Ασημίνα Λαμπράκου, Τα εκτός γραμμής

_______εωθινό
Προελαύνει το τέρας μάτια μου με κρόταλα
λάμψεις χάχανο θριαμβικό μέλη σιδερένια
όπλα στο ύψος της καρδιάς με τη γαστέρα
οξύ γεμάτη· γέννες συφιλιδικές κι αίμα από
άντερα του χειρότερου σε δηλητήριο φιδιού.

Εμείς, εμείς κάτι μικρά: η πατριδούλα, η θρη- Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Τα εκτός γραμμής»

Θ.Δ.Τυπάλδος, Το τοπίο μέσα της

Η Ζ… ήταν πάντα τόσο φοβισμένη. Από μικρή ένιωθε τον φόβο. Φόβος για το να μη μείνει μόνη της, φόβος όταν δεν ήταν μόνη της, φόβος για το κάθε της βήμα, την κάθε της αντάμωση με κάποιον γνωστό και πολύ περισσότερο, με κάποιον άγνωστο. Βυθιζόταν συνέχεια μέσα στον πυρήνα τού φόβου και ταυτόχρονα, φοβόταν μη κάνει το βήμα και βγει από ‘κει. Η ελευθερία έμοιαζε να την φοβίζει περισσότερο κι από τον φόβο. Αν προσπαθούσε να πάει προς την ελευθερία, τα βήματα της γίνονταν ασταθή, αβέβαια – ήταν ένα βρέφος που πάλευε με θεούς και δαίμονες να μάθει να περπατά δίχως βοήθεια από εξωγενείς παράγοντες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θ.Δ.Τυπάλδος, Το τοπίο μέσα της»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μια παρ’ ολίγον αδικοχαμένη αρραβωνιαστικιά

Φοβερές
του έρωτος
οι συνέπειες

Ανταπόκριση από τ’αστυνομικά της κυριακάτικης της φυλλάδας, της αβάσταχτης. Φανταστική πέρα για πέρα, τοποθετημένη στην παλιά την εποχή, σε έναν καιρό θολό πια και ξεχασμένο, σαν τα τοπία του Κλωντ Λοριάν, αν έχετε υπόψη.

“Περί την ενάτη φάνηκε το τσούρμο. Εμπρός πηγαίνανε οι αρραβωνιάρηδες, πίσω οι γονείς και οι θείοι και έπειτα οι γείτονες και οι άνθρωποι οι πιο κοντινοί. Παραπίσω ακολουθούσε όλη η γειτονιά, ήσαν και τα όργανα ανάμεσά τους, παιδιά, μωρά, χαλασμό να ιδείς και να μην τον επιστεύεις! Είχε πιάσει το τραγούδι εκείνο το μπουλούκι που χαλούσε το χωριό και σκόρπαγε τη γαλήνη της γενικότερης φύσεως. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μια παρ’ ολίγον αδικοχαμένη αρραβωνιαστικιά»

Robert Musil, γνώση που το φέγγος της δίνει στη γη άλλη όψη

Ο Ούλριχ θυμόταν ακόμα καλά πως το στοιχείο της αβεβαιότητας είχε ανακτήσει το κύρος του. Όλο και περισσότερες διακηρύξεις στοιβάζονταν, όπου άτομα με κάπως αβέβαιο métier -ποιητές, κριτικοί, γυναίκες και οι εξ επαγγέλματος νέοι- κατηγορούσαν την καθαρή γνώση πως έμοιαζε με ένα μοιραίο κάτι που διαμέλιζε όλα τα υψηλά ανθρώπινα έργα, χωρίς νε είναι σε θέση να τα ανασυνθέσει, και απαιτούσαν με νέα ανθρώπινη πίστη, επιστροφή στις αρχικές αξίες, πνευματική αναγέννηση, και ένα σωρό άλλα του είδους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Robert Musil, γνώση που το φέγγος της δίνει στη γη άλλη όψη»

Μανόλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι…

Φοβᾶμαι…

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανόλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι…»

Λεωνίδας Καζάσης, του γυμνού κρεμάμενου κορμιού το σφρίγος

Κατά Μάρκου, κατά Ματθαίου, κατά Λουκά, κατά Ιωάννου

Και είπεν αυτοίς!
Ω δύναμις ιερά εξαντλήσεως ζωογόνου!
Ω αβάσταγη του πνεύματος ροή θεία!
Όταν εβδομηντάχρονη εις γραφείον επάνω
εχάνετο, δοσμένη σε αυτό που η άποψις αποκαλεί
αύθαδες, χυδαίον, ηθικής κατακραυγή,
σε αυτό, που, την φαντασία της ζωης εγείροντας, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, του γυμνού κρεμάμενου κορμιού το σφρίγος»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα

λεπτομέρεια από χαρακτικό 15ου αιώνα -ανώνυμου

στα 1480

δοκιμή για την
τελευταία σκηνή

Σιμονέτα Κατάνο[1] γλιστρά σαν άνεμος μες στα δωμάτια του παλιού παλάτσο. Έχει τα μαλλιά της λυτά, στο πρόσωπό της ανάγλυφη η αγωνία. Έχει τους ώμους της γυμνούς, αν μπορούσε ο Μποτιτσέλι να την δει ετούτη τη στιγμή, είμαι βέβαιος πως θα τη ζωγράφιζε. Κάτι πρόχειρο, μα να σώζει λέει την ομορφιά της μες στους αιώνες.

 Οι ευνούχοι και οι γραμματείς στέκουν και υποκλίνονται, εκείνη περνά κρατώντας ψηλά το φουστάνι της. Όλα διαθέτουν μια δαμασκηνιά απόχρωση. Στο φόντο της σκηνής ανοίγουν ξαφνικά δωμάτια, προβάλλονται μορφές της τέχνης, όλα μες σε μια στιγμή, δίχως να μπορεί κανείς να σταθεί βέβαιος εμπρός σε εκείνο που είδε. Ποιος είδε την Σιμονέτα και δεν την αγάπησε, τόση ήταν η ομορφιά της. Μα σήμερα πέφτανε οι τίτλοι του τέλους και εκείνη η παράνομη, η ριψοκίνδυνη ιστορία ολοκληρωνόταν. Της μήνυσαν πως τη γυρεύει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα»