Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Heavy Metal

Έργο με προεκτάσεις
Τρυφερότητας
Και ενδείξεις
αδυνάτου

πέραντος σκουπιδότοπος λίγο μακρύτερα από την πόλη. Από εδώ ψηλά μπορεί κανείς να αντικρίσει τα πάντα. Κάτι καινούριο που γεννιέται με τα φώτα της αεροπλοίας, μα και κάτι παλιό, κάτι σαν τρίτωνα σε παραλία κατάμεστη από μπετόν και στάρλετ.  Όσα λερώνουν τη ζωή των κατοίκων της, πλαστικά και παλιοσίδερα και ότι βάνει ο νους του καθενός πεθαίνουν αργά σε τούτο εδώ το μέρος. Κάθε τόσο κάποιο σμήνος πουλιών εφορμά και κάτι γυρεύει μες στο σωρό των σκουπιδιών. Ύστερα πάλι σαν τάχα να ακούστηκε από κάπου μια μακριά πιστολιά, σκορπάνε στον αέρα, χάνονται, κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνουν αφού σε τούτο εδώ το μέρος δεν υπάρχουν δέντρα. Λίγο αργότερα επανεμφανίζονται, αλλάζουν το σχηματισμό τους, ρίχνονται με ορμή στη γη μα δεν κατορθώνουν τίποτε. Τα πουλιά δεν ξέρουν, δεν νοιάζονται για το πόσο αργά αλλάζουν τα πράγματα εδώ κάτω μονάχα ακολουθούν την ενστικτώδη μηχανική τους.

Στο ψηλότερο σημείο της χωματερής δεσπόζει η πρέσα. Ένα μηχάνημα από σκουριασμένα σίδερα, με ένα μικρό επαναλαμβανόμενο φωτισμό στο ψηλότερο σημείο της. Κάθε τόσο συμπιέζει κάποιο κομμάτι μετάλλου, έπειτα αφήνει την πίεση να εκτονωθεί και στέκει σαν πρώτα ακίνητη και χορτασμένη. Η πρέσα συνιστά το πιο επικίνδυνο πράγμα σε τούτη τη χωματερή. Όποιος κατευθύνεται προς τα εκεί, έχει στα σίγουρα χαμένη την ελπίδα.

Και αυτά δεν είναι λόγια δικά μου μα του πελώριου Τρύφωνα του θερμοσίφωνα που κάθεται αυγατίζοντας τον καιρό. Θυμίζει εκείνους τους πελώριους, θαλάσσιους ελέφαντες που στέκουν στις όχθες των ωκεανών, μετρώντας τον καιρό για όσα πρέπει να κάνουν στη μακρά ζωή τους. Τον θερμοσίφωνα αυτόν τον έφεραν εδώ πάνω καιρό πριν. Το βασικό υλικό του είναι η σκουριά και έτσι, σαν από θαύμα, γλίτωσε για πάντα την πρέσα. Τώρα πεθαίνει αργά όπως όλα τα μέταλλα, με μια ανεπαίσθητη σκουριά, κάπως ενοχλητική μα και ποιητική. Μια σκουριά σαν εκείνη του Βαρβέρη ίσως, μα πιο επίμονη, πιο τραχιά, σχεδόν διαβρωτική, κάτι σαν “πιάνο βυθού”. Ο θερμοσίφωνας μια μέρα θα πεθάνει στα σίγουρα, μα όχι από την φοβερή πρέσα. Πλάι του στέκουν ένα ζευγάρι βοηθητικές ρόδες – τις λένε και τις δυο Γρηγόρη που σημαίνει πως μαζί τους μπορεί κανείς να ανακτήσει “στροφές στροφάλων” αδοκίμαστες ακόμη, μια παλιά κουζίνα επ’ονόματι Μεσαλίνα, ένα ψυγείο και μερικές τσάπες. Οι τελευταίες θυμίζουν τους γκρίνγκο που έχουν σκοτώσει τους πάντες και απολαμβάνουν τη μεσημεριάτικη σιέστα τους.

 Τώρα πια κανείς δεν τις χρειάζεται. Από το βάθος της χωματερής, έρχεται τραγουδώντας έναν λυπητερό σκοπό, ένας φούρνος μικροκυμάτων. Βαδίζει αργά, κάθε τόσο η μικρή του πόρτα ανοίγει, έπειτα κλείνει με δύναμη. Ο φούρνος προχωρεί – μα πού ακούστηκε ένας φούρνος που προχωρά! Μα φυσικά σε ένα θέατρο που μπορεί να φωτίζεται, όχι μονόπλευρα όπως κάθε τι στη ζωή μας, μα συνολικά με έναν τρόπο ομοειδή που ακουμπάει στη χρυσή τομή της φαντασίας μας. Όπως και να το δει κανείς, ο φούρνος των μικρών αυτών κυμάτων υπακούει στο νόμο της φθοράς. Και προχωρεί μες στην απέραντη χωματερή. Όλο πλησιάζει από το βάθος της σκηνής, ένας φτωχός μπεκρής του Σαββάτου που γυρεύει τον Θεό.)

