Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Δονεπεζίλη*

Screenshot

Θεατρικό έργο
ή
περισσότερο ένας μονόλογος

πομακρυσμένο χωριό κάπου στις ελληνικές εξοχές. Τα έχετε δει, στέκουν σκαρφαλωμένα στις πλαγιές και τα τρώει ο χρόνος. Το σπίτι χαμηλό, εξαίσιο δείγμα κυβισμού και βάλε, τι να σας λέω. Συμπληρώματα ασβεστωμένα, στερεωμένα καλά. Κατακόκκινη η σκεπή του, κάποιος το φεγγάρι έχει σκοτώσει, αλλιώς τέτοια χρώματα δεν χτίζονται. Ο ηλικιωμένος στη σάλα και τώρα περνούμε στη σκηνογραφία του έργου. Το τζάκι στην άκρη, ένα κρεβάτι με ατημέλητα τα σκεπάσματα, ένας καναπές κάπως παλιομοδίτικος με γυρίσματα στις άκρες και βαριοί. Μια βιτρίνα στην απέναντι γωνιά, δυο συμμετρικά παράθυρα και η τηλεόραση που δεσπόζει. Πόρτες σαθρές, πίσω από τον ηθοποιό το καντήλι που καίει λίγο φως να μας περάσουν τα σκοτάδια, τώρα και χθες και πάντα. Κάποτε λογάριαζα πως με αυτά τα φωσάκια οι άνθρωποι λένε τις πίκρες τους, τώρα πια είμαι σίγουρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Δονεπεζίλη*»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στο περίπτερο ξέρουν

Έργο των καιρών
που έκπτωτοι
κηρύχθηκαν

κηνικό λιτού μα περικλεούς μεγάρου, κάπου στα πέριξ της πόλεως, κανείς δεν θυμάται πια ακριβείς διευθύνσεις και τα ρέστα. Στην είσοδο χαγιάτι ανήλιαγο και ο φύλακας, ένας γέρος με περιβολή στρατιωτική ενός άλλου καιρού. Κοιμάται και ονειρεύεται πως ήταν λέει η Βάρκιζα ψέμα. Το προαύλιο διαθέτει ακριβά, τι ακριβά δηλαδή πανάκριβα τροχοφόρα και ένα δυο δεντράκια, έτσι για την πόζα και τον ίσκιο όταν καταφτάνουν οι άνθρωποι του τύπου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στο περίπτερο ξέρουν»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης

Σκηνή από ένα έργο

Mπαρόκ σκηνικό παλιάς πόλεως με περίτεχνες προσόψεις. Έμποροι, μικροϋπάλληλοι, εργάτες του δήμου, πωλητές αφεψημάτων, διαφημιστές ιατρικών σκευασμάτων με κάποιον ταλαίπωρο για μοντέλο να συμμετέχει στην επιχείρηση, με αντάλλαγμα λίγο ρούμι ή ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν μπορεί να τα’χει όλα. Στο βάθος της σκηνής τα τραπεζάκια της πλατείας, ένα δυο γεμάτα. Στο κεντρικό οι ηθοποιοί ντυμένοι με καλοκαιρινή πουκαμίσα, ακίνητοι, σαν παρατημένες μαριονέτες. Ένας νέος εισβάλλει στη σκηνή,τα ρούχα του σκισμένα, στους τρόπους και το φέρσιμό του μια τρομερή αβεβαιότητα. Δεν ξέρει πού πηγαίνει, πλησιάζει εκείνους τους δυο.

Νέος: Ξέρετε, ξέρετε (κομπιάζει) που βρίσκεται η συνοικία που λέει το χαρτί; Είμαι φοιτητής και σε αυτό το κομμάτι της πόλης δεν έχω ξαναβρεθεί.

Άνδρας Α, Τζόζεφ: Καλημέρα νεαρέ. Φοιτητής, είπατε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ

με τα μέσα του φωτός

ύλινη προβλήτα χαμένη μες στην ομίχλη. Αχνοφαίνεται το φανάρι για τα πλοία που εισέρχονται και πιο φανερά στη σκηνή, ένας φανοστάτης με ιαμβικά τεχνάσματα και το αδύναμο φως του. Κάθε τόσο ακούγονται τα μεγάλα πλοία που κορνάρουν, θαρρείς και κανείς δεν προσέχει πως λείπουν πια από το πόστο τους. Ένας νεαρός στέκεται εκεί στην άκρη. Η αγωνία του είναι φανερή. Τριγύρω και άλλοι, σκιές ακροβολισμένες, ψυχές σε άτακτη υποχώρηση. Για ευκολία θα λέγονται σκιές, ένα, δύο και τα λοιπά. Μόνον ο νέος θα έχει ένα όνομα, ας πούμε Τζόζι. Τον φωνάζουν Τζόζι και ίσως μας φανερώσει παρακάτω τι περιμένει μες στην θολή νυχτιά. Λοιπόν, Τζόζι;)

 Τζόζι: (μονάχος του, οι άλλοι μένουν κρυμμένοι, μόνο υποψίες τους έχει, επειδή πηγαίνει κάθε νύχτα) Είναι ώρα. Πάντα, τέτοια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άλμα

