Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Ζωγράφος της οδού Καρλ Γιόχαν


Αυθαιρεσία σε πίνακα του Munch

Στο Όσλο συμβαίνουν θαύματα. Αργά τις νύχτες, στη λεωφόρο Καρλ Γιόχαν που ήταν πάντα ένας δρόμος αστικός και κοσμικός οι νεκροί Νορβηγοί επαναλαμβάνουν τις απογευματινές συνήθειές τους. Πάει να πει πως συνοστίζονται στις πλατιές πεζοδρομήσεις, επιδεικνύοντας ένα ενδιαφέρον ζωηρό για τις βιτρίνες και τα νορβηγικά καταστήματα. Στέκουν νεκροί, μες στη λήθη τους, παρατηρούν τους μετανάστες, τους αργυραμοιβούς, τους εργάτες της πυλοποιίας και άλλους που ως αργά μένουν μες στα μαγαζιά και δεν μιλούν, μήτε ποτέ θα μπορέσουν να υποψιασθούν πως οι νεκροί, αστοί Νορβηγοί τις νύχτες κατακτούν και πάλι την πόλη τους.
Πως έχουν περάσει πια οι εποχές του χρώματος και του ονείρου δεν φαντάζονται. Και έτσι ζουν ανάμεσα στις σκιές και τους αδρούς ήλιους, ανάμεσα στ΄αστικά φαντάσματα και τα επιγραφοποιεία. Οι νεκροί Νορβηγοί, άνδρες και γυναίκες της εποχής του Μυνχ και ίσως παλαιότεροι ακόμα, φορούν κατάμαυρες κάπες, τα υψηλά των ευγενών. Περπατούν με τις γυναίκες τους, οι κορδέλες ανεμίζουν πάνω στα γείσα, αποκαλύπτονται ονόματα θρυλικών, ψαράδικων πλοίων και άλλων που ανήκουν στους στόλους του παρελθόντος.
  Λοιπόν, εκείνοι οι νεκροί Νορβηγοί στέκουν στο τέλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Στέκουν και δεν μιλούν, μόνο κοιτούν με τα λευκά, πανσέληνα μάτια τους ίσια ευθεία στις καρδιές. Και δεν μιλούν, με σφραγισμένα στόματα και όλο χώματα στα βλέφαρά τους δεν μιλούν, συντριμένοι με τα παιδιά τους μερικοί. Θα φθάσουν κάποτε στο ακραίο σημείο του πλαισίου, φανερώνοντας μια τραγική κατατομή. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, δίχως αμφιβολία πως οι νεκροί Νορβηγοί των θαυμάσιων νυχτών, ανήκουν στη μεγάλη εποχή της σιωπής, σηματοδοτώντας μια πόζα καλλιτεχνική, στο ύψος του εξπρεσιονισμού. Ίσως ακόμη συγκρατούν μονάχα τα ανυποψίαστα περιεχόμενα.
  Τα σπίτια σ΄όλο το μήκος της οδού Καρλ Γιόχαν ανοίγουν τα βραδινά τους μάτια, κοιτούν προς το δρόμο που είναι πια αλλιώτικος, διόλου αγροτικός. Είναι γεωμετρικές κατασκευές ετούτα τα σπίτια, κρατούν τα ποικίλα επίπεδά τους στο χείλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Κάποτε ανήκαν στους νεκρούς Νορβηγούς, με τα οστεώδη πρόσωπα μάσκες, κοντά, πολύ κοντά στην αισθητική μιας πεπαλαιωμένηες πινακοθήκης. Προτού ξημερώσει ο αιώνια εφηβικός, νορβηγικός ήλιος, οι Νορβηγοί ευγενείς, οι γυναίκες και τ΄άλλα, τα πιο θολά και αδιάκριτα λάδια θα αποσυρθούν προς το κοιμητήριο του Όσλο. Ανάμεσα στις λίμνες κοιμούνται οι πεθαμένοι, κάτω από ψηλούς σταυρούς και ομοιώματα του αρχαιοελληνικού, νεανικού θεού Ύπνου. Αυτά τα σπάταλα διακοσμημένα μαρμαρόγλυπτα είναι τ΄άσπρα, τα ωραία σπίτια των πεθαμένων. Σ΄ένα μνημείο, μάλλον αριστοκρατικότερο του συνηθισμένου μπορεί κανείς να δει μια έξοχη μίμηση του μαρτυρίου του Αγίου Μαυρικίου. Αλλού επαναλαμβάνονται τα δράματα της πόλεως Τολέδο, όπως ας πούμε η ταφή του κόμητος Οργκάθ και άλλα. Οι ευεργεσίες και οι καταγωγές απόψε εκπληρώνονται.
  Εκεί θα ησυχάσουν οι νεκροί, πετώντας τα καπέλα τους στου ανέμους. Αυτά τα τελευταία θα φέρει ο καιρός πολύ αργότερα μες στα νερά. Τα ήσυχα ποτάμια που κυκλώνουν την πόλη του Όσλο πλέουν γεμάτα από τις κορδέλες και τους παναμάδες και τα υψηλά μιας ολότελα λησμονημένης τάξεως. Είναι πανικός οι νεκροί του Όσλο, είναι τα πρόσωπα μετά την κραυγή, είναι πρόσωπα με σκοτωμένη και ασάλευτη την άλλοτε προτεταμένη φλέβα του μετώπου. Οι νεκροί του Όσλο κρατιούνται στους καμβάδες σαν χαμένα χρώματα, τεμαχισμένοι και μόνοι θα επιστρέψουν λοιπόν κάποτε στα Λίβυθρα μ΄ολη τους τη λύπη και τη σιωπή. Οι νεκροί Νορβηγοί, σύμβολα της τάξης και της εποχής τους, περίλυποι απομένουν, με φωνή παλιά και υλική εμπρός στα τετράγωνα σπίτια, οι Νορβηγοί, δίχως τα στόματα πια, δίχως τα χέρια τους, άνθρωποι από κιμωλία, γραμμένοι εδώ και χρόνια.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός, πλησιάζοντας το χώμα. Είναι ένα βλέμμα σε απόσταση από τους ανθρώπους και τους συχνωτισμούς. Γερασμένος και μυστηριώδης εκείνος ο άνδρας, ένας παλιός αναρχικός της τέχνης και της πόλεως. Ένας ποιητής, πάντοτε πέρα και έξω από κάθε μονομέρεια και κάθε θάνατο και απ΄όλα τα πλήθη. Ετούτοι οι νεκροί Νορβηγοί θα μπορούσαν να αποτελούν τη μυθολογία των αποκρεών ή ένα μύθο, δίχως πια την υγεία του.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός.
  Βαδίζει μόνος στην οδό Καρλ Γιόχαν και ήσυχα απομακρύνεται. Καταυγάζει, δίχως παραφορά, σαν τέχνη. Έχει διδάξει μ΄επάρκεια την τεχνική της κραυγής που θα μας απασχολήσει.Δεν είναι καθόλου απόμακρος, διόλου νεκρός. Είναι ζωγραφιά αυστηρή και απλή. Μορφή του μέλλοντος, ανεπανάληπτη. Άνθρωπος των συνόρων με μια καταγωγή που μόλις στις μέρες μας τείνει να επιβεβαιωθεί πια ως είδος. Ο αδιόρατος άνθρωπος όλο κατευθύνεται.
*

