Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Tempus educare

Σ’ εποχές που η παρεχόμενη προς τους νέους ανθρώπους εκπαίδευση πραγματοποιείτο κατ’ οίκον κι ο δάσκαλος ήταν ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς α π ό δ υ ν ά μ ε ι ς α λ λ ό τ ρ ι ε ς π ρ ο ς α υ τ ή ν, το επίπεδο της διδασκαλίας και της μάθησης ήταν υψηλό κι όλοι απολάμβαναν τους καρπούς μιας τέτοιας εκπαίδευσης. Όταν όμως άρχισε να οργανώνεται επίσημα η εκπαίδευση κι αναπόφευκτα να εντάσσεται σε διοικητικές κι άλλες ιεραρχίες, να γίνεται με λίγα λόγια σύστημα και να χάνονται οι παλιές ελευθερίες κινήσεων που είχαν οι δάσκαλοι κι οι μαθητές, ξέπεσε κατά πολύ το μορφωτικό αγαθό στη συνείδηση όλων κι απαξιώθηκε η δουλειά του δασκάλου. Πλέον, το βάρος μιας πολυδαίδαλης ιεραρχίας πίεζε εκ των άνω τους ώμους όλων όσων συμμετείχαν στην υπόθεση της εκπαίδευσης κι αποτελούσαν τη βάση αυτής τούτης της ιεραρχίας. Από εδώ και στο εξής δεν θα επιτρεπόταν στον δάσκαλο να ενεργεί όπως θέλει και ταυτόχρονα δεν θα ήταν στο χέρι του να μην ενεργεί όταν πρέπει! Η παρακάτω ιστορία περιγράφει την όψη που παίρνει η σοβαρή και κρίσιμη υπόθεση της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων όταν γίνεται έρμαιο ανώτερων κι απρόσωπων κέντρων δύναμης κι επιβολής. Είν’ η ιστορία που επαναλαμβάνεται ελαφρώς παραλλαγμένη, εδώ και χρόνια, σ’ όλους τους τόπους.
Το μοναδικό σχολείο της Αλχανίας ήταν κτισμένο στη θέση Χρυσόμυγα· ένα πλάτωμα, περίπου δύο χιλιόμετρα έξω απ’ το κέντρο του επίνειου, με δροσιά, αμπέλια και δέντρα κι άφθονο τρεχούμενο νερό. Ονομάστηκε έτσι γιατί στην περιοχή διαβιούσαν ένα σωρό χρυσόμυγες λόγω των πολλών ζωικών κουφαριών και καβαλίνων που υπήρχαν εκεί. Ακριβώς δίπλα απ’ το σχολείο ήταν χτισμένο ένα εκτροφείο βοοειδών και ένα χοιροστάσιο. Όταν αποφασίστηκε το χτίσιμο του σχολείο στο σημείο εκείνο, οι γονείς αντέδρασαν αλλά επειδή οι μισοί περίπου δάσκαλοι ήταν ταυτόχρονα και κτηνοτρόφοι, κρίθηκε ότι το μέρος ήταν ιδανικό για την διεκπεραίωση των κτηνοτροφικών τους εργασιών μετά το σχόλασμα και χωρίς να μεσολαβούν οι πάντα κουραστικές και χρονοβόρες μετακινήσεις απ’ τη μια δουλειά στην άλλη. Φυσικά οι προϊστάμενοι, ενδιαφερόμενοι τάχα για την ομαλή λειτουργία του σχολείου, έδωσαν δίκιο στους δασκάλους γιατί φοβόντουσαν διάφορες αντιδράσεις από μέρους τους, όπως είναι η στάση εργασίας και κατά συνέπεια το κλείσιμο του σχολείου.

Δεν ήταν απορίας άξιον γιατί το σχολικό κτήριο θύμιζε εν πολλοίς κτηνοτροφική μονάδα: Μεγάλοι, μακρόστενοι και ψηλοτάβανοι χώροι όπου στοιβάζονταν σε στοίχους με απόλυτη ευθυγράμμιση εκείνα τα άλλα ζωντανά, αρκετά εκ των οποίων βαφτίζονταν απ’ τους δασκάλους τους γαϊδούρια ή βόδια. Η ομοιότητα οφειλόταν επίσης και στον αρχιτέκτονα του σχολείου· ήταν ο ίδιος που είχε σχεδιάσει το παρακείμενο χοιροστάσιο μαζί με το εκτροφείο βοοειδών!

