Τάμμυ Τσέκου, Γραμμή SOS

Η τηλεόραση ανοιχτή την κοιτούσε χωρίς να βλέπει. Ατέλειωτες διαφημίσεις με κορίτσια και αγόρια που θα σου ψιθυρίσουν ό,τι θες προς 0,45 το λεπτό. Το ρολόι έδειχνε τέσσερις παρά είκοσι το πρωί κι αυτός άυπνος πάλι.

   Έβγαλε το σημειωματάριο που έχωνε κάτω από το λερό μαξιλάρι του καναπέ, έψαξε τυφλά ανάμεσα στα ξεραμένα αποφάγια πάνω στο κοντινότερο σχεδιαστήριο, βρήκε ένα μολύβι. Προσπάθησε να γράψει κάτι – οτιδήποτε. Το χέρι του έμεινε να αιωρείται με το μηχανικό μολύβι στα τρεμάμενα δάχτυλά του. Τα κοίταξε τρομαγμένος και το άφησε να πέσει στο χαλί. Σχημάτισε το πρώτο νούμερο που είδε να φλασάρει στην οθόνη.
   «Γεια σου. Είμαι η Μόνικα. Πώς θέλεις να σε λέω;»
  Δευτερόλεπτα σιωπής. «Σταύρο. Δηλαδή… λέγε με καλύτερα Αλέξανδρο.»
  «Αλέξανδρε, θέλω να με ξεσκίσεις. Με όλους τους τρόπους. Εσύ;»
  «Πήρα γιατί έπρεπε να μιλήσω με κάποιον …»
  «Μίλα μου, Αλέξανδρε, μίλα μου βρώμικα…»
  «…είναι μέρες τώρα που δε νιώθω τίποτα…»
  «Θες να νιώσεις τα χείλια μου στο καυλί σου Αλέξανδρε; Θέλω να στον ρουφήξω, θέλω να…»
  «…ούτε χαρά, ούτε θυμό, ούτε λύπη – τίποτα απολύτως…»
  «Μαζί μου θα νιώσεις τα πάντα μωρό μου… έλα να καυλώσουμε μωρό μου… Θα σου πω όλες μου τις πουτανιές, τις πιο βρώμικες επιθυμ…»
  «…και δεν κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι καθόλου πια. Πάνε νύχτες που δεν έχω κοιμηθεί».
  «Ούτε εγώ θέλω να κοιμηθώ, Αλέξανδρε. Η νύχτα είναι δική μας. Κάνε με να περάσω την πιο καυτή νύχτα μαζί σου…»
  «…νιώθω το κεφάλι μου να καίει και δεν μπορώ να ελέγξω τη σκέψη μου…»
  «Σκέψου μόνο εμένα. Είμαι γυμνή και σε περιμένω με τα πόδια ανοιχτά…»
  «…με περιμένουν κάθε πρωί στο γραφείο κι εγώ είμαι σπίτι με μια σκισμένη μπλούζα, αξύριστος, άπλυτος, ξαπλωμένος σ’ έναν καναπέ που ξερνάει τον ιδρώτα μου. Και δε με νοιάζει τι θα συμβεί… δε με νοιάζει τίποτα πια…»
  «Σε θέλω αξύριστο, σε θέλω άπλυτο, μωρό μου…»
 «…μόνο, ώρες-ώρες, ψάχνω κάτι. Κάτι να με κάνει να βγω έξω, να πάρω αέρα. Μου λείπει ο αέρας… ναι, αυτό είναι. Μου λείπει ο αέρας. Πνίγομαι. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει…Νομίζω ότι τρελαίνομαι… Βοήθεια!»
  Η Μόνικα αναστέναξε βαριεστημένα κι έκλεισε το τηλέφωνο.
*
©Τάμμυ Τσέκου
Φωτογραφία αρχές 20ου αι.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το γράμμα της Ρηνούλας: Άγιε Νικόλαε, όχι σφήκες…


Αγαπητέ Άγιε Νικόλαε,

Είμαστε καλά το αυτό επιθυμούμε και διε σας. Με λένε Ρηνούλα και πάω στα νήπια. Δεν ξεύρω να γράφω ακόμη κι εγώ τρώω μία μπανάνα τώρα. Η καλή μου η γιαγιά η Ειρήνη, το γένος Ζώτου, γράφει το γράμμα που της λέω εγώ, γιατί μου είπε πως θα το γράψει, αφού φάω πρώτα το αυγό μου και είμαι όπως πρέπει καλό παιδί, χωρίς να κάνω φασαρία και χωρίς να λερώσω το φρούτρερ μου. Η γιαγιά θα το ρίξει και εις το κιβώτιο των γραμμάτων.

Είμεθα εγκαταστημένοι στις Βρυξέλλες οικογενειακώς από το σωτήριον έτος 1967 και καταγόμαστε από την Ήπειρο και προκάναμαν να δημιουργήσομεν περιουσία όταν φτάκαμαν με τις ευλογίες όλων των αγίων της Ορθοδοξίας, ελπίζω να μην σε ενοχλεί Άγιε Νικόλαε, που δεν εννοώ ακριβώς εσένα, διότι εμείς σε έχομεν άγιον των ναυτικών και ξεκαθαρισμένον, έχομεν τον Άγιο Βασίλη διά τα δώρα στα παιδιά, και εδώ μας έχεις μπερδέψει, στην Ελλάδα έχουνε τον Άγιο Βασίλη και όχι εσένα, αλλά φοράει τα ίδια ρούχα αυτός που δίνει δώρα, είναι σωστό όμως αυτό να έχεις τόσα ονόματα, είναι αλήθεια ότι είσαι ίδιος ή λες ψέματα; Και μοιάζεις και με τον Περ Νοέλ. Όμως εγώ ξέρω και ένα κορίτσι που το λένε Θάλεια και Ελπίδα και Αλεξάνδρα. Σε βαφτίσανε κι εσένα με τόσα ονόματα ή είναι κόλπο για να κάνεις κακές πράξεις ή για να φέρνεις πιο πολλά δώρα; Εμένα θα μου φέρεις και την Πρωτοχρονιά κι άλλο ή όχι, και τα Χριστούγεννα τι θα κάνεις; Από θαλασσινός μας βγήκες του χιονιού, Άγιε Νικόλαε, και ρωτούν τα παιδιά και δυσκολευόμαστε να απαντήσομεν, αλλά τι να κάμομεν, στα ξένα είμαστε, κι έτσι το έχουν εδώ οι καθολικοί, αλλά διατηρούμε και τις παραδόσεις και έχομεν περισσότερα έξοδα, φέρνουμε και την Πρωτοχρονιά τον Άγιο Βασίλη με αεροπλάνο από την Ελλάδα. Αλλά το παιδί αποστέλλεται εις νηπιαγωγείον βελγικόν, διότι εδώ θα μείνει και θα σπουδάσει και θα ζήσει και πρέπει να προσαρμοστεί στις συνήθειες του τόπου, διά τα τέκνα έχομεν φτιάξει θυσίες πολλάς, αλλά τα ψυχοσάββατα εμείς τα τηρούμε, και η γιαγιά και ο παππούς είχαν μπακάλικο με ελληνικά φαγητά.
Είμεθα Έλληνες του Βελγίου και διατηρούμε σχέσεις θερμές με την ομογένεια. Επισκεπτόμαστε τους συγγενείς εις την πατρίδα μία φορά το χρόνο και κάνουμε μπάνια στη θάλασσα που είναι γαλάζια, γιατί εδώ μία φορά που πήγαμε εις την Οστάνδη είναι πολύ γκρίζα, σαν λάσπη, σαν να έχουνε βάλει μέσα χώματα είναι η θάλασσα εδώ, ενώ στις φωτογραφίες έχει άλλο χρώμα, και εγώ ρώτησα αν είναι ψεύτικη η θάλασσα ή οι φωτογραφίες, κάποιος λέει ψέματα, γιατί δεν μπορεί το γαλάζιο να το λένε θάλασσα και αυτό εδώ θάλασσα πάλι, και χωρίς ήλιο, δεν έχει ήλιο εδώ, αλλά έχει μύδια εκεί και αέρα πάρα πάρα πολύ εκεί πέρα, αέρα, αέρα, τόσο που φοβήθηκα και κρατούσα γερά και τον μπαμπά και τη μαμά, και η γιαγιά έλεγε πως δεν έπρεπε να κάνουμε τέτοια ανοησία και να πάμε με μικρό παιδί εκεί πέρα να το πουντιάσουμε. Μια φορά έφαγα μύδια με φρίτες εκεί και μπόλικη μαγιονέζα και τα πλήρωσε ένας φίλος του μπαμπά, μας κέρασε ο Φίλιππος διά την ονομαστικήν του εορτήν, και εμένα μου αγόρασε κι ένα γλυκό με σοκολάτα βέλγικη που είχε μέσα και φράουλες και ακτινίδια και ένα πράμα που έκανε σαν μύλος γύρω γύρω και γύρναγε με τον αέρα μού αγόρασε. Αλλά λέρωσα τα ρούχα μου και με μάλωσε η γιαγιά.