©Απόστολος Θηβαίος
Εικονογράφηση: Edvard Munch, «Ανοιξιάτικη μέρα, στην οδό Karl Johan», 1892

Όλες οι «Ανταποκρίσεις του Απόστολου Θηβαίου»

Αφροδίτη Λυμπέρη, Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης -ποίηση

(ποιήματα από τη συλλογή)
Ηνίοχος

Μαστιγώνεις το άπιαστο
με πόθους από ερείπια.
Μοιράζεις μελανιές στις κόρες
που ορέγονται
τους αρρενωπούς σου αντίχειρες.
Με βασκανίες
διαλέγεις
εξιλαστήριο θήραμα.
Φετιχιστής του ομφαλού
κυκλώνεις το σύμπαν.

Σαδιστή
πότε θα στο πούνε;
Ανώφελο το κάλλος
αν δεν υπάρχει άλλος
αν δεν υπάρχει
να το ξορκίσει.

***
 
Επεισόδιο

Σέρνεις το σανδάλι στο μάρμαρο.
Αργά.
Κάθε σου βήμα χάδι στα μάγουλα των δούλων.
Με το χέρι σου σκάβεις μύθους
φυτεύεις τον χιτώνα σου.
Λιοστάσια πλέξαν στον αργαλειό
τις μπούκλες σου.
Κοιτάς τον χρησμό σου να σκηνοθετεί
κι εσύ γράφεις υπότιτλους
από μέλανα ζωμό.
Ταξιθέτης στους τυφλούς κίονες
ορίζεις τις μέρες σου
βγαίνοντας απ΄την ωραία πύλη.

***
 
Rec-vie-M

——————-Μοιάζω να’χω σώμα μέλισσας
———–με κίτρινο κάλυπτα τ’άσπρα μαλλιά
—————-τα γδαρμένα γόνατα με μαύρο
——–Κυνηγούσα τις απολαύσεις με μανία.
——Λάτρεψα την αναρρίχηση στους μίσχους
—————-σιχάθηκα τ’ανυπόμονα μπουμπούκια.
————–Δε με συγκίνησε ποτέ το μέλι.
—————–Άλλες γεννιούνται για μανάδες
—————–κι άλλες για φτερωτές μοιχαλίδες.
————–Ρουφώντας το κεντρί της μοναξιάς
—————δηλητηρίαζα ερωτικά τα μάτια
——που γλεντούσαν με αλκοολούχο μίσος.
—————-Και τώρα εγώ νεκρικά μυστηριώδης
———————-ανοίγω δειλά την μπαλκονόπορτα
——————-και πορεύομαι ξανά μετέωρη

c’est la vie
αυτό να γραφεί
στην τελευταία μου κηρήθρα.

Είπαν
πως κάποιος είχε πατήσει το rec στο μαγνητόφωνο
για να καταγράψει την Iεροτελεστία της Άνοιξης.
Μάταια.