Η σχολική μέρα ξεκίναγε νωρίς με το τροπάριο του καλού Θεούλη που οι μαθητές το έλεγαν πάντα όμορφα προκειμένου να ευχαριστήσουν τον καλό Θεούλη και μαζί μ’ αυτόν τους δασκάλους τους. Εν συνεχεία ξεκινούσε μέσα στις τάξεις το τροπάριο των δασκάλων που ύστερα από τόσα χρόνια επαναλήψεων του το έλεγαν πλέον μηχανικά και χωρίς να σκοντάφτουν ή να κομπιάζουν. Το κόμπιασμα ξεκίναγε όταν κάποιος μαθητής υποχρέωνε τον δάσκαλο ν’ απαντήσει σε ερωτήσεις του που τον έβγαζαν εκτός τροπαρίου. Βέβαια, οι φορές που συνέβαινε τούτο ήταν τόσο σπάνιες που πιο εύκολα θα έβλεπε κανείς ένα γάιδαρο να πετάει παρά έναν μαθητή να ξυπνά εν ώρα μαθήματος και να κάνει δύσκολες κι ενοχλητικές ερωτήσεις. Το σύνηθες ήταν οι μαθητές ν’ αδιαφορούν για όσα έλεγε ο δάσκαλος απλούστατα γιατί δεν ενδιαφερόντουσαν να μάθουν. Η άποψη που ακουγόταν συχνά απ’ τα παιδιά ότι ο δάσκαλος δεν κάνει ζωντανό μάθημα και καταντάει μετά από λίγο βαρετός, ήταν απλώς ένα φτηνό και χιλιομασημένο πρόσχημα για να δικαιολογήσουν αυτή την έλλειψη ενδιαφέροντος.

Εξάλλου, ήταν γνωστό ότι απ’ το απόγευμα της κάθε προηγούμενης μέρας η πλειοψηφία των μαθητών είχε ήδη παρακολουθήσει τα ίδια ακριβώς μαθήματα κι είχε λύσει όλες τις απορίες της στο ιδιωτικό μάθημα που έκανε μ’ άλλους δασκάλους, συνήθως άνεργους και μ’ έντονο το βιοποριστικό πρόβλημα το οποίο ψευτοέλυναν με τα μαθήματα αυτά! Περιττό ν’ αναφερθεί ότι τέτοια μαθήματα κάνανε κι οι δάσκαλοι του σχολείου ιδίως όταν το εμπόριο με τα ζωντανά δεν πήγαινε καλά κι έπρεπε να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημά τους.

Το ερώτημα που επλανάτο για χρόνια πάν’ απ’ τα κεφάλια όλων ήταν: Οι δάσκαλοι του σχολείου λόγω τεμπελιάς σπρώχνανε τα παιδιά στα απογευματινά μαθήματα μ’ εκείνους τους άλλους δασκάλους για να μάθουν εκεί πράγματι ό,τι δεν μαθαίνανε το πρωί ή επειδή η δύσκολη δουλειά γινότανε το απόγευμα και η πραγματική μάθηση πετυχαινόταν τότε, οι δάσκαλοι του σχολείου δεν έβρισκαν κανένα σοβαρό λόγο να πασχίζουν για να πετύχουν όλα όσα είχαν ήδη επιτευχθεί την προηγούμενη μέρα στο ιδιαίτερο μάθημα μ’ εκείνους τους άνεργους και δύσκολα βιοποριζόμενους δασκάλους; Το ερώτημα αυτό δεν απαντήθηκε ποτέ γιατί δεν συνέφερε κανέναν δάσκαλο ν’ αναλάβει τις ευθύνες του για την όποια ποιότητα δουλειάς που γινόταν στο σχολείο ή γιατί έπρεπε να εργαστούν κι οι υπόλοιποι δάσκαλοι, οι εκτός σχολείου. Ακόμα κι όσοι στρογγυλοκάθονταν ψηλά στην ιεραρχία της εκπαίδευσης γνώριζαν πολύ καλά την κατάσταση αλλά κάνανε το κορόιδο για τους προαναφερόμενους λόγους! Εξάλλου, όταν ο υψηλά ιστάμενος θώκος σου παρέχει ανέσεις κι ένα σωρό διευκολύνσεις στην καθημερινότητα σου, δύσκολα αφήνεις τέτοια επουσιώδη ζητήματα να σου χαλάνε το κέφι και την θαλπωρή που σου προσφέρει ένας τέτοιος θώκος!