Εις το πάρκον Ουίζιγκεν έχομεν ωραίον πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος με χορευτικά δημοτικά και λαϊκά και φρέσκα κρεατικά και άλλα είδη διατροφής και διακοσμήσεως, και εμένα με πάνε στο πάρκο εκεί και παίζω στο γρασίδι και στις κούνιες με τους φίλους μου και μου αρέσει και η λίμνη με τις πάπιες, αλλά δεν κάνει να τις ταΐζουμε, αν τις ταΐσουμε θα έρθει η πολίς να μας πάει φυλακή, γιατί λέει ότι μαζεύει μικρόβια στη λίμνη με τα ψωμιά κι έπειτα πεθαίνουν οι πάπιες και δεν κάνει να πεθαίνει κανένας έτσι. ΣΕΤΑΝΤΕΡΝΤΙ. Πρέπει να προσέχουμε τα πουλιά και όλα τα ζώα, γιατί αυτό είναι το σωστό όταν είσαι καλός άνθρωπος. Κι εγώ ήθελα να ρίξω λίγο ψωμάκι, αλλά μου είπαν ότι είχαν φάει οι πάπιες πολύ ωραίο φαγητό και δεν πεινούσαν έτσι κι αλλιώς. Και φοβήθηκα μήπως με πάνε και φυλακή και απλώς τις κοιτούσα και τους φώναζα παπιούλες, παπιούλες, κι αυτές έρχονταν δίπλα μου και παίζαμε, κι εγώ έτρεχα, και ήταν ωραία να πετάς όπως τα πουλάκια, είχα και ωραία μαλακά παπουτσάκια κόκκινα με ένα ελαφάκι, που μου τα έφερε η νονά μου η Πόπη.
Αλλά φέτος, εκεί που έπαιζα και φώναζα μ’ όλη τη δύναμή μου παπιούλες, για να έρθουν σε μένα και να μην πάνε στον Μπάμπη, που μου είχε βάλει το πόδι του και είχα πέσει κι εγώ τον μισούσα, έγινε κάτι το πολύ τρομερό, που δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί αυτός ο βλάκας γέλαγε και με έδειχνε με το δάχτυλό του κι έτρωγε σουβλάκι σαν μούργος. Δεν του μιλάω και ούτε θα του ξαναμιλήσω, είναι και άσχημος με μαύρα μάτια και με κάτι βούλες στα μάγουλα και με κόκκινα μαλλιά σαν τους δράκους. Απαίσιος, Χριστέ μου, απαίσιος. Τον μισώ, γιατί έγινε τρομερό, τρομερό πράγμα, και αυτός γελούσε και με κορόιδευε, Ρηνούλα πάνε τώρα οι παπιούλες χα χα χα είσαι βλαμμένη, και μετά όλες πήγαν κι έπαιζαν μαζί του. Κι εγώ ήθελα να του δώσω μια σφαλιάρα και δεν μπορούσα, γιατί έγινε το τρομερό. Με τσίμπησε μία πολύ μεγάλη και κακιά σφήκα σαν αεροπλάνο ξαφνικά και σ’ ένα λεπτό έγινε ένα μεγάλο βουνό στο μάγουλό μου κι έκλαιγα, γιατί πονούσα πολύ και νόμισα ότι θα μείνω έτσι για πάντα άσχημη, και, για να μην κλαίω, μου πήρανε από κάτι άλλους ανθρώπους που έρχονται από τη Γερμανία, για να πουλήσουν ωραία ελληνικά πράγματα σε αυτήν τη γιορτή, και μου πήραν μία ελληνική σημαία, γιατί ο Μπάμπης δεν είχε τέτοια, και του είπα, σαχλαμάρα, να φύγεις και δεν σου δίνω τη σημαία, είναι μόνο δική μου, και μου είπαν να του πω και ένα ποίημα που μου έχουν μάθει για την πατρίδα μας την Ελλάδα, και ο βλάκας ούτε αυτό το ήξερε, και μου είπαν ότι είμαι δεσποινίς με τα όλα μου και δεν έχω ανάγκη αυτόν τον Μπάμπη, διότι και σημαία έχω και ποίημα ξέρω, και είμαι σπουδαία Ελληνοπούλα γι’ αυτό, και μετά την έβαλα τη σημαία στο γρασίδι για πάπλωμα για την πλατούλα μου να μην κρυώσει, και η γιαγιά μου έλεγε ένα παραμύθι για μια σφήκα που πνίγηκε μέσα σ’ έναν γαλάζιο καταρράκτη, κι εγώ κοιμήθηκα πάνω εκεί και ονειρεύτηκα πως πετούσα σ’ έναν μπλε ουρανό χωρίς κακές σφήκες και από κάτω είχε θάλασσα και δελφίνια, και δεν είχαμε και αμμωνία και το παιδί υπέφερε, τι τραβήξαμε, αλλά ευτυχώς συνήλθε ύστερα από την επίσκεψη στο τοπικό νοσοκομείον. Ευτυχώς μπορέσαμε και το εκοιμίσαμε με παραμύθια.
Ζούμε σε ένα μεζόν, κάτω η γιαγιά και ο παππούς και πάνω, που έχει σκάλες εμείς, και σου το λέω Άγιε Νικόλαε, για να ξέρεις σε ποιον όροφο θα φέρεις τα δώρα. Έχει τρεις ορόφους, στο δεύτερο είμαι εγώ, μόλις ανεβαίνεις θα πας δεξιά, αλλά μην μπερδευτείς και μπεις στην τουαλέτα, στην δεύτερη πόρτα. Θα έχω αφήσει απέξω το κίτρινο φουστάνι με την δαντέλα και τη χτένα μου, γιατί πέρυσι μπερδεύτηκες, και βρήκα πράγματα άσχετα εκεί και μου είπαν ότι έγινε λάθος, διότι αυτά ήταν δώρα για κάποιους άλλους, και τα δικά μου τα βρήκα αλλού. Ανακαινίζαμε το μεζόν και υπήρξε αναστάτωσις τον περσινό χειμώνα, Άγιε Νικόλαε, αλλάξαμε το σύστημα της θερμάνσεως. Ο μπαμπάς και η μαμά είναι στη δουλειά τώρα. Η μαμά έχει μαγαζί με μπαχαρικά και ο μπαμπάς δουλεύει σ’ ένα μαγαζί που πουλάει μερσεντέδες. Δόξα σοι ο Θεός, καλά έχουν ταχτοποιηθεί τα παιδιά.
Έχουμε απ’ όλα, αλλά εγώ θέλω να μου φέρεις ένα μαγιό για το καλοκαίρι, γιατί το άλλο το έκανα όλο πίσσες, πάνω κάτω και το σουτιέν να είναι με ραντάκια που πάνε από τους ώμους έτσι και μετά έτσι και γυρνάνε από πίσω ξέρεις πώς έτσι λίγο πιο κει όχι ευθεία αλλά έτσι προς τα δω και το θέλω με ζωάκια, κι ένα σκουφί θέλω επίσης, σαν αυτό που είδα προχθές στη Σαμπλόν, ξέρεις αυτό που έχει και φούντα και για τα αυτιά κάτι πράματα σαν αρνάκια κι έχει επάνω κάτι αστεράκια και πολλά χρώματα και έχει και καλτσάκια μαζί με κάτι αστραφτερά γυαλάκια κόκκινα και ροζ. Θα το βρεις το μαγαζί; Μην πας στο άλλο δίπλα που έχει σκουφάκια χωρίς καλτσάκια. Κι ένα βιβλίο θέλω με αληθινή θάλασσα και ζώα, όχι όμως με σφήκες και κακούς.
Η γιαγιά δεν με αφήνει να πάω μαζί της τώρα να ρίξω το γράμμα στο κουτί, για να το πάρει ο ταχυδρόμος, που σου φέρνει τα γράμματα, γιατί έχω συναχάκι και λέει πως, όταν φέρεις τα δώρα, θα στενοχωρηθείς να είμαι αρρωστούλα. Θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς και μετά θα πάει αυτή να το ρίξει. Σε περιμένω, Άγιε Νικόλαε, και σ’ αγαπώ, διότι αγαπάς τα παιδιά και δεν είσαι σφήκα.
Δεν πιστεύω να κάνεις χαζομάρα και να πας στον Μπάμπη.
Ρηνούλα
Πάω στα νήπια κι έχω μαύρα μαλλιά, μην με μπερδέψεις με άλλη.

