
θεατρική σπουδή στο φαινόμενο του
μικρομεσαίου
(ζωολογία 3ης χιλιετίας)
(Πεζοδρόμιο με διαβάτες, ζητιάνους, καστανάδες, παράξενα παιδιά, φαντάρους σε άδεια. Όλη η ζωολογία στο φόντο. Κάποιος σκυφτός μπαίνει στη σκηνή, ρίχνεται στη μάχη με όλους αυτούς. Φοράει ένα πουκαμισάκι καλοκαιρινό και ένα καρό σακάκι. Όλα επάνω του μοιάζουν παράταιρα. Κουβαλά κάτω από τη μασχάλη του έναν μεγάλο φάκελο. Έτσι όπως σπρώχνει, έτσι όπως κλοτσά και προσπαθεί ο φάκελος ανοίγει, πέφτουν χάμω τα χαρτιά, τα σηκώνει πρόχειρα, με αγωνία. Έπειτα οπλίζεται με κουράγιο στη μάχη ρίχνεται. Στο καφενείο βλέπει τους φίλους. Είναι όλοι τους από το υπουργείο. Κάποιοι εξ αυτών δεν έχουν πάρει ποτέ προαγωγή, μοιάζουν με παιδιά εκατό ετών. Τον άνθρωπο με τα χαρτιά που προσπαθεί εκεί έξω, τον λένε Ντίνο, έτσι απλά.)
Κάποιος από την παρέα: Ντίνο! Ε, Ντίνο! Εδώ!
(Ο Ντίνος του βλέπει, πάει να διαβεί καθέτως το πεζοδρόμιο, κάποιος τον σπρώχνει, το ρίχνουν στον καυγά, ένας αστυνόμος κάνει την εμφάνισή του, μερικές βρισιές ακόμη και ο καθένας ας πάρει το δρόμο του. Στο τέλος, φτάνει κοντά τους, κάθεται στην αδειανή καρέκλα, το μέτωπό του σκουπίζει.)
Ντίνος: Τι πράγμα φοβερό! Μα πού πάνε όλοι αυτοί; Ένας να μου πει, πού πάνε!
Κάποιος από την παρέα: Όπου και εσύ Ντίνο, όπου και εσύ.
Ντίνος: (σοβαρότερα δήθεν) Α, κοίτα να σου πω, εμένα η δουλειά μου, που είναι δουλειά μου και κανενός άλλου και δεν οφείλω να πω το ελάχιστο για αυτήν, είναι σοβαρότερη κάθε άλλης. Είναι σοβαρότατη, τι σοβαρότερη. Και για να σας προλάβω (προς όλους), ο υπερθετικός ισχύει έναντι όλων σας.
Κάποιος από την παρέα: Τι μας λέτε κύριε Ντίνο! Ώστε, είστε ο αντιβασιλέας που μας έλειπε!
Ντίνος: Δεν θα σας έλεγα τίποτε, μα αφού έτσι επιμένετε, να σας τ’αραδιάσω. Και ύστερα, μου λέτε εσείς αν δεν είναι σοβαρή η δουλειά. Μόνο να πιω μια γουλιά. Τι πράγμα είναι το νεράκι ρε παιδιά! (όλοι συμφωνούν και πίνουν πλαταγίζοντας ρυθμικά τα χείλη τους)
Κάποιος από την παρέα: (σκουπίζει το μουστάκι του) Λοιπόν Ντίνο; Θα μας πεις για πού το ‘βαλες; Τι σόι σοβαρότατη δουλειά είναι αυτή που έχεις;
Ντίνος: Λοιπόν, ακούστε. (παύση) Πηγαίνω εις το άγαλμα.
Κάποιος από την παρέα: Το άγαλμα; Ποιο άγαλμα ρε Ντίνο; Ρε παιδιά, τον χάνουμε αυτόνα!
Ντίνος: Με χάνετε, με χάνετε. Μα όχι από την τρέλα, από την δουλειά με χάνετε! Όλη μέρα γραφείο και στο σπίτι δουλειά, εμπάφιασα πια! Και από τυχερά; Τζίφος! Και γκρίνια και έπειτα με το δίκιο τους. Ένας θέλει καινούριο αμάξι, τα ‘φαγε τα ψωμιά του αυτό το παλιό. Έχουν ημερομηνία λήξεως τα οχήματα τη σήμερον ημέρα, αν δεν το ξέρατε. (όλοι κάνουν τους έκπληκτους) Και ο άλλος, θέλει το ταχύρυθμο της γερμανικής που επειδή είναι ταχύρυθμο επειδή στα τρώει ταχέως που λένε. Όσο δε για τον τρίτο, αυτός το ‘χει παρακάνει, μα είναι παιδί και θέλει να φτιάξει ένα κάστρο για να αντέξει λέει την πολιορκία. Μεταξύ μας, μου αρέσει περισσότερο αυτός ο τρίτος. Και η πολιορκία αν είναι άδικη πρέπει να δίνει την ευκαιρία στον αμυνόμενο να αντέξει. Αλλά αθροίζοντας όλα ετούτα, ρε παιδιά, μου κόβεται η ανάσα. Βάζω να πιω και το πιοτό δεν μου κάνει τίποτε, το ρίχνω στην αγάπη και σκοτώνομαι.
