Σοφιαλένα Ψαρρά, Έκθεση ιδεών

Χώριζε το κείμενό σου σε παραγράφους.
Οι κανόνες υπάρχουν για να τους τηρείς.
Κομμάτιασε τη σκέψη σου.
Σε τάξη να μπουν οι ιδέες.
Εύληπτα να γίνουν τα νοήματα.
Τίποτα άδηλο.
Κανένας επικίνδυνος υπαινιγμός.
Ακολούθησε τις νόρμες.
Με συμβολισμούς μη ματαιοπονείς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Έκθεση ιδεών»

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Δρόμων

ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ
Σ’ ένα οικοσύστημα βουβό
Όταν και τα παλιά παραθυρόφυλλα
Ορθώνουν αντίσταση στον άνεμο
Βαριανασαίνει ο χρόνος ατονεί
Σαν τα ξεθυμασμένα πλέον χρώματα
Στις πολυκατοικίες τού Εβδομήντα
Με πρόσφορους ακάλυπτους
Για πράξεις όταν ρίχνονται γκρεμίσματα
Από το βλέμμα εκείνο που τις τύφλωσε
Να οριστούν Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Αστοχία Υλικού-Αναψηλάφηση Γ’ ―Από τον Γιάννη Χρονάκη

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Αστοχία Υλικού-Αναψηλάφηση Γ’Από τις εκδόσεις Κέδρος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΟΝΑΚΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ:  ΑΣΤΟΧΙΑ ΥΛΙΚΟΥ-ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ, Γ΄ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗ

Η αστοχία του υλικού και η αγωνία του ποιητή

Καθώς βλέπω τον κόσμο γύρω μου και καθώς  αφουγκράζομαι το δοκιμαζόμενο φυσικό περιβάλλον  κατανοώ πληρέστερα ότι όντως πρόκειται για  «Αστοχία Υλικού». Η φράση αυτή, όρος του στρατού, της φυσικής και  της μηχανολογίας, τώρα επιστρατεύεται και στο πεδίο της ποίησης προκειμένου να σημάνει μεταφορικά δύο (τουλάχιστον) θέματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Αστοχία Υλικού-Αναψηλάφηση Γ’ ―Από τον Γιάννη Χρονάκη»

Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι ―κυκλοφορεί

Από τις ΑΩ εκδόσεις

ΣΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ

Κομμάτια κι αποσπάσματα ζωής
αργοσαλεύοντας
νυχτερινά ομοιώματα
γκρίζες σκιές
απ’ τα υγρά πλακόστρωτα μαζεύοντας
ώς το ξημέρωμα

Έπειτα
πολύ προσεκτικά το μέτρημα
μη γίνει λάθος και συναριθμηθούν
με τους παρόντες
οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν

Στο τέλος πια σαν αποκάμουν
πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν
μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά
και θριαμβεύσει ο θάνατος

✳︎

Λεωνίδας Καζάσης, λιογέρματα γεμάτα γάρμπο

Την αναχώρηση ψαύοντας, ενώ ο Ανδρέας από την Λευκωσία, με καρπούς Ποίησης, ευφραίνοντας, την τιθάσευσε

Στων δεινών τη βοή με ρίξαν, δίχως να ερωτηθώ.
Παιδί ευπόρων σε ευμάρεια τριγούσα κλώνους εύκαρπους,
μα η θάλπη έλειπε!
Πέρασαν χρόνια στης μοναξιάς το περιθώριο,
διαβάζοντας, γράφοντας, κολυμπώντας.
Ανθρώπους εγνώρισα, που, οι μισοί με πλησίασαν, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, λιογέρματα γεμάτα γάρμπο»

Κυριακή Βυρίνη, Τρία φρούτα για μια φέτα ήλιου

ΤΡΙΑ ΦΡΟΥΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΕΤΑ ΗΛΙΟΥ
(παραλλαγές σ’ έναν στίχο)
Three Fruits for a Slice of Sun
(variations on a verse)

Εισαγωγή
Τα τρία ποιήματα που ακολουθούν κινούνται γύρω από έναν κοινό πυρήνα εικόνων: ένα μούσμουλο κι ένα κεράσι — μικρά, καθημερινά δώρα που μετατρέπονται σε αισθητηριακές ρωγμές του χρόνου. Από τη λυρική ανάμνηση της παιδικής κλοπής του φωτός, στη σκληρότητα του παζαριού του κόσμου και τέλος στη σιωπηλή, οικιακή στιγμή ενός πρωινού, το μοτίβο επιστρέφει κάθε φορά σαν απόηχος: το απλό πράγμα που κρατά μέσα του αναπάντεχη ευτυχία.

Σ’ αυτές τις παραλλαγές, η πράξη της γεύσης, της αφής, της προσφοράς γίνεται τρόπος να δοκιμαστεί το βάρος και η τιμή — όχι μόνο της γλύκας, αλλά και της καθημερινότητας όπου αυτή γεννιέται. Τα ποιήματα συνομιλούν μεταξύ τους όπως τρεις σκιές ενός ίδιου φωτός, μεταφέροντας την ιδέα ότι ακόμη και μέσα σε κόπο, σκόνη ή ειδήσεις που βαραίνουν, κάτι μικρό μπορεί να επιστρέφει το αίσθημα της ημέρας στον άνθρωπο.

I. Λυρικό – τα παιδιά που κλέβουν το φως

Του καλοκαιριού η αυλή
όπου ξεχασμένα τα φρούτα ωριμάζουν·
ο ήλιος σκιές μετρά
και τα παιδιά που κάποτε ήμασταν
τις κλέβουν
Ένα ώριμο μούσμουλο, ένα κεράσι φροντισμένο —
λέξεις από θόρυβο γυμνές,
δάχτυλα που ακουμπούν το φως
πριν σβήσει
Η αγάπη θυμάμαι
ήταν πάντα κάτι που
στα χείλη μαλάκωνε
λίγο προτού χαλάσει

I. Lyrical — the children who steal the light

The courtyard of summer,
where forgotten fruits ripen;
the sun counts shadows,
and the children we once were
still steal them.
A ripe loquat, a tended cherry —
words stripped of noise,
fingers brushing the light
before it fades.
I remember:
love was always something
that softened on the lips,
just before it spoils.

✳︎

II. Υπαρξιακό / Κοινωνικό – στου κόσμου το παζάρι

Στου κόσμου το παζάρι —
βλέμματα όλα τα ζυγίζουν
Ο ήλιος ψήνει τη φτώχεια
σε τελάρα πλαστικά·
κι ο έρωτας, όταν περισσεύει,
στο τέλος πουλιέται της ημέρας
φρούτο που ντύθηκε η σκόνη
Ένα ώριμο μούσμουλο, ένα κεράσι φροντισμένο —
λαιμός γυναίκας που περίμενε,
ιδρώτας άντρα που δεν τόλμησε
γιατί λησμόνησε πώς
η γλύκα τιμή έχει
Μα όταν στο σπίτι επιστρέφω
αυτό — κι ας άδεια τα χέρια,
κι ας χώμα ακόμη φορτωμένα
κι ήλιο —
κάπως, ελπίδα φέρει.

II. Existential / Social

In the market of the world,
eyes that weigh everything.
The sun bakes poverty
in plastic crates;
and love, when it’s left over,
is sold at day’s end —
fruit touched by dust.
A ripe loquat, a tended cherry —
the neck of a waiting woman,
the sweat of a man who dared not,
for he forgot that
sweetness, too, has honor.
Yet, when I’m back at home,
though my hands are empty,
still heavy with soil
and sun —
somehow, it feels like hope.

✳︎

III. Ρεαλιστικό / Καθημερινό – δώρο πρωινού

πρωί και
λοξά στον νεροχύτη μπαίνει ο ήλιος,
τις μέρες που πέρασαν μετράει
στον πάγκο, το ψωμί,
δίπλα
ένα ώριμο μούσμουλο, ένα κεράσι φροντισμένο —
δώρο γειτόνισσας,
σ’ ένα κομμάτι εφημερίδας τυλιγμένα
τ’ αγγίζω· το δάχτυλο κολλάει
μια στιγμή μόνο,
πριν η μέρα ξανά
στα «πρέπει» να βουλιάξει.
στο ραδιόφωνο πολιτικοί,
καύσωνες, χρηματισμοί, πολέμοι —
αλλ’ εγώ το φως κοιτάζω πώς γλιστρά
πάνω στου μούσμουλου τη φλούδα.
άραγε χωρά
η ευτυχία όλη του κόσμου
σε δυο φρούτα —
δώρο κερδισμένο
ένα πρωινό;

III. Realistic / Everyday — morning gift

Morning —
and the sun slants into the sink,
counting the days gone by.
On the counter, bread;
beside it,
a ripe loquat, a tended cherry —
a neighbour’s gift,
wrapped in a piece of newspaper.
I touch them; my finger sticks.
A moment only,
before the day sinks again
into its “musts.”
On the radio: politicians,
heatwaves, markets, wars —
but I stand watching the light
slip over the loquat’s skin.
I wonder — could it be
that all the world’s happiness
would fit
into two fruits —
a hard-won gift
of a morning?

✳︎

©Κυριακή Βυρίνη

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎

Ολυμπία Θεοδοσίου, Πόλη

[χρόνος | έκτοπη κύηση]
[ζωή | καφκικό σύμπαν]
[θάνατος | κύκλος]
[μέρα | επιμύθιο]
[νύχτα | στίχοι υπέρ αναπαύσεως]
[δρόμοι | κλεψύδρες]
[εργασία | σωφρονιστικός κλωβός]
[διαβάτες | φάροι] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ολυμπία Θεοδοσίου, Πόλη»

Δημήτρης Παπαλιάς, Χαραυγές κουρασμένες

Δεν πρόλαβα να σε χαιρετήσω
δεν έμαθα πότε έφυγες
ούτε προς τα πού πήγες.
Ένα φιλί μανταρίνι μου είχες δώσει
κι εγώ σου έκλεψα δύο τρεις
από τους χτύπους της καρδιάς
που ήθελα για να αντέξω τις ανηφοριές
για να με βγάλουν πέρα
από ανέσπερους εσπερινούς
και ασυννέφιαστες μέρες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Παπαλιάς, Χαραυγές κουρασμένες»