*
©Ιφιγένεια Σιαφάκα
Photo©creafamille.be 

Ανακοίνωση: Οι Στάχτες ζητούν συγγνώμη από τους αναγνώστες και την συγγραφέα Ιφιγένεια Σιαφάκα για την καθυστερημένη -κατά 2 μέρες- ανάρτηση του κειμένου, δυστυχώς αποκαλύπτεται ότι και οι Η/Υ έχουν τους δαίμονές τους.

Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο

είμαι το κορίτσι με τα κάστανα. Όχι με τα σπίρτα, με τα κάστανα. Κρατάω ένα χάρτινο χωνί στο χέρι και προχωρώ άσκοπα σε μια κεντρική λεωφόρο του Μανχάταν σέρνοντας τις δερμάτινες μπότες μου με τα τριμμένα τακούνια στα πεζοδρόμια. Κάνει κρύο. Κλωτσάω τις φτυμένες τσίχλες και τις διαλυμένες γόπες Κάμελ να φύγουν από το διάβα μου και καλπάζω ανάμεσα στο πλήθος. Μου αρέσουν οι βιτρίνες με τα χριστουγεννιάτικα ρούχα και όλα εκείνα τα ηλίθια αξεσουάρ της εορταστικής θαλπωρής των άλλων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο»

Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα [2013]

Αρχείο 03/12/2013

(τίτλος πρωτοτύπου : Σιωπηλό προσωπείο)

Έξι χαράματα κι ανακάτεψε βιαστικά τον ασβέστη μέσα στον κουβά.
  Μια δυο γυρόφερε το ξύλο κι άντε πάλι άλλες δυο από την άλλη μεριά.
  Το μείγμα παχύ και δύσκολο να το κουμαντάρεις μα έπρεπε να το αραιώσει λίγο με το νερό αν ήθελε να στρώνει ομοιόμορφα πάνω στη μάντρα, να μη χύνεται και σκορπά τσάμπα κι ούτε να σκαλώνουν κομμάτια του και να ξεραθεί κατόπι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα [2013]»

Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα


(τίτλος πρωτοτύπου : Σιωπηλό προσωπείο)

