στο σώμα σας».

Συνεδρία με τον ψυχίατρο: «Η ύπαρξη διπλών συναισθημάτων αποδεικνύει την αναποφασιστικότητα του ατόμου να τοποθετηθεί ειλικρινά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης της Μαρίας Πετρίτση: Περί συναισθημάτων [2014]»

Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους

 

Κόκκινο φανάρι, γωνία Θεμιστοκλέους και Σόλωνος. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα ανθρώπινο ποτάμι χύνεται προς τα κάτω. Άνθρωποι και ποντίκια. Μια αναίτια βιασύνη κάνει τα βήματά μου να φεύγουν πιο μπροστά. Περπατάω ως συνήθως με το κεφάλι κάτω, κοιτώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μπας και μου πούνε μυστικά. Μπας και ανακαλύψω πάνω τους το νόημα του κόσμου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους»

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, εγώ πίσω από τα τζάμια του παραθύρου μου, κοιτώντας εκατομμύρια επιθετικές νιφάδες χιονιού να μου ψιθυρίζουν «κάτσε μέσα, κάτσε μέσα» εντελώς διαφορετικές από εκείνες που αναθυμάμαι παιδί να μου χαμογελάνε και να μου γνέφουν «έλα έξω, έλα έξω να παίξουμε» στέλνω το μυαλό μου όπως ένα παιδί για θελήματα, να μου φέρει εικόνες που μου είναι γνώριμες. Που τις ξέρω και με ξέρουν. Κλείνω τα μάτια κι αναθυμάμαι.

   Εκείνο τρέχει πάνω κάτω, μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60.
    Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας. Μια μεγάλη σειρά ανθρώπων φαίνεται, σα να κάνει παρέλαση.
     Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ με το «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις, παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κάτουρο του.
   Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς ενώ μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
     Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , δυο τρεις ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά – σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
   Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού.   Σε διάφορα βολ πλανέ ξεπροβάλλουν, ο Γιώργος Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν (καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν) οι εικόνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
  Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κόσμος από κάτω, χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
   Σε μια άλλη μικρότερη εικόνα, η Δήμητρα Λιάνη ισιώνει τις ζαρτιέρες της κοιτώντας πίσω, πάνω από τον ώμο της.
  «Μνησθητί μου Κύριε, καλό κι ευλογημένο» είπα ανοίγοντας τα μάτια, νομίζοντας πως ήτανε όνειρο.

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Αρχείο 30/12/2013

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο»

Βασίλης Ζαρίφης, …για την απολογία μιας μηλόπιτας

 
Ανήμερα Χριστούγεννα, ξημερώματα, δύο κουραμπιέδες βρέθηκαν ξεροί και μισοφαγωμένοι μέσα σε μια λίμνη από ψίχουλα και ζάχαρη άχνη. Ποιος είχε διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα;
  Δύο μελομακάρονα κατέθεσαν πως την προηγούμενη άγια νύχτα τα είχαν ακούσει να καβγαδίζουν άγρια. «Άντε ρε μπακλαβά» το ένα, «Ίσα ρε κουρκουμπίνι» το άλλο. Οι υπόλοιποι κoυραμπιέδες όμως έριξαν την ευθύνη στην γλυκιά μηλόπιτα της διπλανής πιατέλας: «Αυτή η ξένη φταίει. Τι δουλειά έχει αυτή ανάμεσα στα γνήσια χριστουγεννιάτικα γλυκά; Την είχαμε πάρει χαμπάρι εμείς. Από την μια έδινε όρκους πίστης και αγάπης στο μεγάλο μελομακάρονο και από την άλλη έκανε τα γλυκά μήλα στο μικρό».
  Η γλυκιά μηλόπιτα άκουσε αμίλητη το κατηγορητήριο και απολογήθηκε: «Φαγώθηκαν ποιος θα με ξεζουμίσει. Θέλεις να φτιάξεις φαρμάκι; Ψέκασε ανθόνερο την κακία»

*
© Βασίλης Ζαρίφης
φωτογραφία: e-Συνταγόκοσμος

Ασημίνα Λαμπράκου, Ησιόνη – μια γυναίκα

Με το αριστερό της χέρι προσπαθούσε να πάρει λίγο ζεστό ζωμό από τη κατσαρόλα, αποφεύγοντας επιμελώς τους κόκκους του ρυζιού και με το δεξί συνέχιζε να χτυπά το αυγολέμονο στο βαθύ πιάτο.

