Νίκος Κυριακίδης, τρία κίτρινα ποιήματα –και ένα παραλήρημα

 
ΠΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ
( πρώτο κίτρινο)

Ένα κίτρινο πουλί, κατέβηκε πολύ χαμηλά.
‘’Θα βρέξει’’
Με κοίταξε στα μάτια
Καταλάβαινα τη γλώσσα του:
‘’Είσαστε όλοι μαστρωποί’’
Έμενε σχεδόν ακούνητο,
απέναντι έλεγε ‘’ταχυφαγείο’’.
Στιγμές-στιγμές σαν να παίζαμε το παιχνίδι της επιβολής.
Ποιός θα στρέψει πρώτος το βλέμμα αλλού.
Εγω θα χάσω.
Γιατί πουλί δεν είμαι,
γιατί έπαιξα με τον χρόνο,
δεν είμαι ευαίσθητος στα ιόντα,
γιατί έχω φάει απέναντι.
Αυτό έχει φάει,
μόνον με ρυθμό.

***
HELPLESS
(δεύτερο κίτρινο)

Πήραν τα μάτια μου φως
Κανείς δεν θάρθει
Δεν έχω βαρίδια στις τσέπες
στα πόδια, έχω.
Περιμένω
Κίτρινα λουλούδια
Με τον θεό τους για γύρη
Και μια συγκατάβαση το πολύ,
για κάποια μικρά,
για λίγο χρόνο.

***
Ένα μήνυμα σε άγνωστον αποδέκτη
(τρίτο κίτρινο)

Έχω στο μυαλό ένα ξεκούρδιστο καναρίνι
Δεν μπορεί ούτε να φοβάται, πια.
Μόνον σιωπά κρυώνοντας
Μόνον κρυώνει μ’ αξιοπρέπεια.

***
Με την άδειά της, θα το προτιμούσα… “Θέλετε να χορέψομε Μαρία ;’’
(παραλήρημα)
Δεν σταματάμε να ψάχνουμε απαντήσεις, λύσεις ανύπαρχτων μυστηρίων, εκεί που η συγκίνηση μας παίρνει μαζί της-μέσα της ;
Δεν παύουμε να εκχωρούμε στους συμπαθείς φιλόλογους, ‘’ερμηνείες, κριτικές, κατατάξεις, αισθητικές πολυλογίες’’, εκεί που το αίμα τρέχει, εκεί τουλάχιστον.
Αυτά είναι μικροβιολογία, καννιβαλίστικη ανατομία ζωντανού. Αυτά είναι η προσήλωση στον ‘’μη όλον’’, η μεταφυσική των παπάδων, που δεν είναι μόνοι πια.
‘’Θέλετε να χορέψομε Μαρία’’; Νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα;
Άστους Μέλπω, εδώ ανατομούν ακόμη την ‘’Εποχή στην Κόλαση’’… εγώ πάντως, θα το πω ποίημα.
Ποιός ο Γιάννης;
Ένας άρρωστος και φτωχός πολύ από τα μικράτα του, με αναπηρίες, ένα θείο φάντασμα στο υπόγειο, αυτός που συνουσιάζεται με αυτές που το έχουν ανάγκη, που χαϊδεύει με τα λόγια παραμορφωμένα παιδιά, που ακούει στοργικά κατεστραμμένους άντρες ( ‘’Χωρίς να είναι γιατρός!)… που είναι ο γρίφος;
Ποια η Άννα ;
Μια που της στέρησαν το φύλο, τη ζωή, τον έρωτα, τα παπούτσια. Μια από τα μιλιούνια. Τελικά όμως της στέρησαν όλα… όχι τον Γιάννη.
Η κυρία Θαλή ;
Θύμησες, απάθεια από κούραση, ζωή χτες -στο χτες, ( η μάνα σκέτη) μέχρι να πρωτακούσει τον Γιάννη με τις τρελές του διασκεδαστικές διηγήσεις, τα παραμύθια της.
Η Μάρθα;
Παίρνεται με πολλούς, αλητεύει, πονεμένα απαιτεί, σιχαίνεται τη μιζέρια. Μα ‘’ονειρεύεται’’ ;
Ένα θηλυκό που αντιστέκεται απελπισμένα. Πάντως βρήκε τον Γιάννη κάπως, όχι βέβαια ανάμεσα απ΄ τους εραστές της.
Μαρία θαρρώ λένε το όνειρο του Γιάννη, μη σου πω πως αυτός είναι η Μαρία του, το λέει η Μέλπω : ‘’ομαδικός άνθρωπος’’ κατ΄ άλλους ‘’γενικός άνθρωπος’’ …ο ‘’εμείς’’.
Μη φλυαρώ άλλο.
Με συγχωρείτε κιόλας, αυτή ήταν η δική μου Μέλπω, η δική μου ‘’Μαρία’’.
Ελπίζω να βρείτε τη δική σας , χωρίς αισθητικούς όρους, λογοτεχνικά ρεύματα και ‘’εξετάσεις’’ σε φοιτητές.

