Alice Munro, Nobel λογοτεχνίας

ΣΤΗΝ ΑΛΙΣ ΜΟΝΡΟ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2013

Η καλύτερη ιστορία της ζωής της γράφεται τώρα για την 82χρονη καναδή συγγραφέα Άλις Μονρό,
μία από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως.
«Μαμά, κέρδισες!». Έτσι έμαθε πριν από λίγα λεπτά η Άλις Μονρό ότι της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η σουηδική Ακαδημία είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά, αλλά δεν τη βρήκε και άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή της. Είναι η 13η γυναίκα που κερδίζει το βραβείο (ανάμεσα σε 110 συνολικά νικητές) και η 27η που γράφει στην αγγλική γλώσσα. Η αίθουσα όπου έγινε η ανακοίνωση χειροκρότησε θερμά στο άκουσμα του ονόματός της.
Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το 2009 η Μονρό τιμήθηκε με το Man Booker International, η κριτική επιτροπή του βραβείου σημείωνε: «Με κάθε διήγημά της η Μονρό καταφέρνει να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Διαβάζοντας τη Μονρό μαθαίνεις πάντα κάτι που δεν είχες ποτέ σκεφτεί».
Στα ελληνικά τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Μέχρι στιγμής κυκλοφορούν τα αριστουργήματά της Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει και Πάρα πολλή ευτυχία.
Η Άλις Μονρό γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Οντάριο του Καναδά. Έχει εκδώσει κυρίως συλλογές διηγημάτων. Έχει διακριθεί τρεις φορές με την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά, το Governor General’s Literature Award. Έχει επίσης βραβευτεί από την Ένωση Κριτικών ΗΠΑ κι έχει λάβει το βραβείο Rea για τη συνολική προσφορά της στο διήγημα. Το 2009 της απονεμήθηκε το Βραβείο Man Booker International για το οποίο ήταν ξανά υποψήφια το 2007. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής.
Στη συλλογή περιλαμβάνεται το διήγημα «Πέρασε η αρκούδα το βουνό» στο οποίο βασίστηκε η υποψήφια για δύο Όσκαρ ταινία Υστερόγραφο μιας σχέσης με την Τζούλι Κρίστι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πάρα πολλή ευτυχία
Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της• μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη• οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σ’ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΡΟ
«Τα διηγήματά της μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Τολστόι και του Τσέχοφ».
Τζον Απντάικ
«Ανάμεσα στις σπουδαιότερες λογοτεχνικές φωνές της εποχής μας».
Μάργκαρετ Άτγουντ
«Η Άλις Μονρό θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για τον τίτλο του καλύτερου εν ζωή συγγραφέα της Βόρειας Αμερικής».
Τζόναθαν Φράνζεν
***

Άλις Μονρό
Πάρα πολλή ευτυχία
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της, μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη, οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σΆ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
 

Κριτική – Παρουσιάσεις του Τύπου

Αναστάσης Βιστωνίτης –Αναστάσης Βιστωνίτης ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.10.2010

Ladies first
Μια συλλογή ιστοριών της σημαντικότερης σύγχρονης διηγηματογράφου, της Καναδής Αλις Μονρό, όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες.

Το διήγημα δεν είναι είδος δημοφιλές, αν κρίνει κανείς από τις πωλήσεις. Γι΄ αυτό, λ.χ., υπάρχουν πλήθος σημαντικά διηγήματα, ακόμη και του του Χεμινγκγουέι, που παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας. Ετσι, ενώ μεταφράζονται και κυκλοφορούν πλήθος δευτέρας διαλογής ρομάντζα, παραμένουν άγνωστοι στη χώρα μας κορυφαίοι διηγηματογράφοι όπως ο Τζον Τσίβερ, η Γιουντόρα Γουέλτι ή ο Βίκτορ Πρίτσετ. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Απόδειξη ότι πρόσφατα εκδόθηκε και δεύτερο βιβλίο της Αλις Μονρό, κορυφαίας πεζογράφου του Καναδά και για πολλούς της υπ΄ αριθμόν ένα σύγχρονης διηγηματογράφου παγκοσμίως. Το γεγονός φυσικά ότι πέρυσι τής απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Μan Βooker έπαιξε τον ρόλο του. Εν τούτοις, η ανάγνωση διηγημάτων ούτως ή άλλως βοηθά στην καλύτερη ανάγνωση μυθιστορημάτων. Με άλλα λόγια, καθιστά τους αναγνώστες πιο απαιτητικούς. Και μας θυμίζει τον κλασικό ορισμό του είδους από τον Εντγκαρ Αλαν Πόου: «Το διήγημα είναι απόσπασμα μυθιστορήματος που μπορεί να διαβαστεί σε δημόσια συγκέντρωση». Περισσότερα >>>

Ελεάννα Βλαστού ATHENS VOICE, 9.12.2010
Εσωτερικά δράματα

Στα δέκα διηγήματα της Μονρό πρωταγωνιστούν γυναίκες. Είναι μάνες, αδερφές, σύζυγοι, ανιψιές, μητριές. Οι γυναίκες βρίσκονται παντού ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να στραπατσάρονται, να μεταλλάσσονται, να ανατρέπουν, να συμπονούν, να προσεγγίζουν καταστάσεις στη ζωή μ’ έναν απρόβλεπτο τρόπο. Με τον ίδιο απρόβλεπτο τρόπο που γράφει και η συγγραφέας. Η Άλις Μονρό γεννήθηκε στον Καναδά το 1931. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα διηγήματά της και βρίσκεται συστηματικά στη λίστα για την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νόμπελ. Τα διηγήματα συνήθως αφηγούνται μια αυτοτελή ιστορία μέσα σε λίγες σελίδες. Ούτε η δράση, ούτε τα μεγάλα γεγονότα χαρακτηρίζουν τα διηγήματα της Μονρό, που την αποκαλούν Τσέχοφ της Βόρειας Αμερικής. Ο αναγνώστης νιώθει σαν ωτακουστής ή σαν κατά λάθος κοινωνός μιας ιστορίας η αφήγηση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει αλλά το τέλος της ξεπερνάει τις τελευταίες γραμμές. Η Μονρό, όμως, του δίνει απεριόριστες δυνατότητες ερμηνείας κι ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει δίνοντας τη δικιά του εκδοχή. Πρόκειται για μια αντισυμβατική μορφή διαβάσματος – όχι από περιέργεια για το τι θα συμβεί στο τέλος της ιστορίας, αλλά για την εμπειρία του να μπαινοβγαίνεις σε διαφορετικούς κόσμους. Άλλωστε, το δράμα είναι πάντα εσωτερικό.

Εύη Καρκίτη ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 17.12.2010
Γυμνές ζωές, γυμνές αλήθειες

[…] Το «Παρά πολλή ευτυχία» ξεκινά συγκλονιστικά με την ιστορία της Ντόρι που επισκέπτεται στη φυλακή τον άνδρα της ο οποίος σκότωσε τα τρία τους παιδιά. Στην επιστροφή ένα απρόσμένο γεγονός θα τη λυτρώσει από τον αβάστακτο πόνο της. Στο «Πεζό» η Τζόις θα δει τον σύζυγό της να ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα και θα περάσει έναν οδυνηρό χωρισμό. Το «Γουένλοκ Ετζ» είναι βυθισμένο σε μια ατμόσφαιρα αισθησιασμού και μυστηρίου και ανιχνεύει τη σκοτεινή πλευρά του γυναικείου ερωτισμού. Οι «Βαθιές- Τρύπες», το πληρέστερο ίσως διήγημα της συλλογής, περιγράφει ένα σχεδόν «ήσυχο» οικογενειακό ναυάγιο ενώ στις «Ελεύθερες Ρίζες» μια ηλικιωμένη καρκινοπαθής δέχεται στο σπίτι την εισβολή ενός νεαρού που είναι ο υπεύθυνος ενός τριπλού φόνου. Στο «Πρόσωπο» διηγείται τις χαμένες ευκαιρίες για επικοινωνία ενός σημαδεμένου νέου και στο «Κάποιες Γυναίκες» η σκιά του επικείμενου θανάτου ενός άνδρα φέρνει στην επιφάνεια τις αντιθέσεις στο σπίτι του ασθενούς. Το βιβλίο τελειώνει με το ομώνυμο «Πάρα πολλή ευτυχία», ένα διήγημα τελείως διαφορετικής ατμόσφαιρας το οποίο αφηγείται το τελευταίο χρόνο της ζωής της μαθηματικού Σοφίας Κοβαλέφσκι στο τέλος του 19ου αιώνα. Η Μονρό είτε εστιάζει σ’ ένα μόνο επεισόδιο της ζωής των ηρώων της είτε αφηγείται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους καταφέρνει να στήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πειστικούς, βγαλμένους από την ίδια την πραγματικότητα. Όλες οι αφηγήσεις παρουσιάζονται από την οπτική των γυναικείων χαρακτήρων οι οποίοι έτσι και αλλιώς δεσπόζουν σε ολόκληρο το έργο της Μονρό. Στο «Παρά πολλή ευτυχία οι γυναίκες αυτές σοβαρές και στοχαστικές, κινούμενες μερικές φορές στο όριο της τραγικότητας, επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη αντοχή που τις επιτρέπει να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες της ζωής. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της σπουδαίας καναδής διηγηματογράφου που μεταφράζεται στη γλώσσα μας και αποτελεί ένα έξοχο δείγμα του ύφους και της αισθητικής της.Περισσότερα >>> 


Ντόρα Μακρή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.2.2011
Δέκα υπέροχες ιστορίες γεμάτες με ανατροπές

Το διήγημα με τίτλο «Πεζό» της συλλογής «Πάρα πολλή ευτυχία», η ηρωίδα της ιστορίας δεν μπορεί να κρύψει τη δυσαρέσκειά της, όταν, παίρνοντας ένα βιβλίο στα χέρια της, ανακαλύπτει πως πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Λέει χαρακτηριστικά: «Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ’ αυτήν». Με αυτά τα σχόλια, η Μονρό συνοψίζει την καθιερωμένη αναγνωστική αντίληψη για το διήγημα, σύμφωνα με την οποία το αφηγηματικό αυτό είδος μειονεκτεί απέναντι στο μυθιστόρημα, θεωρούμενο ως προϊόν ενός κατώτερου δημιουργού.
Και όμως, η Καναδή συγγραφέας παραμένει μια αμετανόητη διηγηματογράφος που όχι μόνο δεν σταματά μπροστά στην πύλη της Λογοτεχνίας, αλλά τολμά να εξερευνήσει εξονυχιστικά κάθε κρυφή γωνιά του Οίκου της. Πράγματι, η παρομοίωση της Λογοτεχνίας με Οίκο που η κατάκτησή του είναι διαδικασία επίπονη αλλά απολαυστική, θα μπορούσε να συγκριθεί με την αναγνωστική εμπειρία των διηγημάτων της Μονρό: ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ έναν οικείο χώρο που σταδιακά μετατρέπεται σε παράξενο και ανοίκειο. Οπως οι πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ, τα διηγήματα της Μονρό υπαινίσσονται περισσότερα απ’ όσα απεικονίζουν. Περισσότερα >>> 
 
***
 

Άλις Μονρό
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σΆ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης  ζωής.

 

Mario Benedetti, Η Ανακωχή

(α π ό σ π α σ μ α)

Το δεξί μου χέρι είναι ένα χελιδόνι
Το αριστερό μου χέρι είναι ένα κυπαρίσσι
Το κεφάλι μου από μπροστά είναι ένας κύριος ζωντανός
Και από πίσω ένας κύριος νεκρός
VICENTE HUIDOBRO

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου

Λείπουν μόνο έξι μήνες και εικοσιοκτώ μέρες για να είμαι σε θέση να πάρω σύνταξη. Πάνε τουλάχιστον πέντε χρόνια που κάνω αυτόν τον καθημερινό υπολογισμό του εργάσιμου χρόνου που μου απομένει. Πραγματικά, έχω τόση ανάγκη από ελεύθερο χρόνο; Λέω στον εαυτό μου ότι όχι, ότι δεν είναι ο ελεύθερος χρόνος αυτό που έχω ανάγκη, αλλά το δικαίωμα να δουλεύω σ’ αυτό που θέλω. Για παράδειγμα; Η κηπουρική, ίσως. Είναι καλή ως χαλαρωτική άσκηση τις Κυριακές, για να αντισταθμίσει την καθιστική ζωή, καθώς επίσης και ως μυστική άμυνα απέναντι στην μελλοντική και εγγυημένη μου αρθρίτιδα. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι δεν θα μπορούσα να την αντέξω σε καθημερινή βάση. Η κιθάρα, μπορεί. Νομίζω πως θα μου άρεσε. Πρέπει να είναι κάπως θλιβερό, πάντως, να ξεκινάει να μάθει κανείς σολφέζ στα σαρανταεννιά του χρόνια. Γράψιμο; Ίσως να μην τα πήγαινα άσχημα, τουλάχιστον ο κόσμος συνηθίζει να διασκεδάζει με τα γράμματα μου. Και τι μ’ αυτό; Φαντάζομαι τη βιβλιογραφική σημειωσούλα σχετικά με τις «αξιοσέβαστες αξίες αυτού του νέου συγγραφέα που αγγίζει τα πενήντα» και μόνο η πιθανότητα αυτή μου προκαλεί αηδία. Το ότι εγώ νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα αφελής και ανώριμος (έχω, με άλλα λόγια, μόνο τα ελαττώματα και καμιά από τις αρετές της νεότητας) δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκθέτω αυτήν την αφέλεια και την ανωριμότητα. Είχα μια ξαδέρφη γεροντοκόρη που κάθε φορά που έφτιαχνε ένα γλυκό το έδειχνε σε όλους μ’ ένα μελαγχολικό και παιδιάστικο χαμόγελο που είχε μείνει κρεμασμένο στα χείλη της από την εποχή που έκανε τα γλυκά μάτια στον μοτοσικλετιστή αγαπητικό της που λίγο αργότερα σκοτώθηκε σε μια από τις τόσες «Στροφές του Θανάτου» που έχουμε. Εκείνη ντυνόταν όπως έπρεπε, όλα σύμφωνα με τα πενήντα τρία της χρόνια. Σ’ αυτό και σ’ όλα τα υπόλοιπα ήταν διακριτική, ισορροπημένη• εκείνο το χαμόγελο, όμως, απαιτούσε, αντίθετα, τη συνοδεία από τα φρέσκα χείλη, το στιλπνό δέρμα, τα καλλίγραμμα πόδια μιας εικοσάχρονης. Ήταν μια αξιολύπητη έκφραση, μόνο αυτό, μια έκφραση που δεν έφτανε ποτέ να μοιάζει γελοία γιατί σ’ αυτό το πρόσωπο υπήρχε, εκτός των άλλων, καλοσύνη. Πόσες λέξεις μόνο για να πω πως δεν θέλω να μοιάζω αξιολύπητος.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mario Benedetti, Η Ανακωχή»

François Villon, Επιτάφιος

 
 
François Villon (c. 1431–1464)
XVIII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ
ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΔΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑ ΑΥΤΟ.
ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΣΑΪΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ,
ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΤΑΡΟΥΔΙ ΤΡΥΦΕΡΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝ, ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΡΟΥΠΙ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΒΙΟΣ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙΑ, ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΨΩΜΙ ΦΡΥΜΕΝΟ.
ΠΕΣΤΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΚΗ:

ΕΥΚΗ

Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «François Villon, Επιτάφιος»

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Το μεγαλείο της Πορτογαλίας

Της θάλασσας Ήρωες,
ευγενικέ λαέ
Έθνος γενναίο και αθάνατο,
Ορθώστε σήμερα και πάλι
Το μεγαλείο της Πορτογαλίας!
Μεσ’ από την αχλύ της μνήμης
Η φωνή των ένδοξων προγόνων σου
Ω Πατρίδα , ακούγεται
Αυτή που στη νίκη θα σ’ οδηγήσει.
Στ’ άρματα , στ’ άρματα,
Για την Πατρίδα να παλέψουμε!
Στα κανόνια απέναντι
ας προελάσουμε , ας προελάσουμε.
(Από τον εθνικό ύμνο της Πορτογαλίας)
Η Πορτογαλία ήταν ένας από τους τελευταίους αποικιοκράτες της σύγχρονης εποχής. Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα-Μπισάου, Πράσινο Ακρωτήρι… Αποσύρθηκε απ’ αυτές με την πτώση του Σαλαζαρικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας το 1974 κι αφού πάλεψε με νύχια και με δόντια να τις κρατήσει για πολλά χρόνια.Οι Πορτογάλοι υπήρξαν από τους πιο αιμοσταγείς αποικιοκράτες.Διαβάζοντας στο διαδίκτυο για τις ωμότητες και τις σφαγές που διέπραξαν ένιωθα ότι έμπαινα σ’ ένα εφιαλτικό τοπίο μιας Αφρικής πολύ διαφορετικής απ’ αυτήν που ίσως φανταζόμαστε
Οι εξεγέρσεις στην Αγκόλα ξεκίνησαν το 1961 με αφορμή τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Αφρικανών σκλάβων στις βαμβακοφυτείες της πορτογαλοβελγικής εταιρίας Κότονανγκ. Εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα όπως άλλωστε και όλες οι επόμενες που κράτησαν έως το 1974. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι Πορτογάλοι αφάνισαν ολόκληρα χωριά.

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …

Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;

Ο τίτλος του «Το μεγαλείο της Πορτογαλίας» μας εισάγει με τρόπο τραγικά ειρωνικό στον εφιάλτη που βιώνουν όλοι οι χαρακτήρες του έργου.
Καθώς οι Πορτογάλοι εγκαταλείπουν την Αγκόλα κι αρχίζει ο εμφύλιος σπαραγμός, η Ιζίλντα, τελευταία μιας γενιάς αποικιοκρατών φυγαδεύει τα τρία της παιδιά στη Λισαβόνα ενώ η ίδια παραμένει πεισματικά εκεί για να διαφυλάξει το υποστατικό, τη φυτεία και τις αναμνήσεις της.

 

«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»

 

Η γραφή του Αντούνες είναι δύσκολη και απαιτεί την αυτοσυγκέντρωση του αναγνώστη.Η αφήγησή του έχει μια «άγρια» ομορφιά και μια δύναμη που σε συνεπαίρνει για να σε εκσφενδονίσει στο χάος της Ιστορίας.Η δομή του μυθιστορήματος είναι μουσική:Φράσεις,προτάσεις έως και ολόκληροι παράγραφοι επαναλαμβάνονται σαν μουσικά μοτίβα δημιουργώντας μια μουσική αίσθηση.Άλλωστε κι ολόκληρο το έργο δίνει την εντύπωση μιας πένθιμης συμφωνίας. Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες συνέθεσε με έξοχο τρόπο το Ρέκβιεμ της «Μεγάλης Πορτογαλίας».
(17/20)

[πηγή]

***

Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, 
εκδ. Καστανιώτης, 
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.

T.S.Eliot, Σκέψεις για τον ελεύθερο στίχο

Mια κυρία, γνωστή στον μικρό κύκλο της για την ακρίβεια των πληροφοριών της σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της λογοτεχνίας, μου παραπονείται για μιαν απάθεια στην οποία ολονέν και περισσότερο βυθίζεται. «Αφότου ήρθαν οι Ρώσοι, δεν μπορώ να διαβάσω τίποτε άλλο. Τέλειωσα τον Ντοστογιέφσκι και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω.» Παρατήρησα ότι ο μεγάλος Ρώσος ήταν θαυμαστής του Ντίκενς και είπα ότι θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι και αυτός ο συγγραφέας είναι αναγνώσιμος. «Αλλά ο Ντίκενς είναι αισθηματίας, ο Ντοστογιέφσκι είναι ρεαλιστής.» Σκέφτηκα τους έρωτες της Σόνιας και του Ρασκόλνικωφ αλλά δεν θέλησα να επιμείνω· της πρότεινα όμως να διαβάσει το Ποτέ δεν είναι αργά να επανορθώσουμε του Τσαρλς Ρηντ.(1) «Αλλά οι βικτωριανοί δεν διαβάζονται πια με τίποτα!». Και ενώ αποσπούσα ένα-ένα τα πλεονεκτήματα της άποψης ότι ο Ντοστογιέφσκι είναι χριστιανός, ενώ ο Τσαρλς Ρηντ είναι απλά και μόνο ευσεβής, η κυρία πρόσθεσε ότι δεν μπορούσε πια να διαβάσει ποιήματα που δεν ήταν γραμμένα σε ελεύθερο στίχο.

 

Υποτίθεται ότι υπάρχει ελεύθερος στίχος. Υποτίθεται ότι ο ελεύθερος στίχος είναι σχολή· ότι διαθέτει ορισμένες θεωρίες· ότι η ομάδα ή οι ομάδες των θεωρητικών του είτε θα κάνουν τη μεγάλη τομή στην ποίηση είτε θα την εξαχρειώσουν, εφόσον η επίθεσή τους στο ιαμβικό πεντάμετρο αποβεί επιτυχής. Δεν υπάρχει ελεύθερος στίχος και είναι καιρός αυτό το παράλογο μύθευμα να ακολουθήσει το elan vital και τους ογδόντα χιλιάδες Ρώσους στη λήθη.
Όταν μια καλλιτεχνική θεωρία μείνει στα αζήτητα, συνήθως διαπιστώνουμε ότι τέχνη μιας δεκάρας αγοράστηκε με διαφημίσεις εκατομμυρίων. Η θεωρία που πούλησε τα εμπορεύματα μπορεί να αποδείχτηκε κίβδηλη ή μπορεί να ήταν συγκεχυμένη και ανεπίδεκτη αποσαφήνισης ή μπορεί απλώς να μην υπήρξε ποτέ. Μια μυθική επανάσταση θα έχει συντελεστεί και θα έχει δώσει λίγα καλλιτεχνικά έργα τα οποία ίσως θα ήταν ακόμη καλύτερα αν δεν είχαν κολλήσει πάνω τους στανικά διά- φορες επαναστατικές θεωρίες. Στις νεότερες κοινωνίες οι επαναστάσεις αυτές είναι σχεδόν αναπόφευκτες. Ένας καλλιτέχνης βρίσκει τυχαία μια μέθοδο που είναι νέα με την έννοια ότι διαφέρει ουσιαστικά από αυτές των δευτέρας διαλογής συγχρόνων ομοτέχνων του και διαφέρει σε όλα εκτός από τα ουσιώδη από τις μεθόδους των μεγάλων προκατόχων του. Η καινοτομία συναντά την αδιαφορία· η αδιαφορία προκαλεί την επιθετικότητα· η επιθετικότητα απαιτεί μια θεωρία. Σε μια ιδανική κοινωνία θα μπορούσαμε να φανταστούμε το καλό Νέο να προκύπτει αβίαστα από το καλό Παλαιό, χωρίς την ανάγκη πολεμικής και θεωρίας· αυτή θα ήταν μια κοινωνία με ζώσα παράδοση. Σε μια κοινωνία που σέρνεται, όπως είναι οι πραγματικές κοινωνίες, η παράδοση καταντά πρόληψη και το βίαιο ερέθισμα της καινοτομίας είναι αδήριτη ανάγκη. Αυτό είναι κακό για τον καλλιτέχνη και τη σχολή του διότι είναι ενδεχόμενο να περιχαρακωθούν από τη θεωρία τους και να περιοριστούν από την πολεμική τους· αλλά ο καλλιτέχνης μπορεί πάντα στα γηρατειά του να παρηγορείται για τα λάθη του με τη σκέψη ότι αν δεν ήταν μαχητικός, δεν θα είχε κατορθώσει τίποτα.
Ο ελεύθερος στίχος δεν έχει καν την πρόφαση της πολεμικής· είναι μια κραυγή ελευθερίας, και στην τέχνη δεν υπάρχει ελευθερία. Και καθώς ο αποκαλούμενος ελεύθερος στίχος μπορεί να είναι καλός μεν αλλά όχι ελεύθερος, θα τον υπερασπιζόταν κανείς καλύτερα με ένα άλλο σύνθημα. Κάποιοι συγκεκριμένοι τύποι ελεύθερου στίχου στηρίζονται στην επιλογή του περιεχομένου ή στη μέθοδο χειρισμού του περιεχομένου. Δεν μου διαφεύγει ότι πολλοί από εκείνους που χρησιμοποιούν ελεύθερο στίχο έχουν εισαγάγει τέτοιους νεωτερισμούς -και ότι η καινοτομία της επιλογής και χειρισμού του υλικού έχει μπερδευτεί –αν όχι στο μυαλό τους, στο μυαλό των αναγνωστών τους με την καινοτομία στη μορφή. Αλλά εδώ δεν θα ασχοληθώ με τον Εικονισμό, μια θεωρία που αφορά τη χρήση του υλικού· θα ασχοληθώ μόνον με τη θεωρία της στιχουργικής μορφής την οποία ακολουθεί ο Εικονισμός. Αν ο ελεύθερος στίχος είναι μια γνήσια στιχουργική μορφή, θα έχει έναν θετικό ορισμό. Αλλά εγώ μόνο αρνητικά μπορώ να τον ορίσω: (1) απουσία σχεδίου, (2) απουσία ομοιοκαταληξίας, (3) απουσία μέτρου. Με την τρίτη από αυτές τις ιδιότητες ξεμπερδεύουμε εύκολα. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είδους στίχος θα ήταν αυτός που δεν θα είχε κανένα απολύτως μέτρο. Ακόμη και στις στήλες των λαϊκών αμερικανικών περιοδικών που έχουν παραδοθεί σήμερα στον ελεύθερο στίχο, δημοσιεύονται συ- χνά στίχοι που επιδέχονται προσωδιακή ανάλυση.
Οποιοσδήποτε στίχος μπορεί να διαιρεθεί σε πόδες και τόνους. Τα απλούστερα μέτρα είναι η επανάληψη ενός συνδυασμού, ίσως μιας μακράς και μιας βραχείας συλλαβής, ή μιας βραχείας και μιας μακράς συλλαβής, που επαναλαμβάνεται πέντε φορές. Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί, μέσα σε έναν στίχο, θα έπρεπε να υπάρχει οποιαδήποτε επανάληψη· γιατί δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στίχοι (όπως πράγματι υπάρχουν) που να διαιρούνται μόνο σε πόδες διαφορετικών τύπων. Πώς μπορεί η γραμματική άσκηση προσωδιακού συλλαβισμού να κάνει έναν τέτοιο στίχο πιο κατανοητό; Μόνο απομονώνοντας στοιχεία που απαντούν σε άλλους στίχους, και μοναδικός στόχος εδώ είναιη παραγωγή παρόμοιου αποτελέσματος κάπου αλλού. Αλλά η επανάληψη του αποτελέσματος είναι ζήτημα σχεδίου.
Ο προσωδιακός συλλαβισμός δεν μας λέει πολλά πράγματα. Πιθανότατα, δεν κερδίζει κανείς πολλά από ένα περίτεχνο προσωδιακό σύστημα, από τα πολύπλοκα αρχαιότροπα μέτρα του Σουίνμπερν. Με τον Σουίνμπερν, άπαξ και το τέχνασμα γίνει αντιληπτό και εκτιμηθεί η ευρυμάθεια, η εντύπωση ξεθωριάζει. Όταν η έκπληξη, που οφείλεται στο ότι αυτά τα μέτρα δεν είναι οικεία στο αγγλικό αυτί, περάσει και κατανοηθεί, σταματάει κανείς να γυρεύει αυτό που δεν πρόκειται να το βρει στον Σουίνμπερν, τον ανεξήγητο στίχο με τη μουσική που δεν μπορεί ποτέ να ανακτηθεί με άλλες λέξεις. Ο Σουίνμπερν είναι μάστορας στην τεχνική του, πράγμα πολύ σημαντικό, αλλά δεν είναι τόσο μάστορας ώστε να παίρνει ενίοτε ελευθερίες, που είναι το παν. Αν στα μέτρα του Σουίνμπερν υπάρχει κάτι κρυμμένο που είναι ελπιδοφόρο για την αγγλική ποίηση, πιθανότατα βρίσκεται πολύ πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα του ποιητή. Αλλά οι πιο ενδιαφέροντες στίχοι που γράφτηκαν στη γλώσσα μας, γράφτηκαν είτε παίρνοντας ένα απλό μέτρο, όπως το ιαμβικό πεντάμετρο, και παρεκκλίνοντας συνεχώς από αυτό, είτε χωρίς συγκεκριμένο μέτροαλλά προσεγγίζοντας συνεχώς μια πολύ απλή μορφή του. Αυτή η αντίθεση μεταξύ σταθερότητας και ρευστότητας, αυτή η αδιόρατη διαφυγή από τη μονοτονία είναι η καθαυτή ζωή του στίχου.
Έχω στον νου μου δύο αποσπάσματα σύγχρονης ποίησης που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ελευθερόστιχα. Τα παραθέτω και τα δύο για να δειχθεί η ομορφιά τους:

Once, in finesse of fiddles found I ecstasy,
In the flash of gold heels on the hard pavement.
Now see I
That warmth’s the very stuff of poesy.
Oh, God, make small
The old star-eaten blanket of the sky,
That I may fold it round me and in comfort lie.(2)

Αυτό είναι ένα πλήρες ποίημα. Το επόμενο είναι μέρος εκτενέστερου ποιήματος:

There shut up in his castle, Tairiran’s,
She who had got nor ears nor tongue save in her
hands,
Gone – ah, gone – untouched, unreachable!
She who could never live save through one person,
She who could never speak save to one person,
And all the rest of her a shifting change,
A broken bundle of mirrors… ! (3)

Είναι φανερό ότι η γοητεία αυτών των στίχων δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη συνεχή υποβολή και την επιτήδεια αποφυγή του ιαμβικού πενταμέτρου. Στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, και ιδιαίτερα στους στίχους του Τζων Γουέμπστερ4 (που από ορισμένες απόψεις ήταν πιο δεξιοτέχνης από τον Σαίξπηρ), βρίσκει κανείς την ίδια σταθερή αποφυγή και αναγνώριση της κανονικότητας. Ο Γουέμπστερ είναι πολύ πιο ελεύθερος από τον Σαίξπηρ· το ότι το μειονέκτημά του δεν είναι ατημελησία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, συχνά σε στιγμές υψηλής έντασης, οι στίχοι του αποκτούν αυτήν την ελευθερία. Δεν αρνούμαι το ότι υπάρχει και απερισκεψία, αλλά η μη κανονικότητα της απερισκεψίας μπορεί αμέσως να ανιχνευθεί από τη μη κανονικότητα της περίσκεψης. (Στον Λευκό διάβολο, ο Μπρατσιάνο μπροστά στον θάνατο και η Κορνηλία τρελή, σπάζουν σκόπιμα τα δεσμά του πενταμέτρου.)

I recover, like a spent taper, for a flash
And instantly go out.5
Cover her face; mine eyes dazzle; she died young.(6)
You have cause to love me, I did enter you in my
heart
Before you would vouchsafe to call for the keys.(7)
This is a vain poetry; but I pray you tell me
If there were proposed me, wisdom, riches, and
beauty,
In three several young men, which should I choose?(8)

Αυτοί δεν είναι αφρόντιστοι στίχοι. Η μη κανονικότητα εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη χρήση μικρών στίχων και το σπάσιμο των στίχων στους διαλόγους, πράγμα που μεταβάλλει τις ποσότητες. Και υπάρχουν πολλοί στίχοι στα δραματικά έργα αυτής της εποχής που καταστρέφονται από τον κανονικό τονισμό.

I loved this woman in spite of my heart. (9)
(The Changeling10)
I would have these herbs grow up in his grave.(11)
(Ο λευκός διάβολος)
Whether the spirit of greatness or of woman…(12)
(Η δούκισσα του Μάλφι)

Η γενική μομφή της παρακμής δεν μπορεί να διατυπωθεί. Ο Τέρνερ και ο Σίρλεϋ,13 οι οποίοι πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε πως έφτασαν στο τελευταίο σκαλοπάτι της παρακμής, έχουν πολύ πιο κανονικό μετρικό σχέδιο από τον Γουέμπστερ και τον Μίντλτον. Ο Τέρνερ δεν θα διστάσει, προκειμένου ο ίαμβος να είναι άψογος, να κόψει μια πρόθεση, και στην Τραγωδία του άθεου αφήνει ένα τελικό “of” σε δυο στίχους από τους πέντε. Συνεπώς, μπορούμε να διατυπώσουμε την εξής πρόταση: το φάντασμα ενός απλού μέτρου πρέπει να κρύβεται πίσω ακόμη και από τον πιο «ελεύθερο» στίχο· για να προελαύνει απειλητικά όταν κουτουλάμε και να υποχωρεί όταν ξυπνάμε. Ή, η ελευθερία είναι πραγματική ελευθερία μόνον όταν παρουσιάζεται έναντι ενός τεχνητού περιορισμού. Το ότι δεν έχει γίνει αντιληπτή η απλή αλή- θεια ότι κάποιος τεχνητός περιορισμός είναι αναγκαίος, με εξαίρεση στιγμές πρώτης έντασης, είναι, πιστεύω, κεφαλαιώδες σφάλμα, σφάλμα στο οποίο έχει υποπέσει ακόμη και ένας τόσο ταλαντούχος ποιητής όπως ο κ. Έντγκαρ Λη Μάστερς.(14) H Spoon River Anthology δεν είναι υλικό πρώτης έντασης· είναι ποιήματα στοχαστικά, όχι άμεσα· ο συγγραφέας είναι μάλλον ηθικολόγος παρά παρατηρητής. Το υλικό του είναι τόσο κοντά στο υλικό του Κραμπ (15) ώστε διερωτάται κανείς γιατί χρησιμοποίησε διαφορετική φόρμα. Ο Κραμπ είναι, σε γενικές γραμμές, πιο έντονος· είναι κοφτερός, άμεσος, αδυσώπητος. Το υλικό του είναι πεζολογικό, όχι με την έννοια ότι θα εκφραζόταν καλύτερα με πεζό λόγο, αλλά με την έννοια ότι απαιτεί έναν απλό και μάλλον αυστηρό στιχουργικό τύπο· αυτόν τον τύπο ο Κραμπ τον έδωσε. Ο κ. Μάστερς χρειάζεται μια πιο αυστηρή στιχουργική μορφή απ’ όσο οι δύο σύγχρονοι ποιητές στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, και τα επιτάφιά του πάσχουν από αυτήν την έλλειψη.
Αυτά ως προς το μέτρο. Δεν υπάρχει απόδραση από το μέτρο· υπάρχει μόνο δεξιοτεχνία. Αλλά ενώ προφανώς υπάρχει απόδραση από την ομοιοκαταληξία, οι ποιητές του ελεύθερου στίχου δεν είναι οι πρώτοι που απέδρασαν από το σπήλαιο.

The boughs of the trees
Are twisted
By many bafflings;
Twisted are
The small-leafed boughs,
But the shadow of them
Is not the shadow of the mast head
Nor of the torn sails.16
When the white dawn first
Through the rough fir-planks
Of my hut, by the chestnuts,
Up at the valley-head,
Came breaking, Goddess,
I sprang up, I threw round me
My dappled fawn-skin…(17)

Εκτός από την πιο ανθρώπινη αίσθηση στο δεύτε- ρο από αυτά τα αποσπάσματα, ο βιαστικός παρατηρητής δύσκολα θα αντιληφθεί ότι το πρώτο είναι ενός σύγχρονου ποιητή, και το δεύτερο του Μάθιου Άρνολντ. Δεν υποτιμώ τις προσπάθειες των νεότερων ποιητών να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του ανομοιοκατάληκτου στίχου. Αποδεικνύουν τη δύναμη ενός Κινήματος, τη χρησιμότητα μιας Θεωρίας.

 

Αυτό που ούτε ο Μπλέηκ ούτε ο Άρνολντ μπόρεσαν να καταφέρουν μόνοι τους, γίνεται στην εποχή μας. Ο “blank verse”, το ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό πεντάμετρο, είναι ο μόνος αποδεκτός ανομοιοκατάληκτος στίχος στα αγγλικά. Το αγγλικό αυτί είναι (ή ήταν) πιο ευαίσθητο στη μουσική του στίχου και λιγότερο εξαρτημένο από την επανάληψη των ίδιων ήχων σε αυτό το μέτρο απ’ όσο σε οποιοδήποτε άλλο. Δεν γίνεται σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας. Αλλά είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία· αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην επιλογή των λέξεων, στη δομή της πρότασης, στη διάταξη του λόγου, γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, ο ποιητής αμέσως παραδίδεται στους κανόνες του πεζού λόγου. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια.
Και αυτή η απελευθέρωση από την ομοιοκαταληξία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η απελευθέ- ρωση της ομοιοκαταληξίας. Απελευθερωμένη από την επίπονη φροντίδα να στηρίζει χωλούς στίχους, θα μπορούσε να εφαρμοστεί με καλύτερα αποτελέσματα εκεί που είναι περισσότερο αναγκαία. Υπάρχουν συχνά σημεία σε ένα ανομοιοκατάληκτο ποίημα όπου η ομοιοκαταληξία χρειάζεται για να προκαλέσει μια εξαιρετική εντύπωση, μια αιφνίδια συμπύκνωση, μια ένταση, ή μια ξαφνική αλλαγή διάθεσης. Αλλά είναι βέβαιο ότι ο τυπικός ομοιοκατάληκτος στίχος δεν θα χάσει τη θέση του. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να εμφανιστεί ένας σατιρικός ποιητής το σπανιότερο είδος μεγαλοφυούς– για να αποδείξει ότι το ομοιοκατάληκτο δίστιχο (“heroic couplet”) δεν έχει χάσει την αιχμηρότητά του από τον καιρό που το θεσμοθέτησαν ο Πόουπ και ο Ντράιντεν. Ως προς το σονέτο, δεν είμαι τόσο βέβαιος. Αλλά η παρακμή των περίτεχνων μορφών δεν έχει να κάνει με την εμφάνιση του ελεύθερου στίχου. Είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Μόνο σε μια συνεκτική και ομοιογενή κοινωνία, όπου πολλοί άνθρωποι επεξεργάζονται τα ίδια προβλήματα, μια κοινωνία όπως αυτές που παρήγαγαν το ελληνικό χορικό, το ελισαβετιανό λυρικό ποίημα και την καντσόνα των Τροβαδούρων, η ανάπτυξη τέτοιων μορφών μπορεί να φτάσει την τελειότητα. Και ως προς τον ελεύθερο στίχο, συμπεραίνουμε ότι δεν ορίζεται από την απουσία σχεδίου ή ομοιοκαταληξίας, εφόσον και άλλου είδους στίχοι υπάρχουν χωρίς αυτά· δεν ορίζεται από την ανυπαρξία μέτρου, εφόσον ακόμη και ο χειρότερος στίχος μπορεί να μετρηθεί· και συμπεραίνουμε ότι η διάκριση μεταξύ Συντηρητικού Στίχου και ελεύθερου στίχου δεν υφίσταται, διότι υπάρχει μόνον καλός στίχος, κακός στίχος, και το χάος.

____________________________________
1. Charles Reade (1814-1884). Άγγλος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το μυθιστόρημά του It is Never too Late to Mend (1856) τον έκανε διάσημο. Θέμα του είναι οι άθλιες συνθήκες των φυλακών και η αναμόρφωσή τους.
2. Το ποίημα (“The Embankment”) είναι του Άγγλου κριτικού και ποιητή Thomas Ernest Hulme, που γεννήθηκε το 1883 και σκοτώθηκε στη Φλάνδρα το 1917. Ο Χιουμ ήταν θεωρητικός του αγγλικού μοντερνισμού και ομοϊδεάτης σε πολλά του Έλιοτ. Ο Έλιοτ τον έχει χαρακτηρίσει ως«κλασικό, αντιδραστικό και επαναστατικό, στους αντίποδες του εκκεντρικού, ανεκτικού και δημοκρατικού διανοούμενου στα τέλη του 19ου αιώνα». Παρατίθεται μια κατά λέξη μετάφραση του ποιήματος του Χιουμ:
Κάποτε, στην αβρότητα βιολιών την έκσταση βρήκα,
Στη λάμψη χρυσών τακουνιών στο σκληρό πεζοδρόμιο.
Βλέπω τώρα
Ότι η ζεστασιά είναι η ίδια η ουσία της ποίησης.
Θεέ μου, μίκρυνε
Την παλιά αστροφαγωμένη κουβέρτα του ουρανού
Να την τυλίξω γύρω μου και να χουζουρέψω.
3. Το απόσπασμα είναι από το ποίημα του Ezra Pound “Near Perigord” (από τη συλλογή Lustra, 1916). Σε μετάφραση:
Εκεί, κλεισμένη στο κάστρο του, του Ταϊριράν,
Αυτή που δεν έχει ούτε αυτιά ούτε γλώσσα παρά μόνο στα
χέρια της,
Χάθηκε –α, χάθηκε– ανέγγιχτη, απρόσιτη!
Αυτή που δεν θα μπορούσε να ζήσει παρά μόνο μέσ’ από
ένα πρόσωπο,
Αυτή που δεν θα μπορούσε να μιλήσει παρά μόνο σε ένα
πρόσωπο,
Και όλα τα άλλα μια διαφεύγουσα αλλαγή,
Ένα σπασμένο δεμάτι από καθρέφτες…!
4 John Webster (π.1580-π.1634). Άγγλος θεατρικός συγγραφέας, νεότερος κατά δεκαπέντε χρόνια του Σαίξπηρ. Κυριότερα έργα του: The Duchessof Malfi  (Η δούκισσα του Μάλφι) και The White Devil (Ο λευκός διάβολος).
Ζωντανεύω, σαν κερί που έχει λιώσει, για μια στιγμή Κι αμέσως σβήνω. (Ο λευκός διάβολος, πράξη πέμπτη, σκηνή έκτη, στ.262-263.)
Σκεπάστε το πρόσωπό της· τα μάτια μου θαμπώνουν· πέθανε νέα. (Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τέταρτη, σκηνή πρώτη, στ. 266.)
Έχεις λόγο να με αγαπάς, σε έβαλα στην καρδιά μου Προτού καταδεχτείς να ζητήσεις τα κλειδιά. (Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τρίτη, σκηνή δεύτερη, στ. 61-62.)
Αυτά είναι κούφια λόγια· αλλά πες μου σε παρακαλώ Αν μου πρότειναν σοφία, πλούτη και ομορφιά, Τρεις διαφορετικοί νεαροί, τι θα διάλεγα;(Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τρίτη, σκηνή δεύτερη, στ. 33-36.)
Αγάπησα αυτή τη γυναίκα, εις μάτην της καρδιάς μου.
10 Έργο των Thomas Middleton (1580-1627) και William Rowley (1585-1626).
11 Θα ’θελα αυτά τα βότανα να φυτρώσουν στον τάφο του.
12 Είτε το πνεύμα του μεγαλείου είτε της γυναίκας…
13 Cyril Tourneur (1575-1626), James Shirley (1596-1666). Άγγλοι θεατρικοί συγγραφείς, εκπρόσωποι της καλουμένης «Τραγωδίας της Εκδίκησης» (“Revenge Tragedy”).
14 Edgar Lee Masters (1868-1950). Αμερικανός ποιητής, γνωστός από το έργο του Spoon River Anthology (1915), που περιλαμβάνει ελευθερόστιχα μικρά ποιήματα-επιτάφια, το καθένα για ένα κάτοικο της φανταστικής πόλης Spoon River.
15 George Crabbe (1754-1832). Άγγλος ποιητής.
16. Τα κλαδιά των δέντρων
Έχουν στραβώσει
Από πολλούς ενάντιους αέρηδες·
Στριμμένοι είναι
Οι κλώνοι με τα μικρά φύλλα.
Όμως η σκιά τους
Δεν είναι η σκιά του άρμπουρου
Ούτε των σχισμένων άρμενων.
[Από το ποίημα “Hermes of the Ways” της Αμερικανίδας ποιήτριας Hilda Doolittle (1886-1961).]
17 Όταν η λευκή αυγή
Μέσα από τα τραχιά ελάτινα μαδέρια
Της καλύβας μου, δίπλα στις καστανιές,
Ψηλά στην κορφή της λαγκαδιάς,
Χάραξε, Θεά,
Πετάχτηκα, έριξα πάνω μου
Την παρδαλή κάπα μου…
[Από το ποίημα “The Strayed Reveller” του Άγγλου ποιητή Matthew Arnold (1822-1888).]

***

Το Παρόν κείμενο -Το πρώτο κεφάλαιο
του βιβλίου του
T.S.Eliot , «Οι Φωνές της Ποίησης»
διατίθεται ελεύθερα από
την ιστοσελίδα του
©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013  
Τις οποίες και Ευχαριστούμε!

Luis Aragon, Τα μάτια της Έλσας (Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου)

Luis Aragon, 1929

Τόσο βαθιά τα μάτια σου πού όταν έσκυψα μέσα τους να πιω
Είδα όλους τους ήλιους σ’ αυτά να καθρεφτίζονται
Όλους τους απελπισμένους να πέφτουν μέσα να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω
Στον ίσκιο των πουλιών θολός ωκεανός
Κι αλλάζουνε τα μάτια σου σαν γίνεται αίθριος ο καιρός
Πάν’ στων αγγέλων την ποδιά σμιλεύει το καλοκαίρι νέφη
Ποτέ δεν είναι ο ουρανός όσο πάνω απ’ τα στάχυα γαλανός
Μάταια διώχνουν οι άνεμοι τη θλίψη του γλαυκού
Πιο φωτεινά τα μάτια σου απ’ το γλαυκό
Σαν λάμπει μέσα τους ένα δάκρυ
Ο ουρανός μετά από βροχή τα μάτια σου ζηλεύει
Τόσο γαλάζιο το γυαλί είν’ μόνο όταν σπάσει
Μάνα με τους πόνους τους επτά, ω, νοτισμένο φως
Επτά ρομφαίες τρύπησαν το πρίσμα των χρωμάτων
Η μέρα είναι πιο σκληρή παρά όταν θρηνεί
Η μελανόστικτη ίριδα πιο γαλανή όταν πενθοφορεί
Όταν δυστυχούν τα μάτια σου διπλό ανοίγουν ρήγμα
Όπου αναπαράγεται το θαύμα των Μάγων των τριών
Όπως όταν αντίκρισαν με κείνο το καρδιοχτύπι
Της Παναγιάς το φόρεμα να κρέμεται στην κρύπτη
Ένα μονάχα στόμα θά ’φτανε για του Μαγιού τις λέξεις
Για όλα τα τραγούδια και όλους τους καημούς
Ένα κομμάτι απ’ το στερέωμα για εκατομμύρια αστέρια
Τα μάτια σου και τα δίδυμά τους μυστικά ήταν αρκετά γι’ αυτό
Ένα παιδί εκστατικό μπρος σε ωραίες εικόνες
Τα μάτια δεν ανοίγει τόσο διάπλατα
Δεν ξέρω εάν ψέματα λες όταν ανοίγουν τα δικά σου μάτια ‘
Θα’λεγες η βροχή ανοίγει αγριολούλουδα
Κρύβουνε τάχα αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Όπου τα έντομα αφήνουν τους έρωτες τους φλογερούς
Όπως ο ναύτης που στο πέλαγος Αύγουστο μήνα θνήσκει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ
Τράβηξα αυτό το ράδιο από πισσουρανίτη
Και έκαψα τα χέρια μου στην απαγορευμένη τη φωτιά
Ω, παράδεισέ μου εσύ εκατό φορές σ’ έχασα σε βρήκα
Το Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου και Ινδία
Κι ήρθ’ ένα βράδυ που το σύμπαν έγινε κομμάτια τρία
Πάνω σε υφάλους που τους έβαλαν φωτιά οι ναυαγοί
ΚΙ εγώ έβλεπα πάνω απ’ τη θάλασσα ν’ αστράφτουν
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια

*
© Μετάφρασης: Ιωάννα Αβραμίδου

Ο Ουμπέρτο Έκο για τον πρωτοφασισμό

Μετάφραση: Gravity and the Wind
Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ο Ουμπέρτο Έκο για τον πρωτοφασισμό»

Ezra Pound, Ἀπὸ τὶς διακηρύξεις τοῦ Εἰκονισμοῦ κ.α

Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

“Εικονα” έιναι ο,τι παρουσιάζει τὸ πνευματικὸ καὶ συναισθηματικὸ σύμπλεγμα μιᾶς χρονικῆς στιγμῆς.
   Χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο “σύμπλεγμα” περισσότερο μὲ τὴν τεχνικὴ ἔννοια ποὺ τοῦ ἔδωσαν νεότεροι ψυχολόγοι, ὅπως ὁ Χάρτ, μολονότι ἴσως δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί τους.
   Εἶναι ἡ ἀκαριαία παρουσίαση ἑνὸς τέτοιου “συμπλέγματος” ποὺ παρέχει τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας
ἀπελευθέρωσης· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα ἐλευθερίας ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας ἀνάτασης, ποὺ βιώνουμε ἐμπρὸς στὰ κορυφαῖα ἔργα τῆς τέχνης.
Εἶναι προτιμότερο νὰ δημιουργήσει κανεὶς μιὰ Εἰκόνα σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ παρὰ νὰ γράψει ὀγκώδη ἔργα.
   Ὅλ’ αὐτά, πάντως, ἴσως μερικοὶ τὰ θεωρήσουν συζητήσιμα. Ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι νὰ φτιάξουμε ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΑΠΟ ΜΗ γιὰ ὅσους ξεκινοῦν νὰ γράφουν στίχους. Δὲν μπορῶ νὰ τὰ στριμώξω ὅλ’ αὐτὰ σ’ ἕναν μωσαϊκὸ δεκάλογο. Γιὰ ἀρχή, ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς τρεῖς προϋποθέσεις (τὰ αἰτήματα τῆς ἄμεσης μεταχείρισης, τῆς λεκτικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἀκολούθησης τῆς μουσικῆς φράσης) ὄχι ὡς δόγμα –ποτὲ μὴν ἐκλαμβάνεις κάτι ὡς δόγμα– ἀλλὰ ὡς τὸ πόρισμα ἑνὸς μακροῦ στοχασμοῦ, ποὺ κι ἂν ἀκόμη εἶναι στοχασμὸς κάποιου ἄλλου, εἶναι ἐνδεχομένως ἀξιοπρόσεκτος.
   Μὴ δίνεις σημασία στὴν κριτικὴ ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν γράψει ποτὲ οἱ ἴδιοι κάτι ἀξιόλογο. Συλλογίσου τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ ἔργο τῶν Ἑλλήνων λυρικῶν καὶ δραματουργῶν καὶ στὶς θεωρίες ποὺ σκαρφίστηκαν οἱ Ἑλληνολατίνοι γραμματικοὶ γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴ μετρική τους.
A Few Don’ts by an Imagiste, 1913
***

Ἄλμπα
Δροσερὴ σὰν τὰ ὠχρὰ φύλλα
τῆς καμπανούλας
Κεῖται πλάϊ μου τὸ σούρουπο.

*

Τσ’άι Τσὶ’
Τὰ πέταλα πέφτουν στὸ σιντριβάνι,
πορτοκαλόχρωμα φύλλα τριανταφυλλιᾶς,
Ἡ ὤχρα τους γαντζώνεται στὴν πέτρα.

*

Τὸ παράπονο τῆς πολύχρυσης σκάλας
Τὰ πολύχρυσα σκαλοπάτια ἄσπρισαν ἤδη ἀπ’ τὴν πάχνη,
Εἶναι τόσο ἀργὰ ποὺ ἡ πάχνη μουσκεύει τὶς τούλινες κάλτσες
μου,
Καὶ κατεβάζω τὴν κρυστάλλινη κουρτίνα
Καὶ ἀτενίζω τὸ φεγγάρι μέσα ἀπὸ τὸ διαυγὲς φθινόπωρο.

***

©Από «Τα Τετράδια του Ελπήνορα, Τεύχος 1, Χειμώνας 2009-10» – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος –Σπουδαστήριο Ελληνικής Ποίησης.