Σουσού.
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους.

Σουσού τη φώναζε κι η μάνα της σαν ήθελε να καλοπιάσει τη διάθεσή της.
Και το κατάφερνε. Ίσως δεν ήταν μόνο το χαϊδευτικό, αλλά και το χάδι του χεριού της κι η φωνή της. Μπορεί και το βλέμμα που συνόδευε τον λόγο.
Μια γλύκα που ξεπήδαγε και απλωνόταν πάνω της δίχως να ζητά τίποτα παρά μόνο να δώσει. Αυτό την ξεθάρρευε. Ένοιωθε ασφαλής και συνένοχη στο παιχνίδι. Της άρεσε όχι μόνο γιατί την γλύκαινε αλλά και γιατί καταλάβαινε τους όρους.
Έριξε με προσοχή το ζεστό ζωμό στάλα – στάλα στο πιάτο με το αυγολέμονο χωρίς να σταματά να το χτυπά με το δεξί χέρι. Κατόπιν αναποδογύρισε το πιάτο στη κατσαρόλα. Ανακάτεψε ήσυχα με μια ξύλινη κουτάλα και πέρασε το σκεύος σε άλλο μάτι της κουζίνας. Έπιασε το τσαγερό και το τοποθέτησε στο ζεστό μέρος να πάρει τη κάψα, μη χαλάσει το υλικό.
Σουσού τη φώναζε κι ο πατέρας της.
Το δικό του βλέμμα όμως έκρυβε μια προσμονή που την ανησυχούσε. Σα να αποζητούσε από κείνη να γεμίσει κάτι που ούτε το ’βλεπε κι ούτε, περισσότερο, ήξερε το με τι και πώς να το γεμίσει. Τότε γαντζωνόταν στη γκρίνια της κι έφευγε. Όχι δηλαδή πως απομακρυνόταν από την οικία. Που τέτοια πράγματα τότε; Κι ούτε καν στο άλλο δωμάτιο. Όλο το σπίτι, ένα. Έτσι ήταν φτιαγμένο από τους μαστόρους. Όλα τα δωμάτια σε κυκλικό διάδρομο δίχως κέντρο ή μάλλον με κέντρο τον μεσαίο τοίχο. Υπήρχαν πόρτες μα πάντα έμεναν ανοικτές.
Έφευγε στον κόσμο της. Γινόταν ένα κουβαράκι όπως η κάμπια άμα την πειράξεις, καμπουριάζει κι αγκαλιάζει το κορμί της. Έτσι κι αυτή. Κι όταν πια συνερχόταν από αυτή τη κατάσταση, ένοιωθε συντριμμένη. Κουρασμένη. Κακόκεφη. Σαν άνθρωπος που δε στάθηκε ικανός να καταλάβει και να αποδώσει το πρέπον ή το ζητούμενο.
Έπλυνε τα χέρια και τα σφούγγισε στην άκρη της ποδιάς της. Έπειτα, άνοιξε τη σιδερώστρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 19 του μήνα κι εκείνη μόνο τότε βρήκε το χρόνο και τη διάθεση να το στολίσει. Δεν την πείραζε. Και στο πατρικό της εκείνα τα χρόνια έτσι το συνήθιζαν. Κοντά στη γιορτινή μέρα. Πρώτα οι δουλειές του χειμώνα κι έπειτα τα στολίσματα. Κάθε πράμα στο καιρό του…
Με το σιδέρωμα ζεστάθηκε κι έβγαλε το πάνω της φόρμας της. Όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, σκυμμένη πάνω στα ρούχα να στρώνει τις ραφές και να τις πατά προσεχτικά με το σίδερο, μην ανοίξουν, μη ξεχειλώσουν και χάσει το ίσιο του το ρούχο, τα στήθη της κουνιόντουσαν πέρα δώθε ακολουθώντας τη κίνηση του κορμού στη προσπάθειά του, ελεύθερα μέσα απ’ το μικρό μακό της.
Δυο παλάμες την ακινητοποίησαν, την πάγωσαν και την ερέθισαν. Ο άντρας της. Τσιτώθηκε. Δεν άντεχε το χάδι το απρόοπτο, το δίχως πριν να την ηρεμήσει, να την ησυχάσει, να την ταξιδέψει. Να την ξεχωρίσει από την αγωνία της πορείας των πραγμάτων. Αρνήθηκε. Δεν ανέχτηκε. Αντέδρασε.
Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της. Και τις σκέψεις της.