Ένας μονόλογος κι ένα νανούρισμα
μόνο ακουγόταν για άγρια παιδιά
κι ευαίσθητα θηρία.
Τραγούδι από πληγωμένες κεραίες
και βραχυκυκλωμένα φτερά
που σέρνονται σε περαστικές ρόδες τυχαίων αμαξιών.

***

©Αφροδίτη Λυμπέρη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Het Overijsche Huisje» 2010

***


Αφροδίτη Λυμπέρη
Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης
Εκδόσεις Θράκα

Η Αφροδίτη Λυμπέρη γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Είναι τελειόφοιτη του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Παράλληλα,έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ποίησης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. με τον Στρατή Πασχάλη και του Νεανικού Εργαστηρίου Ποίησης “Τάκη Σινόπουλου” με την Τασούλα Καραγεωργίου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά ποίησης.Πρόκειται για την πρώτη της ποιητική συλλογή.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το γράμμα της Ρηνούλας: Άγιε Νικόλαε, όχι σφήκες…


Αγαπητέ Άγιε Νικόλαε,

Είμαστε καλά το αυτό επιθυμούμε και διε σας. Με λένε Ρηνούλα και πάω στα νήπια. Δεν ξεύρω να γράφω ακόμη κι εγώ τρώω μία μπανάνα τώρα. Η καλή μου η γιαγιά η Ειρήνη, το γένος Ζώτου, γράφει το γράμμα που της λέω εγώ, γιατί μου είπε πως θα το γράψει, αφού φάω πρώτα το αυγό μου και είμαι όπως πρέπει καλό παιδί, χωρίς να κάνω φασαρία και χωρίς να λερώσω το φρούτρερ μου. Η γιαγιά θα το ρίξει και εις το κιβώτιο των γραμμάτων.

Είμεθα εγκαταστημένοι στις Βρυξέλλες οικογενειακώς από το σωτήριον έτος 1967 και καταγόμαστε από την Ήπειρο και προκάναμαν να δημιουργήσομεν περιουσία όταν φτάκαμαν με τις ευλογίες όλων των αγίων της Ορθοδοξίας, ελπίζω να μην σε ενοχλεί Άγιε Νικόλαε, που δεν εννοώ ακριβώς εσένα, διότι εμείς σε έχομεν άγιον των ναυτικών και ξεκαθαρισμένον, έχομεν τον Άγιο Βασίλη διά τα δώρα στα παιδιά, και εδώ μας έχεις μπερδέψει, στην Ελλάδα έχουνε τον Άγιο Βασίλη και όχι εσένα, αλλά φοράει τα ίδια ρούχα αυτός που δίνει δώρα, είναι σωστό όμως αυτό να έχεις τόσα ονόματα, είναι αλήθεια ότι είσαι ίδιος ή λες ψέματα; Και μοιάζεις και με τον Περ Νοέλ. Όμως εγώ ξέρω και ένα κορίτσι που το λένε Θάλεια και Ελπίδα και Αλεξάνδρα. Σε βαφτίσανε κι εσένα με τόσα ονόματα ή είναι κόλπο για να κάνεις κακές πράξεις ή για να φέρνεις πιο πολλά δώρα; Εμένα θα μου φέρεις και την Πρωτοχρονιά κι άλλο ή όχι, και τα Χριστούγεννα τι θα κάνεις; Από θαλασσινός μας βγήκες του χιονιού, Άγιε Νικόλαε, και ρωτούν τα παιδιά και δυσκολευόμαστε να απαντήσομεν, αλλά τι να κάμομεν, στα ξένα είμαστε, κι έτσι το έχουν εδώ οι καθολικοί, αλλά διατηρούμε και τις παραδόσεις και έχομεν περισσότερα έξοδα, φέρνουμε και την Πρωτοχρονιά τον Άγιο Βασίλη με αεροπλάνο από την Ελλάδα. Αλλά το παιδί αποστέλλεται εις νηπιαγωγείον βελγικόν, διότι εδώ θα μείνει και θα σπουδάσει και θα ζήσει και πρέπει να προσαρμοστεί στις συνήθειες του τόπου, διά τα τέκνα έχομεν φτιάξει θυσίες πολλάς, αλλά τα ψυχοσάββατα εμείς τα τηρούμε, και η γιαγιά και ο παππούς είχαν μπακάλικο με ελληνικά φαγητά.
Είμεθα Έλληνες του Βελγίου και διατηρούμε σχέσεις θερμές με την ομογένεια. Επισκεπτόμαστε τους συγγενείς εις την πατρίδα μία φορά το χρόνο και κάνουμε μπάνια στη θάλασσα που είναι γαλάζια, γιατί εδώ μία φορά που πήγαμε εις την Οστάνδη είναι πολύ γκρίζα, σαν λάσπη, σαν να έχουνε βάλει μέσα χώματα είναι η θάλασσα εδώ, ενώ στις φωτογραφίες έχει άλλο χρώμα, και εγώ ρώτησα αν είναι ψεύτικη η θάλασσα ή οι φωτογραφίες, κάποιος λέει ψέματα, γιατί δεν μπορεί το γαλάζιο να το λένε θάλασσα και αυτό εδώ θάλασσα πάλι, και χωρίς ήλιο, δεν έχει ήλιο εδώ, αλλά έχει μύδια εκεί και αέρα πάρα πάρα πολύ εκεί πέρα, αέρα, αέρα, τόσο που φοβήθηκα και κρατούσα γερά και τον μπαμπά και τη μαμά, και η γιαγιά έλεγε πως δεν έπρεπε να κάνουμε τέτοια ανοησία και να πάμε με μικρό παιδί εκεί πέρα να το πουντιάσουμε. Μια φορά έφαγα μύδια με φρίτες εκεί και μπόλικη μαγιονέζα και τα πλήρωσε ένας φίλος του μπαμπά, μας κέρασε ο Φίλιππος διά την ονομαστικήν του εορτήν, και εμένα μου αγόρασε κι ένα γλυκό με σοκολάτα βέλγικη που είχε μέσα και φράουλες και ακτινίδια και ένα πράμα που έκανε σαν μύλος γύρω γύρω και γύρναγε με τον αέρα μού αγόρασε. Αλλά λέρωσα τα ρούχα μου και με μάλωσε η γιαγιά.
Εις το πάρκον Ουίζιγκεν έχομεν ωραίον πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος με χορευτικά δημοτικά και λαϊκά και φρέσκα κρεατικά και άλλα είδη διατροφής και διακοσμήσεως, και εμένα με πάνε στο πάρκο εκεί και παίζω στο γρασίδι και στις κούνιες με τους φίλους μου και μου αρέσει και η λίμνη με τις πάπιες, αλλά δεν κάνει να τις ταΐζουμε, αν τις ταΐσουμε θα έρθει η πολίς να μας πάει φυλακή, γιατί λέει ότι μαζεύει μικρόβια στη λίμνη με τα ψωμιά κι έπειτα πεθαίνουν οι πάπιες και δεν κάνει να πεθαίνει κανένας έτσι. ΣΕΤΑΝΤΕΡΝΤΙ. Πρέπει να προσέχουμε τα πουλιά και όλα τα ζώα, γιατί αυτό είναι το σωστό όταν είσαι καλός άνθρωπος. Κι εγώ ήθελα να ρίξω λίγο ψωμάκι, αλλά μου είπαν ότι είχαν φάει οι πάπιες πολύ ωραίο φαγητό και δεν πεινούσαν έτσι κι αλλιώς. Και φοβήθηκα μήπως με πάνε και φυλακή και απλώς τις κοιτούσα και τους φώναζα παπιούλες, παπιούλες, κι αυτές έρχονταν δίπλα μου και παίζαμε, κι εγώ έτρεχα, και ήταν ωραία να πετάς όπως τα πουλάκια, είχα και ωραία μαλακά παπουτσάκια κόκκινα με ένα ελαφάκι, που μου τα έφερε η νονά μου η Πόπη.