Έξι χαράματα κι ανακάτεψε βιαστικά τον ασβέστη μέσα στον κουβά.
  Μια δυο γυρόφερε το ξύλο κι άντε πάλι άλλες δυο από την άλλη μεριά.
  Το μείγμα παχύ και δύσκολο να το κουμαντάρεις μα έπρεπε να το αραιώσει λίγο με το νερό αν ήθελε να στρώνει ομοιόμορφα πάνω στη μάντρα, να μη χύνεται και σκορπά τσάμπα κι ούτε να σκαλώνουν κομμάτια του και να ξεραθεί κατόπι.
  Μια πρόχειρη ποδιά σκέπαζε τη φτηνή ρόμπα της κι ένα μαντήλι τον λαιμό της. Μπορεί για τον ιδρώτα. Μπορεί για να μη φαίνεται τ’ άνοιγμα του στήθους της στα αγουροξυπνημένα μάτια των περαστικών. Κι ούτε να το σκεφτείς! ποιοι περαστικοί τέτοια ώρα; Φτωχογειτονιά και τα μεροκάματα σε ξυπνάνε νωρίς. Ακόμα.
 Ένας πρόχειρος κότσος τα μαλλιά της, κάλυπτε τον σβέρκο της. Ένα ζευγάρι πρόχειρες, στραβοπατημένες παντόφλες υποδέχονταν το μισό της πέλμα. Το υπόλοιπο χάιδευε τον δρόμο εδώ κι εκεί καθώς κινιόταν να κάνει τη δουλειά της.
  Αφού έφερε το μείγμα στην ημίρρευστη κατάσταση που έκρινε πως ήταν εκείνη που έπρεπε, έπιασε ένα φαρδύ πινέλο και το πέρασε απαλά πάνω από τον ασβέστη στον κουβά μπροστά της. Έπειτα, το σβάρνισε λίγο στα τοιχώματα ίσα που να το ελαφρώσει από τα περιττά κι άρχισε να δοκιμάζει στον τοίχο της μάντρας. Μια πάνω, μια κάτω. Δεξιά κι έπειτα αριστερά. Τράβηξε λιγάκι το σώμα της παραπέρα να δει το αποτέλεσμα και, ικανοποιημένη μάλλον, συνέχισε. Βουτούσε, σβάρνιζε τα πολλά, άπλωνε στον τοίχο.
  Οχτώ πρωινή κι η μάντρα αστραποβολούσε σχεδόν ολόκληρη κάτω από τον ήλιο του Ιούνη κι ας ήταν κομματάκι συννεφιά εκείνη τη μέρα. Σε πέντε –δέκα λεπτά είχε αποτελειώσει τη δουλειά της.
  Τα μαλλιά της μισόλυτα πια, το μαντήλι στραβό έπαιρνε τον ιδρώτα του λαιμού της μ’ άφηνε να φανεί η γραμμή του στήθους, η ρόμπα λερωμένη με στίγματα από τον ασβέστη, η ποδιά πασπαλισμένη κι αυτή, τα χέρια της πονεμένα.
  Έκανε πίσω. Κατέβασε τα πόδια της από το πεζοδρόμιο. Με την ανάστροφη του αριστερού χεριού έκρυψε τα μάτια απ’ τον ήλιο όσο το πινέλο στο δεξί της δάκρυζε τ’ άσπρο μείγμα του στο δρόμο.
  Της άρεσε. Αυτή η ασπράδα, που έλαμπε στον ήλιο, της άρεσε. Είχε διαλύσει και μια στάλα λουλάκι μέσα, να δίνει στο άσπρο αυτό το φως που δεν ξέρεις αν το βλέπεις ή το φαντάζεσαι. Της άρεσε.
  Μάζεψε τα πράγματά της. Έπιασε το λάστιχο και τη σκούπα. Συμμάζεψε, καθάρισε, χαμογέλασε.   Μπήκε στην αυλή της και έσπρωξε μια δυο γλάστρες με γεράνια, ντάλιες, μαντζουράνες και κατιφέδες στο πεζοδρόμιο. Το στόλισε. Σκούπισε και την αυλή. Ομόρφυνε.
  Δέκα πρωινή κι είχε τελειώσει με τα έξω. Βάλθηκε να προλάβει και τα μέσα. Φαί πρόχειρο σήμερα. Άλλωστε κράταγε πάντα τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής. Πατάτες γιαχνί. Θ’ αγόραζε κι ελιές. Φρέσκο ψωμί. Κρασί υπήρχε πάντα. Ρετσίνα.
  Δεν είχανε πολλά. Δεν χρειαζόντουσαν πολλά. Κι ούτε ο ένας τον άλλο χρειαζόταν πια. Είχανε γεράσει μαζί. Τόσα, μα τόσα χρόνια. Συνήθισαν ο ένας τον άλλον. Ξεχάστηκαν. Τους αρκούσε ένα σούρσιμο από παντόφλες, ένας βήχας σαν πνιγόντουσαν από την ανάσα τους, ένα τίποτα σχεδόν για να επιβεβαιώσουν την παρουσία του άλλου και ησυχασμένοι ν’ ασχολούνται με ότι καταπιάνονταν.   Έτσι αποκάμουν τα ζευγάρια σαν ο καιρός μαζί είναι πιο μεγάλος από τον χώρια. Έτσι αποκάμει κι η ζωή τον άνθρωπο που από συνήθειο πια ζει. Σιωπηλά προσωπεία που όμως δεν αποσώνουν την ανάγκη για τ’ όμορφο.
  Έτσι κι εκείνη.
  Τ’ απογέματα σαν έμενε πάλι μόνη, έπιανε να συγυρίζεται η ίδια αυτή τη φορά. Έλουζε τα μαλλιά της ή αν δεν ήταν η μέρα τους για λούσιμο, τα μάζευε πίσω με χτενάκια. Φόραγε το μαύρο φόρεμά της με την ανοικτή πολύ λαιμόκοψη, πνιγόταν βλέπεις από τα κλειστά σ’ αυτή την ηλικία, και τον σταυρό που της είχε χαρίσει ο άντρας της σα γέννησε το γιό τους. Δυό σταγόνες κολόνια λεμόνι ανάμεσα στα στήθη της και πίσω απ’ τα αφτιά, ένα πέρασμα με μείγμα γλυκερίνης που έφτιαχνε μόνη, στα χέρια να μαλακώσουν από τις δουλειές.
  Έπειτα, αφού έπαιρνε στα χέρια της μια μάσκα με χερούλι που της είχε φέρει από ένα ταξίδι στο εξωτερικό η κόρη της, έπιανε μια θέση στο παράθυρο της κουζίνας να βλέπει τη ζωή έξω να κυλάει φρέσκια και καλοσιδερωμένη….

*
©Ασημίνα Λαμπράκου, Ιούνιος, 2010
Φωτογραφια©Γιώργος Κασαπίδης «σιωπηλό προσωπείο…»-ευγενική παραχώρηση. Ειδική επεξεργασία: Στάχτες

Νανά Tσόγκα, Είμαι εσύ

(«Είμαι εσύ» εικονοΓραφημένο)

 

(Α = άντρας, Γ = γυναίκα)

Α. Είμαι εγώ που φοβάμαι την έρημο και διψάω
για την δική σου όαση ως την τελευταία σταγόνα

Γ. Είμαι εγώ που σε θέλω στο δάκρυ μου
να το πίνεις χωρίς απορία στο πλάι μου

Α. Είμαι εγώ που δεν χορταίνω το γέλιο σου
όταν πέφτει ο ήλιος στην γύμνια μας

Γ. Είμαι εγώ που φιλεύω τον άνεμο
να σε φέρνει σε κάθε μου ανάσα

Α. Είμαι εγώ που σε τρώνε τα χέρια του πόθου μου
αφού μάτια δεν έχω για μέσα σου

Γ. Είμαι εγώ που κουβαλάω το άρωμά σου στα σωθικά μου
όπως εσύ το δικό μου στο φανελάκι σου