Κάποιος από την παρέα: (προς τον κάπελα) Ούζα παιδιά, ούζα γρήγορα! Τι λες βρε Ντίνο μας; (σοβαρά, σαν να συμπάσχει)
Ντίνος: (προς τον άλλον) Καλά έκανες παιδάκι μου, καλά έκανες. Το λοιπόν, κάθισα και εγώ και συλλογίστηκα πού να αποταθώ. Μου είπαν πως υπάρχουν γραφεία που σε δέχονται. Έπειτα μου είπαν να μετρηθώ, να ιδούν αν είμαι όντως μικρομεσαίος. Αλλιώς, λέει δεν περνώ μέσα από τα γρανάζια και το σύστημα κολλάει. Και έπειτα παραμονεύει η φυλακή διότι πρέπει κανείς να σέβεται τους νόμους (όλοι μαζί από την παρέα, “βέβαια, βέβαια” και τα ούζα πάνε περίπατο, έρχονται άλλα), και οι νόμοι παιδιά μου λένε ρητώς. “Αν δεν είστε μικρομεσαίος, παρακαλείσθε όπως απωλέσαντες τα περιττά τα βάρη. Επαναλάβατε ως ότου διαβείτε από τη χαραμάδα. Τότε μετά βεβαιώσεως θα χαρακτηριστείτε μικρομεσαίος και ευθύς όλα σας τα προβλήματα θα επιδοτηθούν. Διότι το σύστημα επιδοτεί τα προβλήματα και θεωρεί φτηνότατη, τι φτηνότατη, μεγίστη ευτέλεια την παροχή χρημάτων. Διότι πώς αλλιώς θα κρατηθεί φτωχός αυτός εδώ ο κόσμος”.
(Οι βλάμηδες, κάπως ζαλισμένοι από τα ούζα που πέφτουν βροχή, συμφωνούν και μεταξύ τους συζητούν, ο δρόμος έχει αδειάσει. Ο Ντίνος ρίχνει μια ματιά, βλέπει το λεωφορείο. Κάνει μπλονζόν τερματοφύλακα αξιώσεων, πάρτο κάτω το τραπεζάκι. Κανά δυο πέφτουν και αυτοί χάμω, το βάζουν στα γέλια, κάτι βλαστήμιες, μια αναστάτωση, κόρνες, τα παιδιά του μαγαζιού, ένας ιατρός, μια κοπέλα με δυο κατακόκκινα χείλη, σπίρτο να ανάψει τον κόσμο, σε μια άλλη περίσταση, σε ένα άλλο έργο. Ο Ντίνος πιάνεται από τη σκάλα του λεωφορείου και φωνάζει.)
Ντίνος: Είπα και εγώ, θα πάω εις το άγαλμα του μικρομεσαίου. Και θα καταθέσω τις αποδείξεις μου και ο μοντέρνος αυτός, ο νεαρός θεός θα με καταλάβει. Και έτσι μεταφυσικώς και ποτέ φυσικώς, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, τα φροντιστήρια και τα ρουχάδικα και τα νυχάδικα και τα κωλάδικα και όλα τα άδικα θα σβήσουν και η ζωή μας ομορφότερη που θα γίνει λέει. Θα του αφήσω τις αποδείξεις μου στα πόδια του και θα το παρακαλέσω να κάνει κάτι και για μένα, τον άμοιρο, τον μικρομεσαίο. Άιντε γεια μωρέ παιδιά! (φωνάζει ο Ντίνος και τώρα από τον φάκελο πέφτουν σορός τα χαρτιά, οι άλλοι τρέχουν μεθυσμένοι, σκύβουν να τα μαζέψουν, βάζουν τα γέλια , ο ένας πέφτει πάνω στον άλλον. Η σκηνή, δίχως να ελαττώνεται ο ρυθμός χάνεται πίσω από την κουρτίνα που κλείνει ήσυχα και απαλά, όπως το χιόνι του χρόνου.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.