Μάρκος Μέσκος, Όσο θηλάζει η ερημιά τις χαμηλές φωνές

(Έδεσσα, 7 Σεπτεμβρίου 1935 – 1 Ιανουαρίου 2019)

Μοναξιά

Έτσι φαντάζεσαι. Συχνά όμως δεν είναι.

Ξαφνική πετριά στο νερό κύκλος και κύκλος έγκλειστον δείχνει
την πληγή που τσάκισε την ηρεμία και τώρα αφηγείται:
πρώτα η σιωπή∙ και τα λησμονημένα κόκκινα φύλλα
στο χώμα κείτονται ή στον αέρα κοκόρια αποκεφαλισμένα
ελάχιστα ελπίζουν. Άγνωστα τα ηχηρά παιχνίδια — σιωπή

πεθαμένη. Ακροβολισμένα σκυλιά μοιράζονται το σκοτάδι.
Ήσυχα κοιμάται το κοπάδι — ήσυχα; Και ποια ψυχή κρύβει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάρκος Μέσκος, Όσο θηλάζει η ερημιά τις χαμηλές φωνές»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ

Μια ιστορία σαν όλες τις άλλες.
Με έρωτες αδέξιους με φιλίες προδομένες,
με ένα περιγιάλι στο φόντο

…[Στο θολωμένο μου μυαλό
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ’ τα παλιά και
κάποιο πάθος μου τρελό…]
Άκης Πάνου

Θα’ρθώ να σε πάρω. Αυτό της είπε και ήταν ο τρόπος του, σίγουρος, τελειωτικός. Τ’άλλο πρωί φόρτωσε στο λεωφορείο τα πράγματα και έφυγε. Φίλησε τον πλάτανο και δεν κοίταξε πίσω του. Πώς να τ’άντεχε να ‘ βλεπε την Κρινιώ να κλαίει και να πονεί, την Κρινιώ του που την αγάπησε ως τα βάθη, που την κράτησε μες στην καρδιά του, όπως κάνουν με τα εικονίσματα και με τα πράγματα της ειδικής της αξίας.

Έπειτα το πλοίο, μήνες ολόκληρους, μια πολιτεία απάνω στο νερό, για πού τραβά, τι να’βρει ψάχνει; Άμα πιάσανε στο Περθ ρίχτηκε στη δουλειά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Περθ»

Λεωνίδας Καζάσης, Σημεία

Κοιτώ επίμονα στα μάτια σου, επίμονα τα μάτια σου κοιτώ, στα μάτια σου κοιτώ, δεν υπάρχει τίποτα, τώρα, εκτός από τα μάτια σου. Κοιτώ στα μάτια σου και στο πρόσωπό σου, που, τα μαλλιά σου από πάνω ευρίσκονται.
Το πρόσωπό σου κοιτώντας, οι άκρες των δαχτύλων μου τα μαλλιά σου ψηλαφούν, ενώ τα μάτια σου, ενώ στα μάτια σε κοιτώ, τα μαλλιά σου ψηλαφώ, συνεχίζω , στα μάτια να σε κοιτώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Σημεία»

Γιώργος Γκανέλης, Το ίζημα που άφησε ο χρόνος ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

ALEA JACTA EST

Μένει να αποδειχθεί το φαιδρό της υπόθεσης
εντός τριών μηνών το διαπραχθέν αδίκημα
που με τόση μαεστρία προτάθηκε ως βάσιμο
και κυρίως το στιβαρό αντίβαρο της κόλασης
κλειδί γαλλικό στο πιο ξεχειλωμένο ταβάνι
σφίγγει διακριτικά το έρεβος πριν να βρέξει.

Μετά το αλυσοπρίονο φάλτσα ηχεί μεσάνυχτα
κακοποιώντας όλους τους κολασμένους αστούς
και δεν ακυρώνει καμία προηγούμενη απόφαση Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Γκανέλης, Το ίζημα που άφησε ο χρόνος ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση

εργάκι με το χαρακτηριστικό της υπερβολής
και της μεγέθυνσης σε ορισμένα σκηνικά μέσα,
σε ρούχα και φερσίματα

οπικό θέατρο μικρής πόλεως. Σε λίγο αρχίζουν οι θερινές διακοπές, τα παιδιά εκτελούν ασκήσεις, γράφουν ποιήματα, λένε τραγουδάκια, ανόητα μα όσα διαθέτουν ξεχωριστές φωνές, χειροκροτούνται από τους μεταλλωρύχους που νιώθουν κάπως άνθρωποι και αυτοί. Η αίθουσα διαθέτει ξύλινη επένδυση, η σκηνή στέκει υπερυψωμένη, μερικά παιδιά κάνουν κάποιες ασκήσεις, υποκλίνονται και παίρνουν το βραβείο τους ή μια ευχή για το καλοκαίρι αν δεν τα κατάφεραν τελικά. Τα παιδιά τρέχουν στην αγκαλιά των γονιών τους, στις πρώτες σειρές κάθονται τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Ο έμπορος, ο δήμαρχος, ο ιατρός, ο αστυνόμος και ο κομματάρχης. Τελευταίος στη σειρά βγαίνει ο Μάριο, ένα παιδί δεκαέξι χρονών. Από κάτω ψίθυροι, μα στην γαλαρία ένα καρβουνιασμένο πρόσωπο λάμπει από ευτυχία. Είναι η μητέρα του Μάριο, κανείς άλλος δεν ζει. Κλαίει και κάθε τόσο πασαλείβει το πρόσωπό της με τον άνθρακα, της ζωής τον μόνο και πιο πιστό σύντροφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση»

Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή

Επίσκεψη πρώτη

Σαν να βγήκα από ύπνο βαθύ, η άμορφη γκριζάδα μπροστά στα μάτια μου εξατμίστηκε και είδα καθαρά τα σχήματα και τα χρώματα. Ένας κήπος. Ένας ψηλός τοίχος. Χωράφια ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Και στο βάθος δυο βουνά. Η γυναίκα με τα άσπρα, που μύριζε μαλακτικό για ρούχα και αντισηπτικό, μπήκε στο δωμάτιο να με μεταφέρει από την πολυθρόνα στο κρεβάτι. Έδειξα με το δάχτυλο το ένα βουνό και είπα «Όλυμπος».

Βλακεία έκανα. Η γυναίκα τα ‘χασε, σα να χάρηκε, σα να ανησύχησε. Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιο ο αντιπαθητικός άντρας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τρία ποιήματα

I

Ο ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ

Ορφέας απαθής ο Ελληνομνήμων,
έτσι όπως οδηγεί τη Μνήμη του στο φως,
γυρνά να την κοιτάξει – πόθος του κρυφός–,
για να χαθεί, κι αυτός να μείνει αμνήμων.

*

II Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τρία ποιήματα»