Α. Είμαι εγώ που σε κυλάω τόξο ηδονής
στους ολάνθιστους λόφους για να τρώω τα λουλούδια σου

Γ. Είμαι εγώ που σε παίρνω στα κύματα και σηκώνεις πανί ‘παραδίνομαι’
ώσπου να βρεις ξανά το λιμάνι της μοναξιάς σου

Α. Είμαι εγώ που αγάπησα τα όνειρα
κι ας σε κλέβουν συνέχεια από μένα

Γ. Είμαι εγώ που σε πλάθω στα μέτρα μου
να μετράνε κι οι ώρες που σ’ έχω

Α. Είμαι εγώ που σε κόβω στα μέτρα μου
να χωράς με χαρά στο τσεπάκι μου

Γ. Είμαι εγώ που ζωγραφίζω ουρανούς να πετάς
να γνωρίσεις και βυθούς και αστέρια ταυτόχρονα

Α. Είμαι εγώ ο τεθλασμένος Ηνίοχος
που παλεύει να κλείσει γύρω σου τον κύκλο

Γ. Είμαι εγώ η κολώνα η μόνη της που προσμένει
το χάδι σου στην γωνία ασκεπούς Ερεχθείου

Α. Είμαι εγώ ο Ποσειδώνας και η τρίαινα μαζί
πασχίζοντας να τιθασεύσω τα αντίξοα πέλαγα

Γ. Μπέρδεψα την ανάσα του ύπνου σου με τον ψίθυρο
του νερού – άρχισε να βρέχει, κοιμήσου εσύ…

~ ~ * ~ ~

…Και η ‘προφορική’ εκδοχή του (η Νανά Tσόγκα διαβάζει με τον Ματθαίο Ματθαιάδη)

©Νανά Tσόγκα
Φωτο Creative Commons, αρχές 20ου αι.

Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο

Πιάνει τις βίδες πίσω απ’το ντουλάπι του μπάνιου, τις λασκάρει, το σηκώνει. Σε μια τρύπα στον τοίχο είναι ένα παλιό βάζο από μαρμελάδα κεράσι. Μέσα στο βάζο τα δόντια της. Το στόμα της είναι άδειο.

  Η Τάνια δεν είναι πλούσια. Δεν έχει λίρες. Ούτε χρυσές, ούτε τσίγκινες. Τα δόντια της είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει. Εκτός ίσως απ’την κόρη της και την εγγονή της.
  Αφού ετοίμασε τα πράγματα της στο σακ βουαγιάζ και σάντουϊτς για το δρόμο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε μπροστά στην τηλεόραση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο»

Μαρία Πετρίτση, Τα σκυλιά με τα κίτρινα μάτια

Δεν έχει ζήσει στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, στη βικτωριανή Αγγλία ή στην Κούβα στα χρόνια της δουλείας. Η μητέρα της δεν αυτοκτόνησε θεαματικά ένα βράδυ του Αυγούστου σε μια σοφίτα του Μιλάνου, με θέα δυο καράβια που ξόκειλαν σε κάτι στενά, άνυδρα ποτάμια. Έχει διαβάσει κάμποσες φορές το Θάνατο στη Βενετία και πολύ συχνά, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, ακούει με σύνεση και σεβασμό κάτι ποιήματα του Μπρεχτ, μελοποιημένα. 