Αλλά φέτος, εκεί που έπαιζα και φώναζα μ’ όλη τη δύναμή μου παπιούλες, για να έρθουν σε μένα και να μην πάνε στον Μπάμπη, που μου είχε βάλει το πόδι του και είχα πέσει κι εγώ τον μισούσα, έγινε κάτι το πολύ τρομερό, που δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί αυτός ο βλάκας γέλαγε και με έδειχνε με το δάχτυλό του κι έτρωγε σουβλάκι σαν μούργος. Δεν του μιλάω και ούτε θα του ξαναμιλήσω, είναι και άσχημος με μαύρα μάτια και με κάτι βούλες στα μάγουλα και με κόκκινα μαλλιά σαν τους δράκους. Απαίσιος, Χριστέ μου, απαίσιος. Τον μισώ, γιατί έγινε τρομερό, τρομερό πράγμα, και αυτός γελούσε και με κορόιδευε, Ρηνούλα πάνε τώρα οι παπιούλες χα χα χα είσαι βλαμμένη, και μετά όλες πήγαν κι έπαιζαν μαζί του. Κι εγώ ήθελα να του δώσω μια σφαλιάρα και δεν μπορούσα, γιατί έγινε το τρομερό. Με τσίμπησε μία πολύ μεγάλη και κακιά σφήκα σαν αεροπλάνο ξαφνικά και σ’ ένα λεπτό έγινε ένα μεγάλο βουνό στο μάγουλό μου κι έκλαιγα, γιατί πονούσα πολύ και νόμισα ότι θα μείνω έτσι για πάντα άσχημη, και, για να μην κλαίω, μου πήρανε από κάτι άλλους ανθρώπους που έρχονται από τη Γερμανία, για να πουλήσουν ωραία ελληνικά πράγματα σε αυτήν τη γιορτή, και μου πήραν μία ελληνική σημαία, γιατί ο Μπάμπης δεν είχε τέτοια, και του είπα, σαχλαμάρα, να φύγεις και δεν σου δίνω τη σημαία, είναι μόνο δική μου, και μου είπαν να του πω και ένα ποίημα που μου έχουν μάθει για την πατρίδα μας την Ελλάδα, και ο βλάκας ούτε αυτό το ήξερε, και μου είπαν ότι είμαι δεσποινίς με τα όλα μου και δεν έχω ανάγκη αυτόν τον Μπάμπη, διότι και σημαία έχω και ποίημα ξέρω, και είμαι σπουδαία Ελληνοπούλα γι’ αυτό, και μετά την έβαλα τη σημαία στο γρασίδι για πάπλωμα για την πλατούλα μου να μην κρυώσει, και η γιαγιά μου έλεγε ένα παραμύθι για μια σφήκα που πνίγηκε μέσα σ’ έναν γαλάζιο καταρράκτη, κι εγώ κοιμήθηκα πάνω εκεί και ονειρεύτηκα πως πετούσα σ’ έναν μπλε ουρανό χωρίς κακές σφήκες και από κάτω είχε θάλασσα και δελφίνια, και δεν είχαμε και αμμωνία και το παιδί υπέφερε, τι τραβήξαμε, αλλά ευτυχώς συνήλθε ύστερα από την επίσκεψη στο τοπικό νοσοκομείον. Ευτυχώς μπορέσαμε και το εκοιμίσαμε με παραμύθια.
Ζούμε σε ένα μεζόν, κάτω η γιαγιά και ο παππούς και πάνω, που έχει σκάλες εμείς, και σου το λέω Άγιε Νικόλαε, για να ξέρεις σε ποιον όροφο θα φέρεις τα δώρα. Έχει τρεις ορόφους, στο δεύτερο είμαι εγώ, μόλις ανεβαίνεις θα πας δεξιά, αλλά μην μπερδευτείς και μπεις στην τουαλέτα, στην δεύτερη πόρτα. Θα έχω αφήσει απέξω το κίτρινο φουστάνι με την δαντέλα και τη χτένα μου, γιατί πέρυσι μπερδεύτηκες, και βρήκα πράγματα άσχετα εκεί και μου είπαν ότι έγινε λάθος, διότι αυτά ήταν δώρα για κάποιους άλλους, και τα δικά μου τα βρήκα αλλού. Ανακαινίζαμε το μεζόν και υπήρξε αναστάτωσις τον περσινό χειμώνα, Άγιε Νικόλαε, αλλάξαμε το σύστημα της θερμάνσεως. Ο μπαμπάς και η μαμά είναι στη δουλειά τώρα. Η μαμά έχει μαγαζί με μπαχαρικά και ο μπαμπάς δουλεύει σ’ ένα μαγαζί που πουλάει μερσεντέδες. Δόξα σοι ο Θεός, καλά έχουν ταχτοποιηθεί τα παιδιά.
Έχουμε απ’ όλα, αλλά εγώ θέλω να μου φέρεις ένα μαγιό για το καλοκαίρι, γιατί το άλλο το έκανα όλο πίσσες, πάνω κάτω και το σουτιέν να είναι με ραντάκια που πάνε από τους ώμους έτσι και μετά έτσι και γυρνάνε από πίσω ξέρεις πώς έτσι λίγο πιο κει όχι ευθεία αλλά έτσι προς τα δω και το θέλω με ζωάκια, κι ένα σκουφί θέλω επίσης, σαν αυτό που είδα προχθές στη Σαμπλόν, ξέρεις αυτό που έχει και φούντα και για τα αυτιά κάτι πράματα σαν αρνάκια κι έχει επάνω κάτι αστεράκια και πολλά χρώματα και έχει και καλτσάκια μαζί με κάτι αστραφτερά γυαλάκια κόκκινα και ροζ. Θα το βρεις το μαγαζί; Μην πας στο άλλο δίπλα που έχει σκουφάκια χωρίς καλτσάκια. Κι ένα βιβλίο θέλω με αληθινή θάλασσα και ζώα, όχι όμως με σφήκες και κακούς.
Η γιαγιά δεν με αφήνει να πάω μαζί της τώρα να ρίξω το γράμμα στο κουτί, για να το πάρει ο ταχυδρόμος, που σου φέρνει τα γράμματα, γιατί έχω συναχάκι και λέει πως, όταν φέρεις τα δώρα, θα στενοχωρηθείς να είμαι αρρωστούλα. Θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς και μετά θα πάει αυτή να το ρίξει. Σε περιμένω, Άγιε Νικόλαε, και σ’ αγαπώ, διότι αγαπάς τα παιδιά και δεν είσαι σφήκα.
Δεν πιστεύω να κάνεις χαζομάρα και να πας στον Μπάμπη.
Ρηνούλα
Πάω στα νήπια κι έχω μαύρα μαλλιά, μην με μπερδέψεις με άλλη.