*

Copyright©Νίκος Κυριακίδης

photo © “Amy Alt” by William Frederking, early 90’s

Ezra Pound, Ἀπὸ τὶς διακηρύξεις τοῦ Εἰκονισμοῦ κ.α

Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

“Εικονα” έιναι ο,τι παρουσιάζει τὸ πνευματικὸ καὶ συναισθηματικὸ σύμπλεγμα μιᾶς χρονικῆς στιγμῆς.
   Χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο “σύμπλεγμα” περισσότερο μὲ τὴν τεχνικὴ ἔννοια ποὺ τοῦ ἔδωσαν νεότεροι ψυχολόγοι, ὅπως ὁ Χάρτ, μολονότι ἴσως δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί τους.
   Εἶναι ἡ ἀκαριαία παρουσίαση ἑνὸς τέτοιου “συμπλέγματος” ποὺ παρέχει τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας
ἀπελευθέρωσης· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα ἐλευθερίας ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας ἀνάτασης, ποὺ βιώνουμε ἐμπρὸς στὰ κορυφαῖα ἔργα τῆς τέχνης.
Εἶναι προτιμότερο νὰ δημιουργήσει κανεὶς μιὰ Εἰκόνα σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ παρὰ νὰ γράψει ὀγκώδη ἔργα.
   Ὅλ’ αὐτά, πάντως, ἴσως μερικοὶ τὰ θεωρήσουν συζητήσιμα. Ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι νὰ φτιάξουμε ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΑΠΟ ΜΗ γιὰ ὅσους ξεκινοῦν νὰ γράφουν στίχους. Δὲν μπορῶ νὰ τὰ στριμώξω ὅλ’ αὐτὰ σ’ ἕναν μωσαϊκὸ δεκάλογο. Γιὰ ἀρχή, ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς τρεῖς προϋποθέσεις (τὰ αἰτήματα τῆς ἄμεσης μεταχείρισης, τῆς λεκτικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἀκολούθησης τῆς μουσικῆς φράσης) ὄχι ὡς δόγμα –ποτὲ μὴν ἐκλαμβάνεις κάτι ὡς δόγμα– ἀλλὰ ὡς τὸ πόρισμα ἑνὸς μακροῦ στοχασμοῦ, ποὺ κι ἂν ἀκόμη εἶναι στοχασμὸς κάποιου ἄλλου, εἶναι ἐνδεχομένως ἀξιοπρόσεκτος.
   Μὴ δίνεις σημασία στὴν κριτικὴ ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν γράψει ποτὲ οἱ ἴδιοι κάτι ἀξιόλογο. Συλλογίσου τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ ἔργο τῶν Ἑλλήνων λυρικῶν καὶ δραματουργῶν καὶ στὶς θεωρίες ποὺ σκαρφίστηκαν οἱ Ἑλληνολατίνοι γραμματικοὶ γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴ μετρική τους.
A Few Don’ts by an Imagiste, 1913
***

Ἄλμπα
Δροσερὴ σὰν τὰ ὠχρὰ φύλλα
τῆς καμπανούλας
Κεῖται πλάϊ μου τὸ σούρουπο.

*

Τσ’άι Τσὶ’
Τὰ πέταλα πέφτουν στὸ σιντριβάνι,
πορτοκαλόχρωμα φύλλα τριανταφυλλιᾶς,
Ἡ ὤχρα τους γαντζώνεται στὴν πέτρα.

*

Τὸ παράπονο τῆς πολύχρυσης σκάλας
Τὰ πολύχρυσα σκαλοπάτια ἄσπρισαν ἤδη ἀπ’ τὴν πάχνη,
Εἶναι τόσο ἀργὰ ποὺ ἡ πάχνη μουσκεύει τὶς τούλινες κάλτσες
μου,
Καὶ κατεβάζω τὴν κρυστάλλινη κουρτίνα
Καὶ ἀτενίζω τὸ φεγγάρι μέσα ἀπὸ τὸ διαυγὲς φθινόπωρο.

***

©Από «Τα Τετράδια του Ελπήνορα, Τεύχος 1, Χειμώνας 2009-10» – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος –Σπουδαστήριο Ελληνικής Ποίησης. 

Δημήτρης Δούκαρης, το Πέτρινο Πρόσωπο

(επίμετρο: Χρίστος Ρουμελιωτάκης)

ΔΙΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗ

Από τη Σωτηρία του υπόκωφου θάνατου
έως τη σωτηρία της ψυχής σου,
πάνου στο πήλινο Γουδί του αθάνατου
πόνου,
στενή κι αδιάβατος, τραχεία η οδός –
κι απ’ όσες βάραιναν σκλαβιές τον κλήρο σου,
απ’ όσες λευτεριές σκαρφάλωναν
στο τιμημένο της ζωής σου όραμα:
η Ελευθερία του Σταυρού,
στερνό μίλημα της άφθαρτης γαλήνης σου –
ενώπιος ενωπίω στη μοναξιά σου
κι η αχή σου ν’ αντηχεί εν τη ερήμω∙
ολούθε σε τυλίγουν οι κραυγές: τον Βαραββάν,
πάντοτε κι απανταχού οι κραυγές: τον Βαραββάν –
όχι εσένα, προ παντός, όχι ε σ έ ν α∙
την ιερή πλήρωση του κύκλου σου,
το σιωπηλό σπασμό του χρέους,
την κρυφή αγωνία του σκαμένου μαρτύριου –
ώ, σιγαληνή αδημονία του:
ο ποιείς, ποίησον τάχιον,
κι οι φρουροί ένα γύρω μ’ εξαντλητική καθυστέρηση
και μήτε ποιητής, μήτε τ’ ουρανού τα κύματα,
να χαιρετίζουν το μήνυμα της ολοδικής σου Ειρήνης,
στο τελευταίο της λευτεριάς σου βλέμμα –
γιέ, αλγεινής μοίρας,
απόστολε της έσχατης ερήμωσης∙
το στεφάνι σου εξ ακανθών, μαρμάρινο στεφάνι,
στ’ αναρτημένα λείψανα της εποχής μας.

***
Τέλενδος
ή το πέτρινο πρόσωπο της αγαπημένης


Ι.
«Δεν έχει νικητές και νικημένους
η αποφράς ήμερα
που όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό» —
ήχος αιώνιος και τελετουργικός
σα μυστικό γραμμένο υπερκόσμια
στο πέτρινο πρόσωπο της αγαπημένης,
που ο τοπικός γεωγράφος ονόμασε:
«η μικρά νήσος Τέλενδος»,
και ο γραμματικός:
το αληθινό πρόσωπο της ιστορίας·
αφού ο καθένας μπορεί να διαβάσει
τα δικά του νήματα της ζωής·
και ο άνθρωπος της ζωής:
το τέλειο και παντοτινό
πρόσωπο της αγάπης,
αφού σαν πέτρινο δεν αλλάζει,
όταν κάθε αγάπη αλλάζει.

***
Στην ακροθαλασσιά

Μια μέρα όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό
κι εσένα με τα πλεχτά μαλλιά σου
στον ούριο άνεμο,
κι έμενα που φυτεύω με ταραχή
μέσα στην άμμο
στολίδια απ’ την ανάσα σου,
και απ’ το πρόθυμο δέρμα σου
εφτά ολόσωμες βιβλικές χώρες
με τα εφτά αρχιτεκτονικά τους θαύματα
ολοζώντανα να θροούν τριγύρω σου,
σπαρταριστές σκιές
στο μυθικό δέρμα σου,
στην ακροθαλασσιά —
μια μέρα τα χέρια σου
μέσα στα χέρια μου
ανελέητα,
μια μέρα το πρόσωπο σου
στο πρόσωπο μου
απεγνωσμένα·
μιαν άλλη μέρα, μιαν άλλη
όταν όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό.

***
Τα δάκρυα

Θέλω να γράψω ένα ποίημα πιο αγέρωχο
απ’ το αλμυρό νερό,
ένα ποίημα εκκωφαντικό και υπόκωφο
σαν την ισόβια δύναμη της θάλασσας·
θέλω να γράψω ένα ποίημα εσωτερικά ζεστό
όπως το αίμα, που δε χρειάζεται τις λέξεις,
ένα ποίημα που να υπάρχει χωρίς λέξεις·
αλλά δε βρήκα τις αμίλητες λέξεις,
με έχουν βρει μονάχα, όπως γράφω τώρα,
τα δάκρυα —
θα μαζέψω όλα τα δάκρυα
κι εκείνα που μου ξέφυγαν μπροστά σε άλλους,
και τα ορμητικά που έτρεξαν,
σαν αφρικάνικος καταρράχτης,
πάνω στο πρόσωπο μου,
σε αναρίθμητους καιρούς·
θα μαζέψω όλα τα δάκρυα κι απ’ τα πολλά αθώα
μάτια που αγάπησα παράφορα,
αλλά κι απ’ τα διαφορετικά μάτια
που έτυχε ασυλλόγιστα να με μισήσουν.
Γιατί μια μέρα, θα τα σκεπάσει όλα
το αλμυρό νερό,
θα πνίξει τις λέξεις και θ’ αλλάξουν τα χρώματα,
αλλά θα μείνει το ποίημα με τα δάκρυα,
για να το βρουν τα άλλα δάκρυα
που περιμένουν,
ακόμη αγέννητα,
στο βυθό.

***
Οι λέξεις της Πυθίας

“Αν κατεβαίνουν βράχοι απ’ τα βουνά
και φράζουν το λαρύγγι μου τις νύχτες,
δεν είναι γιατί έπαιξαν το ρόλο τους
και στη δική μου τη ζωή οι Φαιδριάδες.
Άλλα αυτά τα διφορούμενα χαρτιά
με τις ασάφειες στις λέξεις της Πυθίας.
Οι διφορούμενες κομματικές αποφάσεις,
οι διφορούμενες φιλικές σχέσεις,
τα διφορούμενα οργανωτικά —
μια ολόκληρη ζωή
σε διφορούμενες διασυνδέσεις.
Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε
τη μια πράξη μετά την άλλη,
και μονάχα μία πράξη δε χωράει
λέξη διφορούμενη. Η τελευταία
που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύσομε
ολομόναχοι’
τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,
αγαπήσαμε ολομόναχοι,
προδοθήκαμε
και μείναμε ολομόναχοι
ως αυτή την ακροθαλασσιά,
απέναντι
στο πέτρινο πρόσωπο

***
Τα οράματα των πεθαμένων
I

Μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη,
μετρημένη με το σταγονόμετρο,
μέρα που μεταφέρεις,
με το ρυθμικό σου βάδισμα,
το αναπότρεπτο,
χασομέρισε λίγο το αλμυρό νερό σου
σ’ αυτό τον ταπεινό και άνισο
βράχο,
πίσω από τις καλαμιές —
μονάχα φωτοσκιάσεις δυσανάγνωστες
έχει απ’ τη ζωή μας,
νυχτερινές παραχαράξεις,
λιγοστές και σκόρπιες λέξεις
απ’ τα τίμια και ιερά,
τα προαιώνια συνθήματα.
Κι αν μας επέβαλαν τη διφορούμενη γλώσσα,
εμείς πρόθυμοι δώσαμε σφουγγάρια
πνιγμένα στο αίμα μας,για να σβήσουν
κάθε διφορούμενη γλώσσα.

II

Κι αν έρθουν άλλοι αγώνες,
κι αν έρθουν άλλοι σκοτωμοί,
κι αν έρθει πείνα
και απόσπασμα
και φονικό,
μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη
που με το αλμυρό νερό σου
σκεπάζεις αδιάφορη τους αιώνες,
χασομέρησε στο μοναχικό βράχο
πίσω από τις καλαμιές.
Εδώ σταθήκαμε όρθιοι,
αγωνιστήκαμε όρθιοι,
γι’ αυτό κρατάμε όρθιοι
και τα οράματα
των δικών μας πεθαμένων.

(Επιλογή Σ.Π. από το βιβλίο του Δημήτρη Δούκαρη “το πέτρινο πρόσωπο’, Εκδόσεις Τομές, Αθήνα 1979)

***

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΟΥΚΑΡΗ
Χρόνια τώρα, προσπαθώ να τακτοποιήσω τη σχέση μου με την ποίηση του Δημήτρη Δούκαρη και, χρόνια τώρα, μπερδεύομαι και ξεστρατίζω. Παρεμβάλλονται η επιβλητική μορφή του και η προσωπική μου σχέση με τον ποιητή από το 1956 ως τον αδόκητο, το Μάϊο του 1982, θάνατο του, και μου ανακατεύουν τα χαρτιά. Δεν είναι εύκολο σ’ έναν ερασιτέχνη, δηλαδή σ’ έναν αφόρητα αισθηματία, να διαχωρίσει την προσωπικότητα του από το έργο του.

*
[Ποιείν]

Larry Cool, τέσσερα ποιήματα

The coming insurrection

Στοὺς δρόμους μαινόμενες ἀνθρώπινες μορφὲς
Βαθιὰ στὸ χῶμα παλεύουν τῶν νεκρῶν τὰ σώματα
Κτύποι ἀκούγονται, στήνουν ἀγχόνες στὰ Ἐξάρχεια
Μιὰ γιγάντεια χελώνα,
Φράσσει μὲ τὸν ὄγκο της τὴν ὁδὸ Στουρνάρη.

Βρίσκω τὸ σῶμα μου σ’ ἕνα ἐρειπωμένο κτίριο
Μπροστά του μιὰ ἔνστολος γονατιστὴ
Τοῦ φιλεῖ τὴ βάλανο ψιθυρίζοντας:
-«Μορφές, εἶναι τὰ πέπλα τοῦ κενοῦ
Κι οἱ λέξεις κρύβουν καὶ φανερώνουν τὴ σιγὴ»
Τὸ σῶμα μου αἴφνης διαρρηγνύεται
Ἀπ’ τὶς ῥωγμὲς πυρακτωμένη λάβα ῥέει.

Ξημερώνει· πὰν’ ἀπ’ τὴν πόλη κρέμονται,
-ἀπὸ κανναβόσχοινα δεμένα στὰ σύννεφα-
τὰ πτώματα ἀπαγχονισμένων τραπεζιτῶν
Ἡ αὔρα τ’ ἀπομακρύνει πρὸς τὴ θάλασσα.

***

Τὶς νύκτες βγάζει τὸ δέρμα της

Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
Ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής· αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη,
Τὸ σῶμα ὑψώνεται ἁπαλά στὸν ἀέρα
Αἴφνης συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβρύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ “Φλοράλ”· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμά της
-«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
-«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
Ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.

***

Παράνοια

Καθένας σχίζει ἕνα κομμάτι ὁρίζοντα,
Καὶ ῥάβει μόνος του τὸ στενό του κοστούμι
Ὁ οὐρανὸς ἔχει κατέβει τόσο χαμηλά,
Ποὺ δὲν χωροῦμε πλέον ὄρθιοι, βαδίζομε σκυφτοὶ
Στόματα ἀνοίγουν ξαφνικὰ στὴν ἄσφαλτο,
Ἐλευθερώνοντας θαμμένες κραυγές,
Καὶ ξανακλείνουν.

Ὁ πρωθυπουργὸς κηρύσσει τὴ χώρα,
Σὲ κατάσταση ἀπόλυτης παράνοιας
-«Χαρίστε μου μιὰ σάρπα ἀπὸ ἄνεμο» ἐκλιπαρεῖ
Ἕνας τραπεζίτης τοῦ γλείφει τὸν βολβὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
Ἕνας γδαρμένος λαγὸς περνᾶ μὲ ἅλματα.

Μέσ’ τὸ κρανίο μου, ἰκριώματα
Μικροσκοπικοὶ τεχνίτες,
Οἰκοδομοῦν ἕναν κόσμο χωρὶς ἐξουσίες
Ὁ παλιὸς χάνεται μ’ ἕναν βορβορυγμό,
Στὶς δῖνες τῶν ματιῶν μου.

***

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες

Σ’αὐτὴ τὴν πόλη ποτὲ δὲν βρέχει
Ἕνα ἄλογο ὠρθωμένο στὰ πίσω πόδια,
Τρώγει τὰ σύννεφα.

Μ’ἕναν παρατεταμένο πόρδο ὁ πρωθυπουργός,
Διαγράφει στοὺς αἰθέρες ἀνεξέλεγκτη πτήση
Τὸ συρρικνωμένο δέρμα πέφτει στὰ Ἐξάρχεια
Κόρακες βγαίνουν μέσα ἀπ’τοὺς ἀνθρώπους.

Χορεύω μὲ δυὸ φίλες μου σουὶγκ στὸ “Φλορὰλ”
Τ’ἄστρα βλέπουν τὴν ἴδια τους τὴν λάμψη ἀπ’τὰ μάτια μας
Καταλήγουμε σ’ἕνα παγερὸ ξενοδοχεῖο
Εἴμαστε καυλωμένοι· τὰ μουνιά τους ἀχνίζουν
Τὰ σώματα δὲν ἀντέχουν τὴν παγωνιὰ τῆς ὕπαρξης
Φτιάχνουν γύρω τους τὸ κουκούλι τοῦ κόσμου.
Τὰκ-τὰκ ἕνας τυφλὸς μὲ τὸ ῥαβδὶ ξυπνᾶ,
τοὺς θαμμένους κάτ’ἀπ’τὰ πεζοδρόμια ποιητὲς
Ἀνασηκώνουν τὶς πλάκες καὶ βγαίνουν.

***

Copyright©Larry Cool –ιστότοπος 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλικο τριαντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο,
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδεύοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τʼ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχασε.
Τʼ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θεοχάρης Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα»

Εύη Γκάλαβου, ποιήματα

 
Άγριος κύκλος

Παρουσίες ξένες ζωντάνεψαν
μέσα στον κύκλο που λανθασμένα ζούσα.
Κουράστηκα να πατώ ίχνη που μοιάζουν δικά μου
καθώς περπατώ έξω απ’ τον κύκλο
με τους αδίστακτους λύκους μέσα
να νιαουρίζουν με τα λευκά τους δόντια.
Αρνούμαι να πιάσω το σχοινί που κρέμεται• Συνεχίστε την ανάγνωση του «Εύη Γκάλαβου, ποιήματα»

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, ποιήματα

ΛΕΥΚΗ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ

Δεν ήταν η σάτιρα
του δωδεκάτου λεπτού
που βούτηξε
τη λογική μου
σε μειδίαμα
λευκής μαρμαρυγής,
μα η νηφαλιότητα
των αθώων
που με οδήγησε
σ’ ένοχα μυστικά,
διττά κελεύσματα σιωπής
επίορκων δωρητών ψυχής.

***
ΨΕΥΔΩΝΥΜΗ ΦΥΓΗ

Σάστισα σαν είδα
το δείπνο των ανέμων
στο δείλι της βροχής
κι αναστέναξα απορώντας
«τι θέλω εγώ απρόσκλητος
ανάμεσα σε ήχους
γέλιων και θρήνων,
σε αλήθειες και ψέματα,
γάμων και κηδειών».
Δείκτης σιωπής,
φως αντοχής
και δώδεκα χτύποι
της καρδιάς μου
σαν χάθηκα χαράματα
στα εντός μου,
ανήμπορος πειρατής
στα ίχνη
ψευδώνυμης φυγής.

***
ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ

Πρώιμη στάχτη
της υψικαμίνου
πεταμένη στο πέλαγος,
σαν άλλη ξενιτιά
της μοίρας μας,
το αβέβαιο
της θέλησής μας
και το άβατο
της ηθικής μας,
κάθε πρωί
που θρηνούμε όνειρα,
κάθε βράδυ
που κερνάμε υποσχέσεις.

***
ΑΛΛΗ ΓΟΗΤΕΙΑ

Πουλάω
ό,τι μου χάρισες,
ένα βλέμμα
κι ένα χαμόγελο
σε οδοντοστοιχία
απολύτως λευκή,
μα τόσο τηλεοπτική.
Γιατί να θυσιάσω
κι άλλες νύχτες
θερινού σινεμά
με πασατέμπο,
για παζάρια
ημιθανών προσκλήσεων
σε γεύμα υποκρισίας;
Μου αρκεί
η ξέφρενη προσμονή
μιας άλλης γοητείας,
που δεν ενοικιάζεται,
ούτε πουλιέται.

***
ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα
ένα μήλο,
γέρασα από αναμνήσεις,
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας «like»
σε τετράστιχα ημερολογίου.

***
ΓΥΜΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Έφυγε η γραφή
κι έμεινε η σιωπή
κολλημένη στην άμμο ρίμας,
που έπλασε
με στάχτες χαϊκού
ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
σε χαλεπούς καιρούς,
με ενδιάμεσους σταθμούς
γυμνά διηγήματα
που δεν άντεξαν
το καθωσπρέπει της ενδοχώρας
και ντυμένα ποιήματα
που τιμωρήθηκαν
σε ακτές γυμνιστών
με απαγόρευση εισόδου.

***
ΑΠΩΛΕΣΘΗΝ

Άφησες ένα post-it
με υποσημείωση
το πραγματικό σου πρόσωπο,
γεμάτο ρυτίδες,
χωρίς χαμόγελο,
με αμέτρητα «απωλέσθην»
να ναρκοθετούν μορφασμούς
κατ’ επίφαση ευτυχίας.
Είναι ακόμη
κολλημένο εκεί,
από τότε που πάγωσα
πριν προλάβω
ν’ ανοίξω το ψυγείο.

***

Copyright©Δημήτρης Π. Κρανιώτης

photo©Paul D’Amato, 1997

***
Σύντομο βιογραφικό: Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι ιατρός παθολόγος και ποιητής από τη Λάρισα. Έχει εκδώσει 7 ποιητικές συλλογές: «Ίχνη» (1985), «Πήλινα Πρόσωπα» (1992), «Νοητή Γραμμή» (2005), «Dunes (Θίνες)» (Ρουμανία 2007), «Ενδόγραμμα» (εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010), «Edda (Έδδα)» (Ρουμανία 2010), «Iluzione (Ψευδαισθήσεις)» (Ρουμανία 2010). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε 20 γλώσσες.