«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

  Μούσκεμα σαν να είχα πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα τρύπωσα κάτω από το υπόστεγο ενός περίπτερου και προσπαθούσα να πάρω κουράγιο και ελπίδα ότι τελικά δεν ήτανε η συντέλεια του κόσμου από δυο ηλικιωμένες Γερμανίδες δίπλα μου που συνηθισμένες από τέτοια ατάραχες έλεγε η μια στην άλλη πως είχε περάσει το καλοκαίρι της. Εγώ πεπεισμένος ότι πια ο ήλιος θα έκανε χρόνια για να ξαναφανεί σαν εκείνον τον άλλονε του ΠΑΣΟΚ έκανα μια τελευταία προσπάθεια κι ανάμεσα σε ποτάμια νησίδες και πλακάκια που μόλις τα πατούσα γινόντουσαν σιντριβάνια βρώμικα και αιμοβόρα έφτασα στην πόρτα του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και εκεί ανάμεσα σε θυρωρούς με λιβρέες γαλόνια και κασκέτα σα να ηρέμησα κάπως. Έκανα κι όλας τη σκέψη πως Μεγάλη Βρετάνια ήτανε αυτή. Είχανε δει και είχανε δει τα μάτια της. Αφού είχε αντέξει ακόμα και τον Μακάριο πάνω σε ένα μπαλκόνι της να φωνάζει έξω οι Εγγλέζοι από την Κύπρο.
  Όλοι την ιστορία της νεότερης Ελλάδας μπροστά της και δεν είχε κλατάρει. Σαν να ησύχασα κάπως και την στιγμή που αναρωτιόμουνα αν θα γίνει η πορεία ακούω κάτι χαλαρά ασυντόνιστα συνθήματα και από την γωνία της Σταδίου φάνηκαν δυο αδέσποτα σκυλιά που έχοντας πάρει σοβαρά την αποστολή τους σαν προπομποί σταμάταγαν κάθε τόσο και κοιτούσαν πίσω να δουν αν τους ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα.
  Και πράγματι καμιά δεκαπενταριά νέα παιδιά φάνηκαν κρατώντας τα καθιερωμένα πανώ και όλοι μαζί πέρασαν μπροστά μας μέσα στην καταρρακτώδη βροχή και εγώ πάλι δεν ήξερα αν αυτό όλο ήτανε κάτι ηρωικό ή αξιοθρήνητο αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τα συναισθήματα μου γιατί πίσω τους ξεμπουκάρισε πάνοπλη μια διμοιρία των Ματ και μέσα μου αισθάνθηκα μια αφόρητη ανησυχία για τα δυο αδέσποτα σκυλιά που ανύποπτα μες την τρελή χαρά δεν οσμιζόντουσαν τον κίνδυνο.
  Μεγάλη Βρετανία μου εσύ που τόσα έχουνε δει τα μάτια σου κι άλλα τόσα ο κώλος σου συμπεριέλαβε τους κι αυτούς μέσα στη νεότερη ιστορία μας. Αδικία.

©Πέτρος Κυρίμης 
«Λουκάνικος, ο σκύλος της χρονιάς 2011» © PHOTO -ARIS MESSINIS / AFP / GETTY IMAGES –TIME MAGAZINE 

Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια

Θυμάμαι μια παλιά συνέντευξη του Βασίλη Αλεξάκη που περιέγραφε το σπίτι του στην Αθήνα. Ένα μικρό ισόγειο είναι, έλεγε, που όμως το αγαπά επειδή στην αυλή του υπάρχει μια λεμονιά, και αυτό του φαίνεται σπουδαίο. Και μια άλλη, της Φρανσουάζ Σαγκάν, που μιλούσε για το διαμέρισμά της στο Παρίσι όπου είχε περάσει τα νεανικά της χρόνια. Έλεγε πως ήταν λιλιπούτειο και με εκθαμβωτική θέα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια»

«Θα στερηθούμε τις νηφάλιες, θεωρητικές αναζητήσεις του νέου υπουργού Υγείας;»

Ξεχωρίσαμε:

Τα βίντεο μένουν

Του Παντελή Μπουκάλα

Δεν φαίνεται πιθανό να εφάρμοσε ο πρωθυπουργός και στον εαυτό του την εντολή που έδωσε στους υπουργούς του, στο πρώτο πανηγυρικό συμβούλιό τους: «Θέλω το ύφος σας να είναι δωρικό, με λιτό λόγο». Η δήλωσή του αυτή ήταν απλώς μια έμμεση προσφορά στην καραμανλική πτέρυγα του κόμματός του. Ειπώθηκε για να ειπωθεί· όχι για ν’ ακουστεί και να μεταφραστεί. Το πιθανότερο είναι ότι ο κ. Σαμαράς στάθηκε γλωσσικώς ολιγαρκής επειδή αναλογίστηκε ότι τα γραπτά μένουν κι ακόμα περισσότερο μένουν τα βίντεο, που ενδέχεται να παιχτούν έπειτα σε σατιρικές εκπομπές, σε αποκαλυπτήρια ασυνέπειας. Εχουν άλλωστε και οι κειμενογράφοι τα όριά τους, όπως και η ανακύκλωση των προτρεπτικών κλισέ. Πόσες φορές ακόμα μπορείς να πεις ότι χρειάζεται καλύτερος συντονισμός, ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος για χάσιμο ή ότι υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδας, χωρίς να εκτεθείς στον κίνδυνο να σου ξεφύγει ένα (αυτο)σαρκαστικό μειδίαμα;
Για παράδειγμα, δεν επανέλαβε φέτος ο πρωθυπουργός την εξής πατερναλιστική απειλή του στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της τρικομματικής συγκυβέρνησης, στις 21 Ιουνίου του 2012: «Θα έρθω στα υπουργεία όλων σας και θα φτιάξουμε ένα χρονοστοχοδιάγραμμα». Και δεν την επανέλαβε όχι επειδή φέτος εμπιστεύεται περισσότερο τους υφισταμένους του, ανάμεσα στους οποίους δεν υπάρχουν πια άπειροι αριστεροί, αλλά επειδή φοβήθηκε μήπως κάποιος, υπουργός ή ουδέτερος παρατηρητής, θυμηθεί πως τέτοιου είδους πρωθυπουργικές επισκέψεις-επιθεωρήσεις δεν καταγράφτηκαν επί ένα ολόκληρο έτος, Ιούνιο με Ιούνιο. Αν είχαν γίνει κι αν είχαν υπάρξει αποτελεσματικές, δεν θα χρειαζόταν να γνωστοποιείται κάθε τόσο η «πρωθυπουργική δυσαρέσκεια» για τον προβληματικό συντονισμό των υπουργών ή για την ύπαρξη υπουργικών φέουδων. Κι έπειτα θα τις είχε παίξει η τηλεόραση, χάριν της οποίας γίνονται συνήθως.
Η τηλεόραση λοιπόν. Ιδού μία πρωθυπουργική σταθερά: «Βεβαίως, όχι κάθε μέρα τηλεόραση» είχε απαιτήσει πέρυσι ο κ. Σαμαράς. Και μάλλον επειδή ανάμεσα στους εκλεκτούς του βρίσκεται πια και ο γνωστός διαυλολάτρης κ. Γεωργιάδης (εκλεκτός του κ. Πάγκαλου επίσης), επανέλαβε και φέτος την εντολή-απαίτηση για λιγότερες εμφανίσεις στα κανάλια. Δηλαδή; Θα στερηθούμε τις νηφάλιες, θεωρητικές αναζητήσεις του νέου υπουργού Υγείας, Τηλεοπτικού Εκπροσώπου της Ν.Δ. μέχρι χθες, που με την ήπια φωνή του έχει δώσει νέο περιεχόμενο στη φράση «χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον»; Θα μείνουμε στο σκοτάδι χάνοντας όσα διαφωτιστικά έχει να μας πει η κ. Γεννηματά; Θα πάθουμε στέρηση Μητσοτάκη (Κυριάκου εννοείται), τον οποίο τα κανάλια τον αντιμετώπισαν σαν Νέστορα της πολιτικής από την πρώτη φορά που τον προσκάλεσαν; Και ο κ. Παναγιωτόπουλος; Πού αλλού, αν όχι στην τηλεόραση, θα πει κι αυτός με τη σειρά του ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας, τόσο βαριά που να έλκει σαν ετερώνυμό της, ό,τι ελαφρύτερο της πολιτικής;
*

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Ερευνάτε τας Γραφάς

«Η προδοσία του Ιούδα», Ξυλογραφία, 17 Χ 22,5 εκ. Αγγλία, 1850

Του Παντελή Μπουκάλα

Ο Ιούδας παραμένει, αν όχι σημείον αμφιλεγόμενον όπως ο Ιησούς, πάντως σημείο προσφερόμενο για πολλές αναγνώσεις. Γι’ αυτό και δεν έπαψε να ερεθίζει τη σκέψη θρησκειολόγων και φιλοσόφων, τη ρητορική των κληρικών, τη φαντασία των λαϊκών και την όρεξη των λογοτεχνών· μια καλή εικόνα λ.χ. για τη μορφή του στην ελληνική μεσοπολεμική δραματουργία παρέχει η πανεπιστημιακός Αρετή Βασιλείου στο φρέσκο βιβλίο της «“Επί ξυρού ακμής”: Ιστορία νεοελληνικού θεάτρου» (εκδ. Παπαζήση). Xονδρικώς, τα αενάως επανερχόμενα ερωτήματα είναι τα εξής: Εφόσον ο Ισκαριώτης ήταν τμήμα του θεϊκού σχεδίου, που προέβλεπε τον κατόπιν προδοσίας σταυρικό θάνατο του Χριστού, πόσο προδότης ήταν, πόση ελεύθερη ήταν η βούλησή του; Δεύτερον, ο Ιούδας ήταν δόλιος επειδή έτσι είχε αποφασίσει η ειμαρμένη ή η θεϊκή πρόνοια, επειδή άλλα ήθελε να δει να γίνονται κι άλλα έβλεπε ή επειδή ήταν Εβραίος, όπως πιστεύουν όλοι οι αντισημίτες που κρυμμένοι υπό το όνομα του αντισιωνισμού κηρύσσουν ότι για όλα τα δεινά του κόσμου, και ιδίως των Ελλήνων, φταίνε οι όπου γης και οποιασδήποτε εποχής Εβραίοι; Ανάμεσα στους φυλετικά «κακούς», ο Φρόιντ, ο Μαρξ, το «εβραιοκινούμενο Χόλιγουντ», οι εβραιοτραπεζίτες, η Μακάμπι κ.ο.κ.

Αν η δολιότητα του Ιούδα ήταν σύμφυτη της εβραϊκότητάς του, όπως θα βεβαίωναν όσοι ασπάζονται τα συνωμοσιολογικά δόγματα της Χ.Α., του ΛΑΟΣ και σε μεγάλο βαθμό των ΑΝΕΛ (της ηγεσίας τους οπωσδήποτε) καθώς και τα τηλεκηρύγματα διαφόρων εβραιοφάγων· αν η εβραϊκότητα είναι συνώνυμη της πονηρίας· αν, απλούστερα, ο Ιούδας πρόδωσε όχι επειδή ήταν κακός άνθρωπος (ή βιαστικός επαναστάτης ή αναγκαίο όργανο της θεϊκής θέλησης), αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίος, τότε εγείρεται και πάλι το αφελές ερώτημα: Μα και ο Χριστός, ο άνθρωπος Χριστός, Εβραίος δεν ήταν; Κι αν η εβραϊκότητα του Ιησού ήταν περιστασιακή ή τυχαία και άφηνε άθικτη την οικουμενικότητά του, η Παναγία δεν ήταν καθαρόαιμη Εβραία; Και οι Απόστολοι; Δεν προσέγγισαν τον Χριστό και δεν οικοδόμησαν τον χριστιανισμό μέσα από τη μακρά ιουδαϊκή τους παράδοση και με τα ιουδαϊκά γονίδιά τους παρόντα; Και οι οπαδοί επίσης, τουλάχιστον ώσπου να αποταθούν στον Φίλιππο μερικοί Ελληνες για να δουν τον Ιησού, που είπε τότε το γνωστό «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου»;
Για να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου ήταν αναγκαία η σταύρωσή του, άρα και η προδοσία του. Ισως γι’ αυτό ο Χριστός, στο απόκρυφο ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Ιούδα (εκδ. National Geographic), σχεδόν παροτρύνει τον μαθητή του να τον προδώσει, για να περαιωθεί το σχέδιο, λέγοντάς του: «Εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς [όσους είχαν βαπτιστεί στο όνομα του Χριστού]. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει». Αυτά όμως μοιάζουν υποθέσεις ενός άλλου κόσμου. Λιγότερο δογματικού και περισσότερο ερευνητικού – ή «ελληνικού», όπως ίσως θα έλεγαν τον καιρό του Χριστού

Θανάσης Θ. Νιάρχος, «Τζιβαέρι» -δύο αποσπάσματα–επιφυλλίδες

Εκδόσεις Οδός Πανός

Η αποδιοπομπαία Ομόνοια

Η μικρή συντροφιά των τριών υπαλλήλων – δύο άνδρες και μία γυναίκα – σε εμπορικά μαγαζιά των Εξαρχείων στεκόταν στη γωνιά ενός κάθετου προς την πλατεία δρόμου, οκτώ και τέταρτο ακριβώς το πρωί. Ακόμη και ο βιαστικός περαστικός θα άκουγε τη γυναίκα να λέει επί λέξει: «Είναι πια αφόρητη η κατάσταση. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά τις εννιά το βράδυ. Κάτω από την Ομόνοια έχουν γίνει γκέτο και αν πας προς τα εκεί, αλίμονό σου. Δεν τολμάς να πλησιάσεις». Εννοούσε σαφώς τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες.
Κατ’ αρχάς αδυνατεί να καταλάβει ακόμη και ένας κακοπροαίρετος τι έχει συμβεί και η Ομόνοια καθώς και οι γύρω της δρόμοι και περιοχές έχουν μεταβληθεί σε σημείο αναφοράς για κάθε μορφή βίας, κλεψιάς και εγκληματικότητας. Πώς συμβαίνει και έχει εξελιχθεί η Ομόνοια σε ένα είδος άτυπης καθημερινής συνάντησης από κλέφτες και εγκληματίες, χωρίς ωστόσο – δεν μπορεί να μη γινόταν γνωστό – να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί δηλαδή θα μεταβάλλανε σε σεσημασμένο έναν χώρο άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν – αφού διέπρατταν τις κλοπές και τα εγκλήματά τους – πουθενά αλλού παρά μόνο στον χώρο αυτό;
Κι αν γινόταν αυτό, πώς δικαιολογούνται – κοντά στον νου και η γνώση – δύο περιστατικά που επίσης δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς: ένας άνθρωπος που συμβαίνει πολύ συχνά να διασχίζει την Ομόνοια ακόμα και προχωρημένες ώρες της νύχτας να μην του έχει συμβεί ποτέ το παραμικρό ενώ όσοι καταγγέλλουν συνήθως την Ομόνοια «τους έχουνε πει», «κάτι ακούσανε, κάποιον να λέει», «ένας γνωστός τους κινδύνευσε και τους το ανακοίνωσε μόλις του συνέβη».
Δεν γίνεται να συκοφαντούμε συλλήβδην ανθρώπους που μας είναι άγνωστοι, τόσο ταλαιπωρημένους μάλιστα που δεν χρειάζονται τη δική μας συκοφαντία για να βουλιάξουν ακόμα περισσότερο. Θα ήταν αδύνατον να συμβαίνουν όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά στην Ομόνοια και γύρω από αυτήν και να συνεχίζουν να τη διασχίζουν μέρα και νύχτα «κανονικοί» άνθρωποι.
Σαφέστατα βρίθει από ανεπάγγελτους, άνεργους, άστεγους, λαμόγια της δεκάρας, ναρκομανείς που στέκονται ακόμη στα πόδια τους ή έχουν καταρρεύσει, όμως ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται ποτέ από έναν εξοντωμένο. Είναι άλλωστε παγκόσμιο φαινόμενο στις μεγάλες πλατείες όλων των πρωτευουσών να μαζεύεται το κοινωνικό και οικονομικό κυρίως «κατακάθι» προκειμένου να αρπάξει τη μικροευκαιρία για να επιβιώσει. Πού να πάει στην Ελλάδα, στην Εκάλη;
Μένει ωστόσο η απορία για τη γυναίκα, την υπάλληλο, που οκτώ και τέταρτο το πρωί επιχειρηματολογούσε για την εγκληματικότητα της Ομόνοιας. Πώς δεν της πέρασε της δύστυχης από το μυαλό ότι μια υπάλληλος που μιλάει και φοβάται με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η μεγαλοαστή της Φιλοθέης εξωθείται η ίδια σε ακόμη δυσχερέστερη «μοίρα» από τη σημερινή της;
Οτι μια υπάλληλος με κουτσουρεμένο τον πενιχρό μισθό της είναι πολύ πιο κοντά στον μετανάστη και τον λαθρομετανάστη ακόμη και ότι η αγαθότατη – το πιστεύουμε ειλικρινά – κυρία της Φιλοθέης συνιστά ως νοοτροπία για την ίδια την υπάλληλο πολύ μεγαλύτερη απειλή, σε σχέση με τον ημεδαπό κλεφτράκο ή τον εξαθλιωμένο αλλοδαπό;
Οταν μια υπάλληλος των Λιοσίων, του Κολωνού ή του Περάματος φοβάται με τον ίδιο τρόπο που φοβάται η μεγαλοαστή, το πολιτικό σύστημα μιας χώρας εμφανίζεται έτοιμο να χειραγωγηθεί από τις πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

[«Τα Νέα 1.6.2012»]

*

Ειδυλλιακότης και θηριωδία

Σαββατοκύριακο, σε νησί του Αργοσαρωνικού. Συγκεκριμένα βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 10, στο ειδυλλιακό λιμανάκι του νησιού, με τα αραγμένα – γύρω στα δέκα – μικρά και μεγάλα κότερα και τις ψαροταβέρνες με τα απλωμένα τραπεζάκια. Η μαγική ατμόσφαιρα της παραλίας, όπως την παραστέκει το λαμπυρίζον φόντο του νησιού, δεν αλλοιώνεται στο παραμικρό. Ακόμη και το πυκνό πλήθος που συνωστίζεται στην παραλία συμβάλλει ώστε η αναπόλησή της στο μέλλον να είναι ακόμη πιο νοσταλγική.
Για έναν θόρυβο πραγματικά ενοχλητικό που ακούγεται κάποια στιγμή δεν αργεί να ξεκαθαρίσει η αιτία του. Τρεις αλλοδαποί σέρνουν ένα καρότσι με ένα βαρύ φορτίο από άδεια μπουκάλια αναψυκτικών και μπίρας. Για την ακρίβεια ο ένας αλλοδαπός το σέρνει, οι άλλοι δύο είναι σχεδόν πεσμένοι πάνω στο φορτίο με τρόπο που τα ξεχειλισμένα κασάκια, καθώς δεν είναι δεμένα με σκοινί, να μη γλιστρήσουν δεξιά και αριστερά. Ο θόρυβος είναι πραγματικά ενοχλητικός γιατί η παραλία του νησιού είναι στρωμένη με πλάκες.
Ενας προσεκτικός παριστάμενος παρατηρώντας τους αλλοδαπούς θα πρόσεχε πως έχοντας συνείδηση της ενόχλησης που προκαλεί ο θόρυβος αλλά και η ιθαγένειά τους δεν σηκώνουν ούτε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια τους να κοιτάξουν τους γύρω τους. Σάμπως να πρόκειται για «μοίρα», την ώρα που οι άλλοι απολαμβάνουν οι ίδιοι όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να τους επιπλήττουν. Ή μάλλον να πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς που συμβαίνει να έχουν δουλειά και δεν τους ξυλοφορτώνουν σε κάποια σκοτεινή γωνιά.
Επειδή οι άνθρωποι όταν αισθάνονται πως απολαμβάνουν γίνονται σχολαστικοί, μίζεροι και άτεγκτοι ως προς το τι είναι σωστό, αλλά καθώς το ζήτημα δεν είναι πια ζωής και θανάτου αντιλαμβάνεται κανείς τη διάχυτη ενόχληση στο λιμανάκι του νησιού που ωστόσο παραμένει σιωπηλή. Οταν αίφνης πετάγεται ένας άνδρας γύρω στα εξήντα και έντονα εκνευρισμένος απευθύνεται στον δήμαρχο του νησιού που συμβαίνει να κάθεται σε ένα παρακείμενο τραπεζάκι, λέγοντάς του: «Δεν μπορείτε να επέμβετε εσείς, κ. δήμαρχε; Είναι δυνατόν να ακούμε τέτοιου είδους «μουσική» αυτή την ώρα;». Ο δήμαρχος, προς τιμήν του, χωρίς να ξέρει κανείς τι σκέφτηκε δεν του έδωσε καμιά σημασία.
Αν τον θόρυβο που έκανε το καρότσι είναι σίγουρο πως θα τον έχει ξεχάσει κανείς τα επόμενα δέκα λεπτά, τη συμπεριφορά του ενοχλημένου εξηντάρη ενδέχεται να τη θυμάται και ύστερα από χρόνια. Ακριβώς γιατί φανέρωνε, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό, δυο μεγάλες αιτίες της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Πρώτον, το να λογαριάζουμε την παρέμβαση της «εξουσίας» ως τη μόνη ικανή να μας κουλαντρίσει, όταν θα έπρεπε να υπολογίζουμε σε μιαν αλλαγή νοοτροπίας που θα έκανε την εξουσία σχεδόν διακοσμητική. Και, δεύτερον, την οποιαδήποτε αντίδρασή μας να επιδεινώνεται όταν έχει για μάρτυρά της και σύμμαχό της την οποιαδήποτε εξουσία.
Ας σκεφτούμε πόσοι θα εκδηλώνονταν ως φιλάνθρωποι, αν δεν έδιναν με τη φιλανθρωπία τους εξετάσεις σε ισχυρά πρόσωπα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι ο ενοχλημένος κύριος άνοιγε με την αντίδρασή του τον δρόμο ώστε να ακούγεται ως κάτι φυσικό η εξόντωση των αλλοδαπών. Μελαγχολεί όμως κανείς ακόμη περισσότερο όταν σκεφτεί πως η ενόχληση έγινε τρομακτική επειδή το καρότσι το έσερναν αλλοδαποί. Ετσι είναι. Οταν σε απειλεί ένας μεγαλόσχημος οικονομικός παράγοντας ή ένας πολιτικός του λες και ευχαριστώ. Οταν απλά σε ενοχλεί ένας ανήμπορος του παίρνεις, αν μπορείς, το κεφάλι.

[«Τα Νέα 25.6.2012»]

*

Copyright© Θανάσης Θ. Νιάρχος και εφημερίδα «Τα Νέα»

Πέτρος Μανταίος, Ευτυχείς οι υποκρετίνοι!

Χρονογράφημα 

Πού πάνε, ώρες ώρες, και ξετρυπώνουν ονόματα οι επιστήμονες! Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες λέει («Νέα» 30-31/3) βρήκαν το κλειδί της ευτυχίας, όχι στο χρήμα, το γάμο, τους φίλους και τα άλλα γνωστά συναφή που, κατά μία εκδοχή (καθότι, φιλοσοφικόν το ζήτημα!), κάνουν τη ζωή καλύτερη! Βρήκαν το κλειδί (ίσως και τη… μελωδία) της ευτυχίας σ’ ένα… ταπεινό πεπτίδιο, νευροδιαβιβαστή, που όσο απελευθερώνεται, αυξάνεται και προσφέρει ευφορία, ξένοιαστο μυαλό, ήσυχο ύπνο και όλα τα καλά του θεού… Αλλά όσο εγκλωβίζεται, μειώνεται και τότε πέφτεις στα μαύρα και βλέπεις στον ύπνο σου τον Στουρνάρα με τον Ντάισελμπλουμ να σου λένε, απριλιάτικα, τα κάλαντα…
Αυτό το πεπτίδιο, που σε επάρκεια κάνει το θάμα και σε ανεπάρκεια, το… αντίθαμα, ονομάζεται… υποκρετίνη. Και μετά, σου λέει, φταίει ο φονιάς… της γλώσσας, άμα στριφογυρίσεις το λογοπαίγνιο και παρετυμολογήσεις: υπο-κρετίνη και υπο-κρετίνος∙ ο υπο-βλάκας δηλαδή, ο κάτω του μέσου όρου βλακείας! Σ’ αυτό το σημείο, σ’ αυτή τη νοητική κατάσταση πρέπει να βρίσκεται κανείς, για να αντέχει τα βάσανα και τις πίκρες της ζωής, τις διάφορες, κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, τις ψυχολογικές εντάσεις και διαταραχές. Κι αν δεν βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση, του υπο-βλάκα, πρέπει να βρεθεί∙ να ανεβάσει την υπο-κρετίνη. Αυτό ερευνούν οι επιστήμονες. Διαφορετικά, όσο η υπο-κρετίνη μένει χαμηλά, τόσο ο άνθρωπος θα αισθάνεται δυστυχής, με κίνδυνο να πάθει κατάθλιψη!
Περίπου αυτά που μου έλεγε η μάνα μου. Αυτά που λένε οι μανάδες όλου του κόσμου, στα παιδιά τους, που μόλις χνουδίσουν πάνε γυρεύοντας για μπελάδες και πιστεύουν πως είναι αυτοί-που-θα-σώσουν-τον-κόσμο! «Το έξυπνο πουλί, αγόρι μου, πιάνεται απ’ τη μύτη! Γι’ αυτό, άφηνε και καμιά φορά στην άκρη το θυμό σου, και κάνε και λίγο το βλάκα!». Αν ήταν γραμματιζούμενη, ίσως έλεγε: «Κράτα ψηλά την υποκρετίνη!».

[Η Εφημερίδα των Συντακτών]
photo©Henry Wessel, 1977

Νίκος Δήμου, Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος

Η ψηφιοποίηση της γραφής και η δημιουργία του ηλεκτρονικού κείμενου έχουν συγκριθεί με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Άλλοι, πιο τολμηροί, όπως ο Thomas Forster θεωρούν την επανάσταση στην πληροφορική τεχνολογία: «μία εξέλιξη στα ανθρώπινα πράγματα πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας και πιθανότατα σημαντικότερη από την εφεύρεση της ίδιας της γραφής. Τόσο σημαντική όσο η επινόηση της γλώσσας; Ίσως».
   Οι επιπτώσεις και επιδράσεις μίας τέτοιας αλλαγής είναι τόσο πολλές και πολύπλοκες, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να επισημανθούν σε ένα κείμενο. Άλλωστε, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Τέτοιες επαναστάσεις χρειάζονται χρόνο για να επιδράσουν. Η επινόηση της τυπογραφίας μπορεί να έγινε στα 1450 αλλά χρειάστηκαν περίπου τρεις αιώνες για να φανούν οι πρώτες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές της προεκτάσεις. (Διαφωτισμός – Γαλλική Επανάσταση). Σήμερα βέβαια οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα – αλλά και πάλι, αν δεν παρέλθουν αρκετά χρόνια, δεν θα έχει κανείς την απόσταση και την προοπτική για να συλλάβει την έκταση ενός παρόμοιου φαινομένου.
   Εδώ μπορούμε μόνο περιληπτικά να καταγράψουμε μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία της πληροφορικής επανάστασης στον χώρο των κειμένων:
   Ηλεκτρονικό κείμενο ονομάζουμε ένα κείμενο που έχει ψηφιοποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι εκτός από κείμενα η νέα τεχνολογία επιτρέπει την ψηφιοποίηση του ήχου, της εικόνας και της οπτικο-ακουστικής κινούμενης εικόνας. Η παράλληλη αυτή ψηφιοποίηση επιτρέπει την σύνδεση και ανάμιξη κειμένου, εικόνας και ήχου σε πολυμέσα.
Τι χαρακτηριστικά έχει ένα ψηφιοποιημένο περιεχόμενο (content) και ειδικότερα ένα ηλεκτρονικό κείμενο:
   1. Αποκτά απεριόριστη διάρκεια, δεν υπόκειται στην φθορά – γίνεται σχεδόν αιώνιο.
   2. Αποθηκεύεται εύκολα σε πολύ περιορισμένο χώρο. Μία σαραντάτομη εγκυκλοπαίδεια χωράει σε ένα φορητό μέσο μεγέθους γραμματοσήμου. Σε ένα δίσκο DVD, μεγέθους και όγκου ενός CD (δίσκου ακτίνας) μπορούν να αποθηκευτούν περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες βιβλία. Στην ηλεκτρονική του ατζέντα, μαζί με τα ραντεβού και τα τηλεφωνά του μπορεί κανείς να συμπεριλάβει και μια βιβλιοθήκη δεκάδων τόμων.
   3. Με την δυνατότητα αποθήκευσης και μεταφοράς των κειμένων αλλάζει η φύση των βιβλιοθηκώνκαι των αρχείων. Βιβλία, περιοδικά, έγγραφα, κλπ. μπορεί να είναι αποθηκευμένα σε ηλεκτρονική μορφή μέσα σε κεντρικούς υπολογιστές και προσβάσιμα στον καθένα από το σπίτι, ή το γραφείο του. Το ίδιο ισχύει για τους μαθητές και τις σχολικές βιβλιοθήκες, για τους δικηγόρους και την νομολογία, τους γιατρούς με την ιατρική βιβλιογραφία, και γενικά κάθε είδους πληροφορία ή τεκμηρίωση.
   4. Τα ψηφιακά περιεχόμενα είναι εύκολα μεταδόσιμα μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων. Ήδη το Διαδίκτυο (Internet) είναι η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου. Μπορεί να βρει κανείς εκεί δωρεάν όλα τα κλασικά κείμενα καθώς και τα περισσότερα σύγχρονα – μερικά με καταβολή δικαιωμάτων. Επίσης είναι απλούστατη η μεταφορά ενός βιβλίου μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.
   5. Με τα ηλεκτρονικά ευρετήρια είναι ευχερέστατη η έρευνα και αναζήτηση στα ηλεκτρονικά κείμενα. Π. χ. ο «Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας» (Thesaurus Linguae Graeca – TLG) περιέχει σε ένα CD-ROM όλα τα κείμενα της Ελληνικής γραμματείας μέχρι το 4ο αιώνα μ. Χ. Μπορεί κανείς να αναζητήσει μία λέξη ή μία φράση: σε δευτερόλεπτα το πρόγραμμα ανεύρεσης διατρέχει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες και δίνει αλάνθαστα αποτελέσματα. (Ένας ερευνητής θα χρειαζόταν μία ζωή).
   6. Η ίδια ερευνητική δυνατότητα υπάρχει και στο Διαδίκτυο. Οι μηχανές αναζήτησης (search engines) μπορούν να διατρέξουν όλο το Internet για να βρουν μία λέξη ή ένα συνδυασμό λέξεων.
   7. Ίσως η σημαντικότερη ιδιότητα των ηλεκτρονικών κειμένων είναι η δυνατότητα τους ναδιασυνδέονται μεταξύ τους. Η δυνατότητα αυτή καθιερώνει ένα νέο είδος ανάγνωσης (και σκέψης) της νοηματικής (από περιεχόμενο σε περιεχόμενο) και όχι πια της σειριακής (από σελίδα σε σελίδα). Πρόκειται για το «Υπερκείμενο» (hypertext). Κάθε σημαντική λέξη ενός ηλεκτρονικού κειμένου μπορεί να είναι σύνδεσμος (link) με άλλα κείμενα, εικόνες ή ήχους. Μία αναφορά σε ένα βιβλίο με ένα κλικ μας οδηγεί στο ίδιο το βιβλίο, η διαβάζοντας για μία σονάτα μπορούμε με ένα κλικ να την ακούσουμε.
   8. Ο θρίαμβος του Υπερκειμένου είναι ο Παγκόσμιος Ιστός (World Wide Web – www). Στο Διαδίκτυο, όλα παραπέμπουν σε όλα. Κανένα κείμενο δεν είναι απομονωμένο – όλα αποτελούν μέρος ενός απέραντου (και άπειρου) συνόλου.
   Σε χρόνο ανύποπτο ο Roland Barthes είχε περιγράψει μία τέτοια δικτυακή πραγματικότητα οραματιζόμενος ένα ιδανικό κείμενο: «Σε αυτό το ιδανικό κείμενο τα δίκτυα είναι πολλά και αλληλεπιδρούν, χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα άλλα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας από σημαινόμενα, όχι μία δομή από σημαίνοντα. Δεν έχει αρχή – είναι αναστρέψιμο. Μπαίνουμε σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η κυρία είσοδος. Οι κωδικοί τους οποίους κινητοποιεί απλώνονται όσο φτάνει το μάτι, είναι απροσδιόριστοι».
   Την διακειμενικότητα κάθε κειμένου περιγράφει και ο Michel Foucault στην «Αρχαιολογία της Γνώσης» όταν υποστηρίζει ότι «τα σύνορα ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα… διότι είναι εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σύστημα αναφορών προς άλλα βιβλία, άλλα κείμενα, άλλες προτάσεις: είναι ένας κόμβος σε ένα δίκτυο – ένα δίκτυο αναφορών». Αλλά πολλές και από τις θέσεις του Jacques Derrida (όπως για την αποκέντρωση του λόγου) πραγματοποιούνται με απροσδόκητο τρόπο στην νέα ηλεκτρονική τεχνολογία.
   Από την περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχουν τα ηλεκτρονικά κείμενα γίνεται σαφές ότι αλλάζει εντελώς τόσο η φύση και η τεχνική της γραφής, όσο και η διαδικασία της ανάγνωσης.
   Για την γραφή είναι ήδη γνωστό πόσο την επηρεάζει η χρήση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η δυνατότητα μορφοποίησης του κειμένου, η άνετη και εύκολη επεξεργασία, η κοπή, επικόλληση, ανασύνθεση, μετατόπιση τμημάτων του κειμένου, το κινηματογραφικού τύπου μοντάζ των παραγράφων, η συσσώρευση παλίμψηστων γραφών και εκδοχών, η ενσωμάτωση άλλων κειμένων ή διακειμενικών αναφορών – όλα αυτά γίνονται ευχερή χάρη στις δυνατότητες που έχουν τα προγράμματα επεξεργασίας κειμένου. Βιβλία όπως τα μεγάλα μυθιστορήματα του Umberto Eco όζουν υπολογιστή – δεν θα ήταν εύκολη (ίσως και δυνατή) η σύνθεσή τους σε χειρόγραφο.
   Η συμβίωση με τον υπολογιστή σε άλλους συγγραφείς προκαλεί ευφορία και άλλους τους απωθεί. Ο Reynold Price βλέπει την σύνταξη του κειμένου σαν ένα διασκεδαστικό βίντεο-παιχνίδι, ενώ η Sherry Turkle περιγράφει ειδυλλιακά το διακειμενικό τοπίο γύρω από το γραπτό της, με τις πηγές, τις παραπομπές, τις εναλλακτικές γραφές και τις σημειώνεις να μοιράζονται μαζί του τη οθόνη. Αντίθετα άλλοι γράφουν για τον «εφιάλτη της οθόνης» (Γ. Κοροπούλης).
   Άλλη μία δυνατότητα που δίνει η ηλεκτρονική τεχνολογία, είναι για βιβλία που είναι «ανοιχτά» – έχουν δηλαδή πολλαπλές εκδοχές στην ανέλιξη της υπόθεσής τους και εξαρτώνται από την συμμετοχή του αναγνώστη. Ένα τέτοιο διαδραστικό κείμενο είχε ήδη δημοσιεύσει προ ετών στο Internet ο Μίλοραν Πάβιτς.
   Επίσης η αισθητική της γραφής έχει αλλάξει – με την δυνατότητα του υπολογιστή να διαφοροποιεί τις γραμματοσειρές και την σελιδοποίηση κάθε γραπτού, να εισάγει εικόνες και σχέδια, διαγράμματα και χάρτες σε κάθε κείμενο. Ο κάθε χρήστης υπολογιστή γίνεται σχεδιαστής, επιμελητής, εκδότης, τυπογράφος και λιθογράφος. Την μεταμοντέρνα αυτή διάσταση της ηλεκτρονικής γραφής έχει επισημάνει η Sherry Turkle.
   Όχι μόνο δεν έχουν δίκιο οι νοσταλγοί της παλιάς τυπογραφίας που θρηνούν την απώλεια της ομορφιάς στο βιβλίο – αλλά αντίθετα οι δυνατότητες αισθητικής παρέμβασης και δημιουργίας είναι σήμερα πολύ περισσότερες. Υπάρχουν ήδη πολλές ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο που είναι, κυριολεκτικά, έργα τέχνης.
   Η δικτύωση της ηλεκτρονικής γραφής δίνει στον κάθε νέο συγγραφέα την δυνατότητα δημοσιοποίησης της δουλειάς του σε ένα ευρύτατο κοινό, χωρίς να υποστεί την δαπάνη της έκδοσης. (Το αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό – ζωγράφο, μουσικό, σκηνοθέτη, κλπ.) Υπάρχουν βιβλία που κυκλοφορούν μόνον μέσω Διαδικτύου (ή εκδίδονται πρώτα στο Διαδίκτυο και μετά σε κλασική μορφή). Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και τα Δικτυακά περιοδικά (fanzines) που ενσωματώνουν σήμερα τις πιο πρωτοποριακές συλλήψεις. Περιττό να ειπωθεί ότι στο Δίκτυο πρωτοδημοσιεύονται τα πιο συζητημένα πολιτικά κείμενα και μανιφέστα (π. χ. του Commandante Marcos) και ότι μέσω αυτού πραγματοποιούνται οι περισσότερες διεθνείς πολιτικές κινητοποιήσεις. (Κινήματα αντι-παγκοσμιοποίησης, Γένοβα 2000 κ.ά.)
   Ακόμα πιο πολύ επηρεάζει η πληροφορική την τεκμηρίωση και τον εμπλουτισμό των μελετών και επιστημονικών διατριβών. Σήμερα, προκειμένου να αρχίσει την σύνταξη μίας πραγματείας, ο μελετητής ξεκινάει με μία αναζήτηση στο Διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι θα πάρει περισσότερα (και νεότερα) στοιχεία από όσα θα του έδινε μία έρευνα σε βιβλιοθήκες. Επιπλέον, μία σχετική με το θέμα ερώτηση σε μεγάλη δικτυακή βιβλιοθήκη – ή και σε δικτυακό βιβλιοπωλείο – μπορεί να του δώσει όλη την απαιτούμενη βιβλιογραφία σε μερικά δευτερόλεπτα.
   Η δυνατότητα των πολυμέσων ανοίγει νέους ορίζοντες στην συγγραφή – ο δημιουργός ενός βιβλίου μπορεί, στην ηλεκτρονική του μορφή, να ενσωματώνει εικόνες, ήχους, ακόμα και μικρά βίντεο. Πράγματα πολύτιμα για παιδικά, διδακτικά ή βιβλία αναφοράς (reference books).
   Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι – όπως γράφουν μερικές Κασσάνδρες – το κλασικό βιβλίο θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πάψει να διαβάζει. Όπως η φωτογραφία δεν εκτόπισε την ζωγραφική, ο κινηματογράφος το θέατρο και η τηλεόραση τον κινηματογράφο (όλα αυτά τα είχαν ήδη προφητέψει οι ίδιες, ή ανάλογες Κασσάνδρες) έτσι και το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν θα εκτοπίσει το κλασικό προϊόν της τυπογραφίας. Θα συνυπάρχει δίπλα του, με διακριτό ρόλο. Και αν μάλιστα δούμε τι συνέβη στις άλλες τέχνες, μάλλον θα υπάρξει άνθιση του παραδοσιακού βιβλίου και όχι μαρασμός.
   Είναι σίγουρο ότι σε μία κατηγορία βιβλίων θα κυριαρχήσει η ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για τα βιβλία αναφοράς: εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, αρχεία, ιστορίες, corpus στοιχείων, κλπ. Εκεί, ο μικρός όγκος και οι πολλαπλές δυνατότητες γρήγορης ανεύρεσης, μαζί με τον πλούτο της τεκμηρίωσης, θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο. Ποιος θα ήθελε να φορτωθεί τους σαράντα τόμους της Encyclopedia Britannica, όταν μπορεί να έχει όλα της περιεχόμενα σε ένα δισκάκι – εμπλουτισμένα με ένα σωρό οπτικοακουστικά παραδείγματα που δεν υπάρχουν στην τυπογραφική της μορφή;
   Φυσικά το ηλεκτρονικό κείμενο θα αλλάξει και τις συνήθειες ανάγνωσης. Ιδιαίτερα η δυνατότητα του Υπερκειμένου, που διασυνδέει όλα τα γνωστικά περιεχόμενα, θα οδηγήσει σε μία νέα σχέση του αναγνώστη με το κείμενο. Είναι περίεργο πως η πληροφορική επανάσταση υλοποιεί τις θεωρίες της Νέας Κριτικής για την σχέση συγγραφέα-βιβλίου-αναγνώστη. Την σύγκλιση αυτών των τόσο διαφορετικών θεματικών έχει αναπτύξει ο George P. Landow στο, κλασικό πια, βιβλίο του, Hypertext. Εκτός από το απόσπασμα του Barthes, που διαβάσαμε στην αρχή, υπάρχει και η διάκρισή του ανάμεσα σε «συγγραφικά» και «αναγνωστικά» κείμενα. Αν τα πρώτα είναι τα κλασικά, στατικά, τυπωμένα κείμενα, τα δεύτερα θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι ηλεκτρονικά. «Είναι αυτά που κάνουν τον αναγνώστη όχι απλά ένα καταναλωτή αλλά ένα παραγωγό του κειμένου» . Ακριβώς – τα ηλεκτρονικά κείμενα, με την δυνατότητα του υπερκειμένου και των συνδέσμων μετατρέπουν τον αναγνώστη από παθητικό δέκτη, σε ενεργό διαμορφωτή του υλικού.
   Ίσως θα έπρεπε εδώ να υπογραμμίσουμε την απελευθερωτική και δημιουργική αυτή πλευρά της νέας ψηφιακής τεχνολογίας – ιδιαίτερα απέναντι σε όσους, όπως ο Baudrillard, την καταδικάζουν και την αναθεματίζουν. Η νέα τεχνολογία θα επεκτείνει ακόμα περισσότερο τα οφέλη της Γουτεμβεργιανής επανάστασης, κάνοντας την γνώση ακόμα πιο προσιτή, πιο φθηνή, πιο άμεση και δίνοντας στον σκεπτόμενο άνθρωπο ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες για δημιουργική σκέψη.
   Κι είναι χαρακτηριστικό να θυμίσουμε σε όλους αυτούς που απορρίπτουν την τεχνολογία, πως και το βιβλίο είναι τεχνολογικό προϊόν – και ότι ο Γουτεμβέργιος ήταν τεχνικός, μάστορας – κι όχι διανοούμενος. Το πνεύμα στηριζόταν πάντα στην τεχνολογία: χωρίς τα χρώματα του ζωγράφου και τα όργανα του μουσικού, θα ήταν ανύπαρκτο.
   Τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής καταγράφηκαν στην αρχή του κειμένου αυτού: διάρκεια, αποθήκευση, μετάδοση, διερεύνηση, ταξινόμηση, δικτύωση. Το αποτέλεσμα αυτών των πλεονεκτημάτων, είναι ότι η πληροφορία και η γνώση γίνονται εύκολα προσιτές στον καθένα και από οπουδήποτε. Ένας άνθρωπος με φορητό υπολογιστή και συνδεδεμένο κινητό τηλέφωνο, έχει στην διάθεσή του άπειρο πλήθος πληροφοριών, ακόμα κι αν βρίσκεται στην έρημο ή στη μέση του ωκεανού.
   Με την ηλεκτρονική γραφή προχωρεί αποφασιστικά ο εκδημοκρατισμός της γνώσης. Χάρη στην τυπογραφία, η γνώση, που ήταν προνόμιο των ελαχίστων (ιερατείων), έγινε κτήμα των πολλών. Με την ηλεκτρονική επανάσταση γίνεται κτήμα όλων. Κάθε δικτυωμένος χρήστης υπολογιστή είναι δυνητικά κάτοχος του συνόλου των ανθρωπίνων γνώσεων.
   Σίγουρα υπάρχει ακόμα χάσμα ανάμεσα στην δικτυωμένη και πληροφορικά επαρκή ανθρωπότητα και τον Τρίτο κόσμο ο οποίος δεν διαθέτει ούτε υπολογιστές ούτε τις απαραίτητες δεξιότητες, ούτε πρόσβαση σε δίκτυο. Όμως το χάσμα αυτό κλείνει πολύ γρήγορα. Η εξάπλωση του Internet γίνεται με ταχύτητα μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης τεχνολογικής καινοτομίας (π. χ. τηλεόρασης, ή τηλεφώνου). Στο τέλος του έτους 2002 ο αριθμός των δικτυωμένων ξεπερνούσε ήδη τα 600.000.000. Οι υπολογιστές φθηναίνουν συνεχώς, ο χειρισμός τους γίνεται πιο εύκολος (και με την επικείμενη αναγνώριση φωνής θα γίνει απλούστατος), η πρόσβαση σε αυτούς διευκολύνεται και για τους μη κατόχους (κοινόχρηστα κέντρα, βιβλιοθήκες, Internet Cafe), άλλα μέσα σύνδεσης στο Δίκτυο είναι ήδη διαθέσιμα (π. χ. κινητά τηλέφωνα). Πολλές κοινωνίες κάνουν τεχνολογικά άλματα: πριν π. χ. αποκτήσουν σταθερή τηλεφωνία αναπτύσσουν την κινητή.
   Τα μειονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής και της δικτύωσής της είναι α) ο πληθωρισμός των πληροφοριών (information overload) που προϋποθέτει κάποια κριτήρια διαχωρισμού της έγκυρης πληροφορίας από τα «σκουπίδια του Διαδικτύου». β) η δυνατότητα εύκολης παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων – αντιγραφής και αναπαραγωγής κειμένων, μουσικής, ταινιών, εικόνων κλπ. Για το θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και παγκόσμια νομολογία και Κοινοτικές Ρυθμίσεις.
   Πέρα από όλα αυτά, η πληροφορική και η διαδικτύωση των κειμένων επιφέρει επανάσταση στην Παιδεία. Δεδομένου ότι είναι πια τόσο εύκολη η άντληση της πληροφορίας, δύο βασικοί προαιώνιοι στύλοι της εκπαίδευσης – η μάθηση και η απομνημόνευση – χάνουν την σπουδαιότητα τους. Ο καθηγητής δεν είναι πια ο αποκλειστικός κάτοχος της γνώσης – αλλά ο σύμβουλος που πρέπει να διδάξει την μέθοδο και να οξύνει την κρίση του μαθητή.
   Το Διαδίκτυο έχει κατηγορηθεί ότι αποξενώνει τους ανθρώπους. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όπως και το τηλέφωνο (για το οποίο είχε διατυπωθεί η ίδια κατηγορία) τους φέρνει πιο κοντά. Και αυτό γίνεται κυρίως με την γραφή. Αναβιώνει η τέχνη της αλληλογραφίας. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έχει ήδη, σε πολλές χώρες του κόσμου, ξεπεράσει σε αριθμό αποστολών το κλασικό, που πλέον ασχολείται περισσότερο με μεταφορές και παραδόσεις αντικειμένων (τα οποία παραγγέλλονται ηλεκτρονικά).
   Αν η Τηλεόραση είναι ο θρίαμβος της εικόνας, το Internet είναι ο θρίαμβος της γραφής. Το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου του είναι κείμενο. Βιβλία, αρχεία, άρθρα, αλληλογραφία, ειδήσεις, σχόλια – αλλά και δικτυακές συζητήσεις. —Στις ομάδες συζητήσεων γίνονται διάλογοι για όλα τα θέματα, από τα πιο καθημερινά και ευτελή μέχρι τα πιο υψηλά και απαιτητικά. Οι ενδιαφερόμενοι για κάθε θέμα συγκροτούν ομίλους (newsgroups) και ανταλλάσσουν απόψεις και γνώμες. Αναβίωση λοιπόν και της επιστολογραφίας και του γραπτού διαλόγου. Με πολυγλωσσική ποικιλία: αν το Internet στα πρώτα του βήματα ήταν αποκλειστικά αγγλόφωνο, τώρα η Αγγλική έχει περιοριστεί στο 40% και το ποσοστό της μειώνεται σταθερά.
   Το Διαδίκτυο είναι το αντίθετο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Δεν είναι μαζικό αλλά εξατομικευμένο (ο καθένας κάνει τις δικές του επιλογές) και δεν είναι μονόδρομο αλλά αμφίδρομο. Ο κάθε χρήστης, από παθητικός δέκτης μπορεί εύκολα και φθηνά με μεταμορφωθεί σε ενεργητικό πομπό. Τώρα μάλιστα με τα blogs (weblogs) υπάρχουν ήδη σήμερα (Φεβρουάριος 2003) πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες «προσωπικές εφημερίδες» στο Internet.
   Ωστόσο και τα έντυπα ΜΜΕ βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Όχι μόνο με την καθημερινή τους έκδοση αλλά και με το αρχείο τους. Πράγμα που σου δίνει την δυνατότητα να διαβάζεις όποια εφημερίδα θέλεις από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, αλλά και να ερευνάς το αρχείο της με βάση το όνομα του γράψαντος, το θέμα, ή και μία απλή κειμενική αναφορά.
   Η πληροφορική επανάσταση αλλάζει την ζωή μας τόσο ριζικά όσο καμία άλλη στην ιστορία του ανθρώπου. Όπως συμβαίνει συνήθως είναι δύσκολο γι αυτούς που ζούνε μέσα στην αλλαγή να αποτιμήσουν την έκταση και το βάθος της – όμως, το ότι όλα μεταβάλλονται είναι σαφέστατο. Πουθενά ίσως η αλλαγή δεν είναι τόσο έντονη όσο στο χώρο της επικοινωνίας – και ας μην ξεχνάμε πως το βιβλίο είναι και αυτό ένα μέσο επικοινωνίας και μάλιστα το πρώτο μαζικό.
   Θα ήθελα να κλείσω αυτή την σύντομη επισκόπηση με ένα μικρό κείμενο που έγραψα το 1997 – ως πρόλογο για τις πρώτες ιστοσελίδες του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου:
Ο Νέος Δικτυακός Λόγος
Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre.
(Stéphane Mallarmé)
Όταν ο Mallarmé είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο με δεκάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ένα βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα, εικόνες, ήχους – αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet είναι λέξεις. «Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο» – η μεταφορά που έγινε προφητεία.
   Όταν ο Sir Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν δεύτερο σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: Επιστημονικές θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.
   Φυσικά, σαν δεύτερο σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει – όπως και το πρώτο – άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά – όπως δεν κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει την φλυαρία, την ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.
   Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε δέκτες, στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Έχει επέλθει μία νέα άνθιση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούργια, ανατρεπτικά. Οι κυβερνοποιητές (cyberpoets) είναι οι τροβαδούροι της νέας εποχής. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ξανανθίζει η τέχνη της αλληλογραφίας
   Οι δικτυωμένοι υπολογιστές είναι η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού – πολύ πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε, που επικοινωνούμε, που ζούμε. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.

*

Copyright©Νίκος Δήμου / Από την επίσημη ιστοσελίδα του www.ndimou.gr