*
©Ιφιγένεια Σιαφάκα
Photo©creafamille.be 

Ανακοίνωση: Οι Στάχτες ζητούν συγγνώμη από τους αναγνώστες και την συγγραφέα Ιφιγένεια Σιαφάκα για την καθυστερημένη -κατά 2 μέρες- ανάρτηση του κειμένου, δυστυχώς αποκαλύπτεται ότι και οι Η/Υ έχουν τους δαίμονές τους.

Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013 Τα τραγούδια -Παρουσίαση

1963-2013. Πενήντα χρόνια τραγούδια. Μια έκδοση με τους στίχους των τραγουδιών που έγραψε ο ποιητής Μάνος Ελευθερίου, μελοποίησαν σημαντικοί παλαιότεροι και νέοι συνθέτες κι ερμήνευσαν αγαπημένοι τραγουδιστές. Λόγια που τραγουδήσαμε, που τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται.

Ο IANOS και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των στίχων του Μάνου Ελευθερίου

Τα τραγούδια την Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013, στις 8:30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο IANOS (Σταδίου 24, Αθήνα).

O Μάνος Ελευθερίου γιορτάζει 50 χρόνια με στίχους και τραγούδια που αγαπήσαμε.

Για το βιβλίο και τον δημιουργό θα μιλήσουν ο κύριος Νίκος Κωνσταντόπουλος και η κυρία Άννα Νταλάρα.

Στίχους του Μάνου Ελευθερίου θα διαβάσουν σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

1963-2013. Πενήντα χρόνια τραγούδια. Οι στίχοι των τραγουδιών που έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου, μελοποίησαν σημαντικοί παλαιότεροι και νέοι συνθέτες κι ερμήνευσαν αγαπημένοι τραγουδιστές.
«Το παλικάρι έχει καημό», «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», «Άλλος για Χίο τράβηξε», «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», «Κάτω απ’ τη μαρκίζα», «Ναύτης βγήκε στη στεριά», «Παραπονεμένα λόγια», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» κι αμέτρητα άλλα τραγούδια που, όπως όλα τα σπουδαία έργα, κερδίζουν με τον καιρό τη μεγαλύτερη αναγνώριση, περνώντας στον χώρο της ανωνυμίας των δημιουργών τους, σαν τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια.
Γιατί από εκεί, από τα ηρωικά δημοτικά τραγούδια και τ’ αθάνατα λαϊκά, έρχεται ως στιχουργός ο Μάνος Ελευθερίου. Ένας άνθρωπος που μας έμαθε να τραγουδάμε τα «Μαλαματένια λόγια», «Του Κάτω Κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια», «Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά», «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» και «Στων αγγέλων τα μπουζούκια». Λόγια που τραγουδήσαμε, που τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ

Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, τόμους με πεζά, λευκώματα και τέσσερις τόμους για το «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ό αιώνα, 1901-1921», καθώς και την ανθολογία Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004) και το χρονικό Μαύρα μάτια: Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία τα χρόνια 1905-1920 (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2013). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του O καιρός των χρυσανθέμων (METAIXMIO, 2004). Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους έλληνες συνθέτες. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές (2006), Άνθρωπος στο πηγάδι (2008), καθώς και η συλλογή διηγημάτων του Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ (2007). Επίσης το φθινόπωρο του 2010 κυκλοφόρησαν η ποιητική του συλλογή Ο νοητός λύκος καθώς και ο θεατρικός μονόλογος Ο γέρος χορευτής.

Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα

Εκδόσεις Τόπος
Επιμέλεια: Θανάσης Θ. Νιάρχος
Πρόλογος: Βασίλης Παπαβασιλείου – Δηώ Καγγελάρη

Σελ.: 288 • Σχήμα: 17×24
ISBN: 978-960-499-088-7 • Τιμή: 19,00€
1η έκδοση: Νοέμβριος 2013

Το θέατρο έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των νεοελλήνων. Το ίδιο η ζωή και η εργασία των σκηνοθετών. Είτε συζητάμε για μεγαλοφυείς και αριστουργηματικές παραστάσεις είτε για παταγώδεις αποτυχίες, ο σκηνοθέτης θεωρείται ο κατ’ εξοχήν πρωταγωνιστής και ο σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνος για την επιτυχία ή την αποτυχία. Θα έλεγε κανείς ότι η «μοίρα» του θεάτρου στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη των σκηνοθετών. Πασίγνωστοι, απλώς γνωστοί ή άγνωστοι στο ευρύ κοινό, σπουδαγμένοι, με καριέρες συχνά ακαδημαϊκές, ή εμπειροτέχνες, άλλοτε ηθοποιοί που μεταπήδησαν στην σκηνοθεσία, ή παρέμειναν και στον χώρο της υποκριτικής, οι σκηνοθέτες παραμένουν ο θεμέλιος λίθος, που πάνω του οικοδομήθηκε το νεοελληνικό θέατρο.
Ο τόμος Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα αποσκοπεί ακριβώς να καλύψει το μεγάλο κενό που υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία σε σχέση με την καλλιτεχνική και επιστημονική κωδικοποίηση του επαγγέλματος του σκηνοθέτη. Με κείμενα άλλοτε προσωπικά και άλλοτε θεωρητικής υφής, πάντοτε όμως συγκινημένα και τρυφερά, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, θεωρητικοί του θεάτρου, επιχειρούν να μας γνωρίσουν δημιουργούς που το χνάρι τους παραμένει τόσο βαθύ όσο το αντίστοιχο ενός συγγραφέα ή ενός ζωγράφου. Με γνώμονα τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Δικαιοσύνη. Κανείς δεν τους θυμάται», ο τόμος Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα φιλοδοξεί να αποτελέσει μια κιβωτό. Ώστε μαζί με τα ονόματα και την ύπαρξη γνωστών σκηνοθετών όπως οι Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Φώτος Πολίτης, Κάρολος Κουν, Δημήτρης Ροντήρης, Αλέξης Μινωτής, Αλέξης Σολομός, Μίνως Βολανάκης, Ανδρέας Βουτσινάς, να διασωθούν από τον κατακλυσμό των επερχόμενων καιρών και σκηνοθέτες μικρότερης ενδεχομένως εμβέλειας, αλλά με τεράστιας σημασίας προσφορά. Όλοι μαζί, σκηνοθέτες διάσημοι, απλώς γνωστοί ή άλλοι που ο χρόνος κατέστησε, χωρίς να το αξίζουν, σχεδόν αφανείς, συγκροτούν αυτόν τον ολάνθιστο κήπο, παρηγορία σε μια εποχή που χαρακτηρίζει ορισμένη ξηρασία.

Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται κείμενα για τους σκηνοθέτες:
Θωμά Οικονόμου, Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, Βασίλη Ρώτα, Φώτο Πολίτη, Λίνο Καρζή, Δημήτρη Ροντήρη, Αλέξη Μινωτή, Κώστα Μουσούρη, Σωκράτη Καραντινό, Πέλο Κατσέλη, Κάρολο Κουν, Δημήτρη Μυράτ, Τάκη Μουζενίδη, Τίτο Φαρμάκη, Γιάννη Τσαρούχη, Μήτσο Λυγίζο, Κυριαζή Χαρατσάρη, Κωστή Μιχαηλίδη, Γιώργο Σεβαστίκογλου, Λυκούργο Καλλέργη, Αλέξη Σολομό, Μάριο Πλωρίτη, Μιχάλη Κακογιάννη, Νίκο Χατζίσκο, Κωστή Λειβαδέα, Χρήστο Βαχλιώτη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Μίνω Βολανάκη, Γιώργο Λαζάνη, Κώστα Μπάκα, Αντρέα Βουτσινά, Μίμη Κουγιουμτζή, Δημήτρη Ποταμίτη, Λευτέρη Βογιατζή.

Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο

είμαι το κορίτσι με τα κάστανα. Όχι με τα σπίρτα, με τα κάστανα. Κρατάω ένα χάρτινο χωνί στο χέρι και προχωρώ άσκοπα σε μια κεντρική λεωφόρο του Μανχάταν σέρνοντας τις δερμάτινες μπότες μου με τα τριμμένα τακούνια στα πεζοδρόμια. Κάνει κρύο. Κλωτσάω τις φτυμένες τσίχλες και τις διαλυμένες γόπες Κάμελ να φύγουν από το διάβα μου και καλπάζω ανάμεσα στο πλήθος. Μου αρέσουν οι βιτρίνες με τα χριστουγεννιάτικα ρούχα και όλα εκείνα τα ηλίθια αξεσουάρ της εορταστικής θαλπωρής των άλλων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο»

Belica Kubareli, Do dogs commit suicide?

Mrs Donna had never left her dog, Bubu, alone. Kept in her handbag they’d go to relatives, the cinema, the theatre, cafeterias, everywhere. They even travelled together every summer to the remotest places of the globe. Once they’d arrived, Bubu would sniff and roam around, moving her curly bum and wagging her tail. When Bubu showed her teeth, Mrs Donna knew something wrong was going on and took care for both of them. When Bubu was playful, Mrs Donna felt relaxed. Bubu was her radar for everything, from the moment she lost her husband.

The old lady and the dog lived together for eight years. Bubu never had a collar because Mrs Donna wanted her to be free to stay or go. From the moment she set eyes on this five inch of puppy curled inside a glass tank, she fell in love with her, the same as she had fallen in love with her late husband because he reminded her of a lonely gigantic shar-pei, that strange bulldog with the deep wrinkles and the blue tongue – only her husband’s was pink. The bell jar brought me a companion, instead of madness, thought Mrs Donna and went into the shop and bought Bubu.

At the beginning she had her on her late husband’s pillow at nights, to keep an eye on her, as she used to do with him during his sickness. Now she could see the whole of this tiny creature; with her husband she could see either his face or the back of his neck curious of the way the roots of his hair sprouted from the skin.

During the next six months Mrs Donna trained Bubu. She could walk or run, smell and do whatever she wanted on the pavements but she had to be safely tucked in the old woman’s palm to cross the road.

People were amazed with this miniature and she looked back with her twinkling button sized eyes. She wasn’t one of those dogs that lick and kiss and bark hysterically. No. Bubu was a lady. She stayed cool, gentle and a little detached from people’s affection, as if she kept all her tenderness for Mrs Donna.