Θερμοσίφωνας: (χασμουριέται αράθυμα, ξύνει το ντεπόζιτό του, κάπως μηχανικά είναι η αλήθεια, ένα κομμάτι σκουριασμένου μετάλλου πέφτει πλάι του.) Α!, με χάνω! Άτιμη σκουριά! Με έφαγες!

Βοηθητικές ρόδες: Να σε πάμε μια βόλτα κυρ Θερμοσίφωνα; Έτσι, να σου φύγει ο νταλκάς. Τι να σου κάνουν εσένα κάτι φύλλα χαλκού, εσύ είσαι παλικάρι!

Θερμοσίφωνας: Μα για βόλτες είμαι εγώ! Έχω μείνει μισός! Τ΄ακούτε! Μισός!

Βοηθητικές ρόδες: Ε, καλά, δεν έρεψες κιόλας! Μια χαρά το βλέπω το ντεπόζιτό σου, για να ΄μαστε και ειλικρινείς.

Θερμοσίφωνας:Μια χαρά; Άκου εκεί! Μα δεν βλέπετε που έχω ρημάξει; Με τρώει η σκουριά, Θεέ των θερμοσιφώνων κάνε να τελειώσει το μαρτύριό μου αυτό!

(Όλοι μαζί, οι ρόδες, ο θερμοσίφωνας, η κουζίνα και το ψυγείο βαριαναστενάζουν. «Αχ και βαχ, κανείς δεν θέλει τούτο το τέλος!»)

Κουζίνα: (κοιτάζει μακριά, κάτι αστράφτει) Να πάρει η ευχή! Δείτε! Έρχεται ο φούρνος των μικροκυμάτων, θυμάστε αυτός ο ρομαντικός που το ΄χει βάλει σκοπό της ζωής του να πέσει στην πρέσα. Άιντε πάλι, θα μας φαν τα δράματα, οι οδυρμοί, τα κλάματα, οι αποτροπιασμοί για τη ζωή και τα ρέστα.

Ψυγείο: Τα βλέπω! Να με συμπαθάτε (ντροπαλά). Πάλι δράματα θα έχουμε. (ανοιγοκλείνει την πόρτα του, ένα αδέσποτο ξεγλιστράει από εκεί μέσα, χάνεται πηδώντας επιδέξια εδώ και εκεί μες στους τεχνητούς λόφους της χωματερής.Στέκει για μια στιγμή και η σκηνή διαθέτει την πατίνα του γνήσιου αποχαιρετισμού).

Θερμοσίφωνας: Εγώ δεν έχω άλλο κουράγιο. Αν θέλει να πέσει στην πρέσα, ας πέσει. Μερικοί δεν αντέχουν καθόλου το τέλος. Εγώ μια φορά του τα ‘πα. “Φουρνάκο μου, άσε τα δράματα και άρπαξε τη ζωή από τις λαμαρίνες της!”. Μα δεν με άκουσε (με αφέλεια)

Βοηθητικές ρόδες: Και γιατί το ΄χει καημό να πέσει στην πρέσα κυρ Θερμοσίφωνα μου;

Θερμοσίφωνας: Είναι μεγάλη ιστορία.

Κουζίνα: Σου τελειώνει ο χρόνος θες να μας πεις; (ο θερμοσίφωνας αποστρέφεται το βλέμμα εκείνου του τύπου)

Φούρνος Μικροκυμάτων: (φθάνει ιδρωμένος, δηλαδή κάτι λάδια στάζουν στην πίσω πλευρά του) Εμένα μου τελειώνει κύριοι! Άλλη ζωή δεν έχω. Όχι δίχως καρδιά. Μα ακούσατε να ζει κανείς δίχως καρδιά; Πείτε μου, ακούσατε καμιά τέτοια περίπτωση; Μόνο σε μένα, (κλαίει) μόνο σε εμένα σκέφτηκαν να αφήσουν να συμβεί κάτι τέτοιο.

Θερμοσίφωνας: (βαριεστημένα) Να ζεις εδώ γύρω δίχως καρδιά και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά.

Φούρνος Μικροκυμάτων: Τι λοιπά; Α, τίποτε δεν περισσεύει σε ένα δράμα. Όλα μετρούν και με το παραπάνω.

Θερμοσίφωνα: Φράση είναι, φράση, όπως λέμε, ντεπόζιτο, βάνα, γαλβανιζέ, και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Κουζίνα: (προς το ψυγείο) Βάζω στοίχημα πως θα ρωτήσει για τα λοιπά. Και τι να του πούμε ακριβώς;

Ψυγείο: Μα ότι όλα είναι οκ και τα λοιπά και τα λοιπά. (ο θερμοσίφωνας, το ψυγείο και η κουζίνα γελούν με την καρδιά τους)

Φούρνος μικροκυμάτων: Ώστε μας πήρατε και στο ψιλό τώρα! Ωραία! Σπρώξτε και άλλο το μαχαίρι μες στην αντίστασή μου! Εμπρός! (η πόρτα ανοίγει με φόρα)

Θερμοσίφωνας: Να μας συμπαθάς κυρ Φούρνε, είπαμε να κάνουμε και λίγο χάζι βρε αδελφέ!