μικρό θεατρικό σε μια
μεγάλη σκληρή σκηνή

λαμπ Σόλιντορ. Παρίσι, Πορτ ντ’Ιταλί, συνοικία κακόφημη με αερογέφυρες και αυτοσχέδιες σόμπες με βαρέλια των καινούριων αθλίων. Το μαγαζί δεν δίνει σημάδια για την ύπαρξή του. Μονάχα μια επιγραφή με σβησμένα όλα τα γράμματα εκτός από το «ρ» της μυστηριώδους λέξεως Σόλιντορ. Οι μύστες ξέρουν και στη σκηνή μες στο μισοσκόταδο, με ένα φανάρι του δρόμου μόνο και την είσοδο εκείνου του μαγαζιού κάτι σκιές περνούν και χάνονται πίσω από τα σκηνικά, επαναλαμβανόμενα, έρχονται και φεύγουν όπως οι σκιές στις ζωές μας, ακριβώς έτσι. Αργά πέφτει σκοτάδι, τώρα ακούγονται μόνο τα βήματα και αχνοφέγγει το φανάρι του δρόμου, χαμηλωμένο και αυτό, κίτρινο, όλο ντροπή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άλμα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο

Έργο βασισμένο στις θαυματουργές ιδιότητες γνωστού σκευάσματος
που μνημονεύει με στυλ τον Κανάρη, τον μπουρλοτιέρη, ντε.

νακριτικό γραφείο. Καθόλου μακριά από την πόλη καθώς ακούγονται κάθε τόσο καζανάκια, βλαστήμιες, ρεψίματα, γέλια και κλάματα. Το σκηνικό έχει ένα τραπέζι με το φωτιστικό του, έναν πίνακα φελλού με την κάρτα ενός κλειδαρά και κάτι σκισμένα γκοφρέ. Το όλο πράγμα αναδύει ερημιά και εγκατάλειψη μα ταιριάζει απολύτως στο ρόλο ενός ανακριτικού δωματίου, κάπου μες στην καρδιά της πόλης. Καθώς πού να τρέχουμε τώρα;

 Ο ένας καλοντυμένος, ο άλλος με τις πυτζάμες του, κακοχτενισμένος, δεμένος με τις χειροπέδες. Κρατούμενος με όλη τη σημασία της λέξης. Στο μπαλκόνι έρχεται και φεύγει ένας τρίτος που όλο μιλά στο τηλέφωνο και κάτι κανονίζει διαρκώς.)

Ανακριτής: Να το πάρουμε απ’ την αρχή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]

έκκρουσον στυγεράν εκ κραδίας οδύναν
Μελέαγρος

Έργο σε τρεις σκηνές

 τοιμόρροπο αρχοντικό στο κέντρο της πόλης. Δίπατο με σαθρές ξύλινες κολόνες, φαγωμένες από τον καιρό. Μια σκεπή μισογερμένη, με μπαλώματα εδώ και εκεί. Και ακριβώς πάνω από την είσοδο που υπακούει σε κάποιον αρχαιοελληνικό τάχα ρυθμό, με τη βαριά ξύλινη πόρτα και το εντυπωσιακό ρόπτρο με το μισάνοιχτο στόμα του γρύπα, η επιγραφή. «Το Μαντείο». Δίπλα από το οίκημα ξεχωρίζει ένα μικρό περιβόλι, με λίγες νεραντζιές και κάτι βρώμικες θημωνιές. Το σπίτι περιβάλλει μια μάντρα, με κακοκομμένους λίθους και το περίσσευμα της λάσπης στερεωμένο πια, ξεχασμένο από τον αδέξιο χτίστη, τον κακοπληρωμένο. Μια άλλη πόρτα πλάι σε εκείνη τη μεγάλη, την κλειστή στέκει μισάνοιχτη. Και πηγαινοέρχεται το βουβό πλήθος, μαυροφορεμένο, με τα γυαλιά για την αντηλιά φορεμένα. Και κάποιοι συνομιλούν, χαμηλόφωνα πάντα, σφίγγουν τα χέρια και αποχαιρετιούνται. Ένας που φεύγει σκοντάφτει σε ένα φαράσι, κάνει να πέσει μα κρατιέται. Και ύστερα, φωνάζει ένα μεγαλοπρεπέστατο «άει σιχτίρ». Στρίβει στη μάντρα, φτιάχνει το καπέλο του. Ένας από την αυλή φωνάζει. Το έργο αρχίζει.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Turkish delight powder

Έργο με μια
ολομόναχη σκηνή

κύριος Γουντ πιάνει το κεφάλι του. Η κυρία τον συντρέχει μα δεν μπορεί να κάνει κάτι. Τα χαρτιά που κραδαίνει εκείνος είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Βρισκόμαστε στην Αμβέρσα του 1928 και απ’έξω ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς και του λιμανιού. Ο κύριος Γουντ σχεδόν έχει βάλει τα κλάματα ή βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που διάλεξε να παριστάνει τον επί γης Αρχάγγελο. Η κυρία Γουντ κρατά το χαρτί, βάζει το χέρι με έκπληξη εμπρός στο στόμα της, μοιάζει σοκαρισμένη. Ο κύριος Γουντ της αρπάζει το χαρτί από τα χέρια, σηκώνεται από τη θέση του και κλείνει τα παντζούρια, ανάβει το κερί και λέει στην κυρά να καθίσει.)

Κύριος Γουντ: Το σκέφτηκα γυναίκα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Τώρα θα το κάνουμε.

Κυρία Γουντ : Απάτη; (ξανά το στόμα στο χέρι ή τ’αντίθετο, όλα μπορεί να συμβούν, και τα κανονικά και τα μη) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Turkish delight powder»