  At home things were different. Apart from the fact that she had to pee in a tray in the corner of their bathroom, Bubu shared everything with Mrs Donna: food, sleep, reading, knitting, eating, T.V. Her owner had sewed straps of cloth with a pocket where she had Bubu, like a mother kangaroo, for the baby to listen to her heart-beat.
  Mrs Donna was not the talkative type so she didn’t say much to Bubu. They were two quiet creatures enjoying each other’s company in silence. Bubu’s way of showing her love was to hide her head under Mrs Donna’s armpit and emerge from there with a sigh, as if telling her, ‘I love your perfume,’ to which Mrs Donna replied with a kiss on her black wet nose.
  At times they simply gazed into each other’s eyes. Mrs Donna felt the dog’s eyes carried the world’s wisdom. Then Mrs Donna would say: “Either I will bark, or you will talk,” and she could swear to God that the dog nodded.
  She often wondered what and if Bubu was thinking and asked the vet who insisted that “the only thing we can say about our animals is whether they have a good life, judging from their health and behaviour and I swear, Mrs Donna, this is a very happy baby”. This was enough for her.
  Eight years passed smoothly between the two. Bubu was the first to notice something strange was happening to Mrs Donna and barked in a lamenting way to alert her. Mrs Donna took her to the vet. He declared there was nothing wrong with the dog.
  Then Mrs Donna’s sister had her yearly check-up. The two women went to the clinic together, with Bubu in her owner’s handbag. One of the doctors was a dog-lover and was very intrigued by her lamenting barks. He asked Mrs Donna to have a check-up too. The results showed a serious heart disease in urgent need of operation.
  Mrs Donna entered the clinic and stayed there for almost a month. Bubu stayed with her sister who adored her. Mrs Donna complained because doctors wouldn’t allow her to see the dog. She was sure she’d have a faster recovery if she could be with Bubu. She claimed that when she dreamed of Bubu, she felt no pain. “My dog saved me, why I can’t see her?” she’d beg the dog loving doctor but he said: “even a hair could kill you now”.
  After the clinic, Mrs Donna moved into her sister’s flat. The moment she set foot inside she knew Bubu had changed. The dog didn’t react to seeing her. She just stayed put and stared, like a statue they had both seen (In which country? Mrs Donna wondered but couldn’t remember) an iron statue of a sad dog, which seemed as if he was trying to hold his tears back while waiting for his master to come back from the seas. Mrs Donna bent over Bubu, took her in her palm, murmured sweet words, caressed her, and kissed her. Nothing.
  “She is punishing you”, said her laughing sister.
  Mrs Donna couldn’t believe that; she thought Bubu had understood the reason for her absence. She kept on cuddling the dog, speaking softly into her ear, a secret habit which made Bubu sneeze and open her mouth as if laughing. Nothing. She put her under her armpit to smell her perfume. Nothing. She put her inside her favourite pouch and tied it on her heart. Nothing.
  They slept together in a single bed, on the same pillow. Woman and dog stayed up until dawn, gazing at each other. Mrs Donna’s tears were soaking the pillow, like the first years together when she was mourning her husband and Bubu licked her wet face. But now Bubu remained distant.
  Night after night Mrs Donna tried to persuade Bubu that she still loved her, that the clinic didn’t allow dogs. Night after night Bubu listened to the same whispers and accepted hugs in a distant manner.
  The time to return home had come and although Mrs Donna had seen the care her sister offered to Bubu, she took her to the vet.
  “She is depressed,” said the vet.
  “What can I do?” asked the old lady.
  “Nothing. As long as she eats, we are ok.”
  Soon Bubu stopped eating and Mrs Donna panicked.
  “Mrs Donna, you have to be brave,” said the vet as soon as he got her tests results. “You just had a heart operation. Bubu has cancer in the mouth. When you are ready we shall have to put her down.”
  Bubu was on the vet’s metal bed, moving her head from him to her owner and nodded. Mrs Donna was shattered. She left the vet with Bubu tucked in the curve of her neck, an old game of theirs where the dog was the parrot and she the pirate with the limping leg. In this game Bubu never fell off her shoulder no matter how awkward the limp. This time she did fall and Mrs Donna grabbed her in her palms, feeling shame for pressing her to perform a trick that needed a fitness Bubu didn’t possess anymore.
  She started feeding Bubu by injecting into her mouth milk mixed with egg yolk. Both woman and dog were emaciated in ten days. At nights they went to bed together but hardly slept. Mrs Donna started talking. She narrated to Bubu all she could remember from her childhood, her youth, her marriage, her good and bad times. Every night she ended her talk by telling the dog how happy she had made her.
  When she had no words left, they gazed at each other and Bubu at last showed her love. Only it was a tired, sorrowful love with the slightest of tail wags and the faintest of kisses. “I didn’t betray you,” Mrs Donna kept explaining and Bubu hid under her armpit emerging with a weak smile and a lick which made her owner smile too, despite the decaying smell of the dog’s saliva. “We have a good time together, why do you want to leave me?” asked Mrs Donna as if she was talking to her husband. Bubu didn’t answer. Her husband didn’t answer either.
  One day Bubu didn’t wake up. Mrs Donna and her sister buried her at the neighbour’s orchard where she loved to play with his Alsatian. The animal kept howling long after the people were gone.
  A tearless desiccated Mrs Donna asked her sister the question that had been eating her up from the moment she returned from the clinic.
*

© Belica Kubareli
Photo©Pinkshippo 

Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα [2013]

Αρχείο 03/12/2013

(τίτλος πρωτοτύπου : Σιωπηλό προσωπείο)

Έξι χαράματα κι ανακάτεψε βιαστικά τον ασβέστη μέσα στον κουβά.
  Μια δυο γυρόφερε το ξύλο κι άντε πάλι άλλες δυο από την άλλη μεριά.
  Το μείγμα παχύ και δύσκολο να το κουμαντάρεις μα έπρεπε να το αραιώσει λίγο με το νερό αν ήθελε να στρώνει ομοιόμορφα πάνω στη μάντρα, να μη χύνεται και σκορπά τσάμπα κι ούτε να σκαλώνουν κομμάτια του και να ξεραθεί κατόπι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα [2013]»