Σουσού δεν την φωνάζει ο άντρας της. Κι ούτε που θυμάται να του έχει πει τα σχετικά. Κι αυτού το βλέμμα δεν κρύβει προσμονή παρά φανερώνει στα ίσια τι προσδοκά. Ούτε και τούτο τη γλυτώνει από εκείνο το συναίσθημα του πνιγμού σαν καλείσαι να σηκώσεις κάτι που δεν ξέρεις τι είναι κι ούτε από που να το πιάσεις, πώς να το χειριστείς, να το κουμαντάρεις και να το τελειώσεις. Γιατί, τι στο καλό εννοεί ο καθένας, τι νόημα δίνει στην έννοια χαρά; Που να ξέρεις και με ποια υλικά να παραγεμίσεις τις στιγμές και το σύνολο για να προσφέρεις χαρά. Κι ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό πως επειδή είναι μέρες γιορτινές και μ’ αυτό τον τρόπο γιορτινές, γιατί, παραδέξου το, κι οι γιορτές έχουν το δικό τους ύφος και περιεχόμενο η καθεμιά, κι άλλα έχει ανάγκη η μια κι άλλα η άλλη, είναι πιο εύκολο να τις γεμίσεις με χαρά. Ποια τα υλικά και ποιες οι δόσεις; Και τ’ ανακάτεμα; Κι αυτό θέλει μαεστρία.
Από παιδί νοιώθει να μπερδεύεται και να προκύπτει ανίκανη σε τούτα τα μαγικά. Να περνά στο προσκήνιο και σαν ταχυδακτυλουργός και ικανός ιερουργός, να στήνει τα κατάλληλα σκηνικά με νοήματα που δεν αποδίδονται αλλά ζητείται εσύ να αντιληφθείς το περιεχόμενό που οι άλλοι τους δίνουν. Μπλοκάρει στους πρώτους ρόλους. Απομονώνεται.
Χριστούγεννα. Πλησιάζουν δηλαδή.
Θυμήθηκε μια αφιέρωση που είχε γράψει σε μια φίλη της πριν χρόνια: ζήσε τις μικρές σου στιγμές για να μην έχει η ευτυχία σου ανάγκη τις μεγάλες…
Έριξε μια ματιά στο δεντράκι που είχε στολίσει αξημέρωτα. Χάιδεψε με το βλέμμα της τα στολίδια και χαμογέλασε. Μάζεψε τα σιδερωμένα ρούχα και την σιδερώστρα. Έβαλε το σίδερο όρθιο να κρυώνει. Μπήκε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι οσμίστηκε το φαγητό που κρύωνε μέσα στην κατσαρόλα. Χαμογέλασε. Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της φτιάξει γιουβαρελάκια!
Έβγαλε την ποδιά. Πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της να τα σιάξει λίγο κι έπειτα το δάχτυλο στη σχισμή του στήθους της. Η κολόνια της δεν ήταν φρέσκια αλλά κρατούσε καλά ακόμα. Άνοιξε την πόρτα του σαλονιού. Χαμογέλασε…
*
©Ασημίνα Λαμπράκου -Δεκέμβρης, 2010
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Γυναίκα, Επίδαυρος 2008»

Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια


…ΣΤΑ 53 ΕΒΓΑΛΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ

Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του, έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.

   Χαίρομαι που άσχετα με τα σκαριφήματά μου με μηδενική επίδραση στη θάλασσα της ποίησης και την αποτίμησή τους, όλα όσα νόμιζα ‘’σημερινά’’, δεν είναι παρά οι τραυματικές προβολές του ‘’χθες μου’’, στο σήμερα. Χαίρομαι που το 1970 που ήμουν στα δέκα μου και θυμάμαι πιο ανοιχτά, δεν θυμίζει καθόλου τις όμορφες μέρες που βιώνουμε για ενεστώτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια»