Μιχάλης Κατσιγιάννης, τέσσερα ποιήματα

Κανείς μη μου κρατήσει τη ζωή
Στα πάθη της διακρίνεται η αξία
Κι όχι ανείπωτα στο πλήγμα τα αστεία
Κανείς μη μου κρατήσει τη ζωή
Που το όνειρο υπάρχει ως χαραυγή
Και παντού αναζητά την ουσία
Κανείς μη μου κρατήσει τη ζωή
Στα πάθη της διακρίνεται η αξία.

* Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Κατσιγιάννης, τέσσερα ποιήματα»

Νίκος Δαββέτας, Η δεσμοφύλακας ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Πατάκη

Όταν η νόσος του Αλτσχάιμερ είχε καταβάλει πλήρως τη μητέρα μου, εκείνη εξακολουθούσε να θυμάται με τον δικό της τρόπο τα χρόνια που υπηρετούσε ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Μπορεί να μη θυμόταν ποιος ήμουν, πού ζούσε και σε ποια εποχή, όμως ανέφερε συχνά, με τα μικρά τους ονόματα, δεκάδες κρατούμενες, ποινικές και πολιτικές, με τις οποίες είχε συγχρωτιστεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Δαββέτας, Η δεσμοφύλακας ―κυκλοφορεί»

Γρηγόριος Σακαλής, δύο ποιήματα

Αναζήτηση

Σε ανοιξιάτικες αυλές
γύρισα ξανά και ξανά
για να σε βρω
ένα πουλί μου είχε πει
πως σε είδε εκεί
ν΄ασπρίζεις τους τοίχους
για το Πάσχα
ήταν η ψυχή μου μαύρη
σαν Σαρακοστή Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόριος Σακαλής, δύο ποιήματα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άγ(ρ)ια πρόβατα

εργάκι
αγροτο – ποιμενικόν

αράπηγμα στη μέση της εξοχής. Χτισμένο από τσιμεντόλιθους και δίχως σοβάτισμα. Έχει μια μοναχική κεραία στην οροφή του, άγνωστο  ποιο σήμα προορίζεται να συλλάβει. Έτσι όπως προβάλλει στη σκηνή, πρέπει κανείς να φανταστεί πως τρεμοπαίζει όπως όλα τα πράγματα στο φόντο του καυτού μεσημεριού. Ένας άνδρας εμφανίζεται στη σκηνή, φοράει λινό κοστούμι και καθώς πρέπει καπέλο τύπου παναμά. Κάτι προσπαθεί να ξεχωρίσει, ίσως εκείνο το παράπηγμα στο πουθενά του οροπεδίου. Το λιοπύρι τον έχει καταβάλλει, κάθε τόσο σκουπίζει το μέτωπό του με ένα μαντίλι, έπειτα ισιώνει τον παναμά του και βάζει μπρος του, σαν πρώτα, τον κακοτράχαλο ανήφορο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άγ(ρ)ια πρόβατα»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Σοφός ποιητής χαμογελά στην κάμερα

Πουλήθηκες κι εσύ φίλε
σε τιμή ξεφτίλας·
κοστολογήθηκε η τέτοια σου αξιοσύνη
και τοποθετήθεις στο Πάνθεον
των επιφανών πελατών της Τέχνης.

Κι αφού πληρώθηκαν όλα τα τοκοχρεολύσια
κι αφού η συναλλαγή απεδείχθη κερδοφόρα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Σοφός ποιητής χαμογελά στην κάμερα»

Μιχάλης Κατσιγιάννης, Ένα μεταφερόμενο ίσως

Είναι η τύχη της στιγμής

Χρωματιστός ίσκιος
Είναι το απόκομμα ελαφρύ
Το ίχνος του δήμιου.

Εικονικός ήχος
Ανέλπιστα φευγαλέος
Ο ξεχασμένος ίσκιος.

Ένα μεταφερόμενο ίσως
Ολόπλευρα δημιουργικό Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Κατσιγιάννης, Ένα μεταφερόμενο ίσως»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ποιος είδε την Μάλβα Μαρίνα Πέρεζ

Μαδρίτη, Αύγουστος του ‘34

[…Ο Νερούδα ποτέ δεν την αποδέχτηκε. Της γύρισε την πλάτη σαν είδε πως έπασχε από κάποια δυσμορφία. Και δεν την συλλογίστηκε ποτέ, μόνο την αρνήθηκε και μήτε που την επισκέφτηκε ποτέ εκεί όπου είχε ταφεί. Την κόρη του εκείνη την έλεγαν Μάλβα Μαρίνα Πέρεζ και πέθανε στα οκτώ της μόλις χρόνια. Καρπός ενός σκληρού έρωτα. Ο ίδιος γράφει: “«Ήταν η συνεύρεση ενός άνδρα και ενός αγάλματος. Κρατούσε τα μάτια της ορθάνοιχτα όλη την ώρα, εντελώς αδιάφορη. Είχε δίκιο που με περιφρόνησε”…]

Κανείς δεν παίζει με την Μάλβα. Όλοι τη δείχνουν και γελούν και της λένε πως είναι άσχημη πολύ. Και πως δεν έχει για πατέρα της κανένα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ποιος είδε την Μάλβα Μαρίνα Πέρεζ»

Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω; ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Περισπωμενη

Ο Γιώργος Κοζίας ολοκληρώνει την ποιητική τριλογία που ξεκίνησε με το μαχητικό Πολεμώντας υπό σκιάν… (2017), συνεχίστηκε με τον «θαρραλέα αιρετικό» Εξάγγελο(2021) και κορυφώνεται με τη συλλογή Τι Αιώνα κάνει έξω; Τριάντα ένα νέα ποιήματα ενός προεπαναστατικού και συνάμα προφητικού ύφους για τον αιώνα που διανύουμε.

Καλογιάννο, Καλογιάννο
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!

Ποίηση αντίστασης, ποίηση αφύπνισης, ποίηση που δεν αντανακλά μόνο την πραγματικότητα, αλλά με δεξιοτεχνία την μεγεθύνει. Εμπύρετος λόγος, επικός και εμπρηστικός ταυτόχρονα, με ξεσπάσματα λεπτότητας, από την αρχή ως το γοερό και ένδοξο τέλος του. Η ποιητική μιας οργισμένης μελαγχολίας σε νέα δοκιμή.

*

Ο ΕΡΗΜΟΚΑΜΠΟΣ

—Αντίο Φραγκοράφτη μου
—Αντίο Χνούδι μου
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ

Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης
σαν γελωτοποιός στον Άδη
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία
Σε ποιά πατρίδα, σε ποιό χώμα, σε ποιόν χρόνο
σε ποιά μνήμη, φωνή θα βγάλεις;
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης
Δούλος στρατώνος
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!

✳︎