Πότε πότε προσπαθεί να μιμηθεί τη φωνή της Λόττε Λένυα, όμως δεν της βγαίνουν οι χαμηλές οκτάβες και στο τέλος τα παρατά. Ζει σε ένα μικρό αλλά καλοβαλμένο ισόγειο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και κάθε τόσο ονειρεύεται έναν κήπο με λεμονιές και κόκκινες τουλίπες κάπου στην εξοχή. Μερικές φορές νιώθει άσχημη και βαρετή. Ανίκανη για το παραμικρό, πέρα από τις συγχυσμένες της σκέψεις. Κάνει βδομάδες ολόκληρες να βγει από το σπίτι της γιατί την τρομάζουν οι θόρυβοι του δρόμου και ο καιρός που κάθε τόσο αλλάζει σαν τρελός. Παλιά η κίνηση και τα κορναρίσματα των βιαστικών της περνούσαν απαρατήρητα. Όσο περνούν οι μήνες νιώθει όλο και πιο ευάλωτη στα εξωτερικά ερεθίσματα της ζωής που συνεχίζεται έξω από το παράθυρό της. Ξέρει να μαγειρεύει πικάντικες συνταγές που θα έστελναν για νοσηλεία όποιον πάσχει από έλκος στομάχου. Κάθε τόσο χαϊδεύει τη γάτα της και την ρωτάει σε άπταιστη νοηματική τι ώρα είναι. Η γάτα δεν καταλαβαίνει τη νοηματική. Νομίζει πως η κυρά της την καλεί για το δείπνο. Στα ράφια της συσσωρεύονται παλιά περιοδικά για κέντημα και βελονάκι, ληγμένα μακαρόνια νούμερο οκτώ, οδοντόπαστες, κουτιά με τσάι και κονσέρβες ροσμπίφ. Πάνω από το προσκεφάλι της κρέμεται ένας χειροποίητος Εσταυρωμένος, εργόχειρο της πρώτης εξαδέλφης της, τότε που ήταν μικρές και συναγωνίζονταν σε προκοπή και χάρη. Το κέντημα έχει κιτρινίσει λίγο στη γωνία πάνω αριστερά, και για να καλύψει τον ωχρό λεκέ έχει στερεώσει πάνω του με κλωστή ένα αποξηραμένο μπουκέτο λουλούδια. Της τα είχε προσφέρει ο πατέρας της για την ονομαστική της εορτή κάποια χρονιά που δεν θυμάται ποια ήταν. Την κάρτα που τα συνόδευε την έχει κολλήσει στο ψυγείο με μαγνητάκι και την διαβάζει πού και πού. Συχνά, μαζί με τον πρωινό καφέ που τον προτιμά πικρό και βαρύ, για να ταιριάζει με το τσιγάρο, σκέφτεται πως τα πάντα είναι ανόητα. Και η ζωή η ίδια μια κακόγουστη ανοησία. Χωρίς βαθύτερο νόημα, όπως υποστηρίζουν οι αισιόδοξοι σοφοί, χωρίς καν λίγο σκέρτσο πάνω στην αλλαγή του χρόνου. Μελοδραματική προσπαθεί να μην γίνεται ποτέ. Δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της αν με κάποιο τρόπο έχανε τον έλεγχο και εκτίθονταν μπροστά στα μάτια της γάτας. Όταν αισθάνεται πως κάτι πρέπει να συμβεί σκαλίζει με τα δάχτυλα το χώμα στις γλάστρες και ψάχνει να βρει τους σπόρους από τα κυκλάμινα του Απρίλη, να δει σε ποιο στάδιο βρίσκονται και αν μεγάλωσαν καθόλου. Έπειτα σκουπίζει τα χέρια στο φόρεμά της και θυμάται πως ποτέ της δεν φρόντισε να αγοράσει μια σωστή οικοκυρική ποδιά. Τις νύχτες της αρέσει να ανοιγοκλείνει την πόρτα του ψυγείου και να βλέπει το κίτρινο φωτάκι να ψυχορραγεί. «Όταν καεί εντελώς», σκέφτεται, «το ψυγείο μου θα βυθιστεί σε μια παγωμένη, ατελείωτη νύχτα, όπως εκείνη του παραμυθιού». Έπειτα βγάζει από τον αχρησιμοποίητο φούρνο μικροκυμάτων το χαρτονένιο κουτί με τις φωτογραφίες και προσπαθεί να θυμηθεί εποχές που δεν έζησε ποτέ και πρόσωπα αγαπημένων που δεν ζουν πια κοντά της. Είναι σίγουρη πως οι σκέψεις της έχουν συμβεί κάπου στο παρελθόν σαν πραγματική ζωή που όμως την έζησε μια άλλη γυναίκα. Και πως η ίδια είναι ένα μεσοδιάστημα, ένας άνθρωπος αναμονής – όπως οι αίθουσες στα νοσοκομεία – ανάμεσα σε δύο άλλους ανθρώπους, που δεν έχει καταλάβει ακόμα ποιοι είναι και τι θέλουν από τη ζωή. Αν κάποια μέρα πάψει να σκέφτεται με απορία τις ξένες ζωές και τις εκδοχές τους, ενδέχεται να ανοίξει επιτέλους τους ορίζοντές της και να ασχοληθεί ενεργά με τη διάσωση της σπάνιας χελώνας της Ζακύνθου, με τα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων στο Γκουαντάναμο, με την ετυμολογία των αρχαίων ονομάτων που απαντώνται ακόμα στο ορθόδοξο εορτολόγιο – Ευαγόρας, Λέανδρος, Αρσινόη, Χρυσηίς – και με μια σπάνια ράτσα άγριων σκυλιών της Ανταρκτικής, που κάποτε άκουσε πως έχουν κίτρινα μάτια.

 

 
*
©Μαρία Πετρίτση
photo©Στράτος Φουντούλης, «…de La garde-robe de Manneken-Pis», Bruxelles 2010