Όπως και νάχει τα παιδιά έπλητταν αφόρητα στο σχολείο γιατί στην πραγματικότητα δεν είχαν να παλέψουν εκεί για τίποτα. Κι έτσι όταν σ’ ένα σχολείο απουσιάζει η σκοπιμότητα, επικρατεί η απουσία μάθησης κι η παρουσία των μαθητών δικαιολογεί μόνον τον χαβαλέ και την πλάκα. Επειδή, λοιπόν, η αναδουλειά γεννάει την πλήξη και η πλήξη κάνει ακόμα πιο δύσκολη την επιστροφή στην δουλειά, έπρεπε να βρουν οι μαθητές τρόπους να γεμίσουν το κενό τους.

Έτσι προκειμένου να περάσουν οι πρωινές ώρες ανώδυνα και πάν’ απ’ όλα ακούραστα, οι μαθητές κήρυτταν στάση μαθημάτων με βασικό αίτημα την βελτίωση όλων εκείνων των πραγμάτων για τα οποία, όμως, δεν έδιναν δεκάρα τσακιστή, όπως η διδασκαλία, οι κτιριακές συνθήκες ή η απομάκρυνση του σχολείου απ’ το χοιροστάσιο και το βοϊδοτροφείο. Άλλες φορές αφήναν εν ώρα μαθήματος τον Μορφέα να τους βαυκαλίζει ελαφρώς ή έφευγαν απ’ την τάξη προβάλλοντας κάποια δικαιολογία και δεν γύριζαν ξανά. Επιπλέον, το ρεπερτόριο ξεμουδιάσματος περιελάμβανε εμπρησμούς, πασάλειμμα των τοίχων με καβαλίνες απ’ το παρακείμενο χοιροστάσιο, θραύση τζαμιών είτε του σχολείου είτε του χοιροστασίου, χάζι εις βάρος των δασκάλων, ιδιαίτερα αυτών με τις πιο πολλές παραξενιές, κι άφθονες βιαιοπραγίες εις βάρος των πιο αδύναμων συμμαθητών τους.

Αυτή η χαλαρότητα επικρατούσε φυσικά και στον τρόπο διαχείρισης τούτων των συμπεριφορών εκ μέρους των δασκάλων. Επειδή το ξύλο στα σχολεία είχε καταργηθεί προ πολλού, οι δάσκαλοι θεωρούσαν ότι αυτό που έμενε στη φαρέτρα τους ήταν είτε καμιά επιπληξούλα μέσω δυνατής φωνής είτε η απομάκρυνση από την τάξη ή κι απ’ το σχολείο. Τέτοιου είδους αντιμετωπίσεις αποτελούσαν βέβαια την εύκολη λύση αλλά ταυτόχρονα και τη χειρότερη. Η μεν δυνατή φωνή, που προσομοίαζε σχεδόν σε ουρλιαχτό, είχε αποτέλεσμα αλλά μόνον προσωρινά ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε άριστες προϋποθέσεις για μόνιμο βράχνιασμα στην καλύτερη περίπτωση ή για μόνιμη απώλεια της φωνής στην χειρότερη περίπτωση. Η δε απομάκρυνση απ’ το σχολείο προκαλούσε έντονη αντίδραση απ’ το μαθητή που έπαιρνε σχεδόν πάντα τη μορφή εκδίκησης: Ο αποβαλλόμενος μαθητής είτε μόνος του είτε με τη βοήθεια ομοιοπαθούντων συμμαθητών του προκαλούσε ένα σωρό δολιοφθορές τόσο στο σχολείο όσο και στην ίδια την περιουσία του δασκάλου· αρκετές φορές είχαν βρεθεί σκοτωμένα γουρούνια ή βόδια στο κατώφλι του σπιτιού δασκάλων!

Στο δύσκολο αυτό θέμα της διαχείρισης συμπεριφορών οι δάσκαλοι λειτουργούσαν, όπως και σ’ άλλα ζητήματα, ερασιτεχνικά. Όταν μια ολόκληρη ζωή ενθυμούμενος τις τακτικές που ακολουθούσαν οι δικοί σου δασκάλου τις εφαρμόζεις κατά γράμμα και στη δική σου τάξη κι αγνοείς ότι η παιδαγωγική επιστήμη έχει κάνει προόδους κι ότι υπάρχουν άλλοι αποτελεσματικότεροι τρόποι για να προλάβεις ένα σωρό ανεπιθύμητες συμπεριφορές στο σχολείο, τότε είσαι έρμαιο της προχειρότητας και της τσαπατσουλιάς.
Μα όλοι αυτοί οι δάσκαλοι δεν ήταν τίποτ’ άλλο από κάτι κουρασμένα και μεσόκοπα ανθρωπάκια, βυθισμένα μέσα στο σκότος της αμάθειας – η τελευταία φορά που είχαν ανοίξει βιβλίο ήταν στο τελευταίο έτος των σπουδών τους σε εκείνα τ’ άθλια διδασκαλία -, με μοναδική τους έγνοια πότε θα χτυπήσει και το τελευταίο κουδούνι για να πάνε στις κτηνοτροφικές ενασχολήσεις τους!

Τέτοια ήταν αντιμετώπιση από μέρους τους της καριέρας τους· αν δηλαδή γίνεται να ονομάσω καριέρα αυτή την ίδια κι απαράλλαχτη παράδοση μαθήματος επί τριάντα συναπτά έτη χωρίς να υπάρχει απολύτως καμμία περαιτέρω προοπτική. Όσο για εκείνον τον παιδαγωγικό έρωτα του Πλάτωνα που είχαν διδαχθεί προ αμνημονεύτων ετών, α υ τ ό ς ε ί χ ε λ η σ μ ο ν η θ ε ί κάπου μέσα στα μουχλιασμένα βιβλία τους· ο μοναδικός τους έρωτας τώρα ήταν τα ζωντανά που φρόντιζαν μετά τη δουλειά με σκοπό το κέρδος!

Μα και τούτα ήσαν γνωστά στους υψηλά ιστάμενους της εκπαιδευτικής ιεραρχίας· παρα ταύτα, κάθε λίγο και λιγάκι δικαιολογούσαν την κατάσταση που επικρατούσε στο σχολείο αναφερόμενοι στις άοκνες προσπάθειες των δασκάλων, στο φιλότιμο και την ευσυνειδησία τους, στην επιτέλεση του καθήκοντός τους υπό συνθήκες αντίξοες και σε κάτι άλλα ηχηρά παρόμοια. Εξυπακούεται ότι αυτή η δικαιολόγηση προέκυπτε από μια σταθερή διάθεση που έχουν όλοι ετούτοι να χαϊδεύουν αυτιά και να μην τολμούν να θίγουν πρόσωπα.

Το σχολείο της Αλχανίας· ένας χώρος που εκπαίδευε στην αποχαύνωση και την άνευρη ζωή, γιομάτος ανθρώπους που δ ε ν μ π ό ρ ε σ α ν π ο τ έ ν α θ έ σ ο υ ν ε ι ς ε α υ τ ό ν τ ο ύ ς δ ι κ ο ύ ς τ ο υ ς ό ρ ο υ ς α ν ά σ α ς, που δ ε ν μ π ό ρ ε σ α ν π ο τ έ ν α ρ υ θ μ ί σ ο υ ν σ τ ο ν δ ι κ ό τ ο υ ς τ ό ν ο τ α μ ε τ ρ η μ έ ν α τ ο υ ς β ή μ α τ α σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ένα βράδυ λίγο μετά τα μεσάνυχτα ακούστηκε στην περιοχή της Χρυσόμυγας μια δυνατή έκρηξη που αναστάτωσε τους κατοίκους ολόκληρης της Αλχανίας. Λίγο αργότερα μαθεύτηκε ότι το σχολείο είχε γκρεμιστεί ολοσχερώς κι ότι κάποιοι είδαν, λίγα λεπτά πριν την έκρηξη, τρεις μαθητές ν’ απομακρύνονται απ’ το σχολείο τρέχοντας.

Τότε βρήκαν την αφορμή οι δάσκαλοι να ζητήσουν απ’ τους ανωτέρους τους να μην ξαναχτιστεί στο σημείο εκείνο σχολείο παρά να χρησιμοποιηθεί όλο το οικόπεδο για την επέκταση του χοιροστασίου και του βοιδοτροφείου. Αφού τα παιδιά κάνανε ιδιαίτερα μαθήματα το απόγευμα κι ο σκοπός της μαθησης πετυχαινόταν κι εκτός σχολείου, δεν χρειαζόταν να υπάρχει σχολείο στο επίνειο! Όσο για τους δασκάλους που δεν ασχολούνταν με κτηνοτροφικές εργασίες, θα μετατίθονταν στο σχολείο της γειτονικής πόλης.

Χρόνια μετά ανακαλύφθηκε ότι τους τρεις μαθητές που τοποθέτησαν φουρνέλο στο σχολείο τους είχε δασκαλέψει ο τωρινός πρόεδρος του κτηνοτροφικού σωματείου και τέως διευθυντής του πάλαι ποτέ λαμπρού σχολείου της Αλχανίας!

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτο: Στράτος Φουντούλης