Φούρνος μικροκυμμάτων: Δεκτόν. Ωστόσο, εγώ το πήρα απόφαση. Θα πέσω εις την πρέσα. Κουράστηκα από τη ζωή.

Θερμοσίφωνας: Το λογάριασες καλά; Για δες την, δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο.

Φούρνος μικροκυμάτων: (ξεροκαταπίνει τρομαγμένος) Εγώ θα πέσω να πεθάνω, πάει και τέλειωσε! Δεν θα κάτσω εδώ χάμω να θυμάμαι και να παλεύω να ιδώ πόσο παλιό είναι το φεγγάρι.

Θερμοσίφωνας: Μήπως να δώσεις στο όλο πράγμα μια δεύτερη ευκαιρία;

Φούρνος Μικροκυμάτων: Όχι, όχι. Η απόφαση έχει ληφθεί. Εγώ αδυνατώ να ζήσω δίχως αντίσταση. Θα πέσω να πεθάνω, το αποφάσισα. Μήτε το νερό που ζεσταίνει δεν μπορώ να νιώσω πια. Είμαι ένας αναίσθητος.

Θερμοσίφωνας: Μα εσύ; Τόσο ωραίο φουρνάκι, με τα προγράμματά του και με τα κουμπιά του και με τα όλα του. Τι άλλο να ζητήσει κανείς αν έχει γευτεί την ευτυχία σου; Και να ξέρεις, όλοι αναίσθητοι είμαστε, δεν είσαι δα και ο πρώτος που έπεσες να πεθάνεις!

Φούρνος μικροκυμάτων: Ζωή. Αυτό να ζητήσει, λιγάκι ζωή, όχι τίποτε σπουδαίο μα ζωή.

Ψυγείο: Καημένε φούρνε, τι τέλος φριχτό!

Φούρνος μικροκυμάτων: Όσο είχα την καρδιά μου, εκείνη την τόση δα αντιστασούλα μου, τα πάντα μπορούσα να αντέξω. Μα τώρα, έτσι ξεκοιλιασμένος, δίχως τίποτε να δουλεύει σωστά, τι να την κάνω τη ζωή, μου λέτε;

Ψυγείο: Μη! (φωνάζει μα το πράγμα έχει κριθεί πια)

Θερμοσίφωνας: Άλλη μία βρε παιδί μου, μην πει ότι τον αφήσαμε έρμαιο!

Ψυγείο: Μη! (ομοφώνως)

Θερμοσίφωνας: Πάει αυτός. (τον κοιτάζουν που πάει προς την πρέσα, ανεβαίνει τα σκαλιά και είναι έτοιμος να ριχτεί στο χαμό) Πάει αυτό ήταν!

(Από μακριά σαν να ακούγονται φωνές μεταλλικές , απελπισμένες. Αν δεν σας δίνω να καταλάβετε σταθείτε μια στάλα έξω ακριβώς από την πρέσα και θα τις διακρίνετε αμέσως)

Κουζίνα: (ανοιγοκλείνει η πόρτα δυο φορές, έπειτα πέφτει χάμω) Κοιτάξτε! Η αντίσταση!

Θερμοσίφωνας: (κυλάει λόγω όγκου, μπας και προλάβει τον φούρνο) Μην φούρνε, στάσου! Η αντίστασή σου είναι εδώ, τρέξτε μωρέ και τον εχάνουμε!

(Οι βοηθητικές ρόδες σπεύδουν μα το τέλος έχει πια επέλθει. Ξοπίσω και η αντίσταση, ξεδοντιασμένη, αναμαλλιασμένη, με ύφος τραγωδού, πέφτει στην πρέσα. Ο Θερμοσίφωνας βγάζει από το ντεπόζιτο ένα κουτί χαρτομάντιλα, δίνει και στο ψυγείο)

Θερμοσίφωνας: Τι είναι οι φούρνοι; Τίποτε δεν είναι που λες!

Ψυγείο: Μια αγάπη έπεσε στο φρέον και πάει!

Κουζίνα: Στο φρέαρ…

Ψυγείο: Ναι, εκεί. Κρίμας. (σωπαίνουν όλοι)

Θερμοσίφωνας: Ουφ, με τούτες τις ιστορίες τις ερωτικές πείνασα όσο να πεις. Πιάσε κάτι λαμαρίνες που είναι εκεί παραπέρα, να ξεγελαστούμε ντε!

(Ακούγεται που μασάει ο θερμοσίφωνας , τα πουλιά φτεροκοπούν, η πρέσα χαμογελάει χαιρέκακα και μια μεγάλη ιστορία αγάπης περνά πια στην αθανασία ή καλύτερα στην στράτζα. Αυτό ήταν όλο. Τώρα η αυλαία από μεταλλικά ελάσματα κλείνει και από κάτω τετζερέδια, χύτρες ταχύτητος ανεπανάληπτης, κουτάλες, πιρούνια και τα ρέστα χειροκροτούν αυτήν τη δίχως αμφιβολία, σκουριασμένη ιστορία αγάπης.)

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης