Μέλπω Αξιώτη, Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη [2014]

Αρχείο  2.6.2014

Μέρος του εξωφύλλου του βιβλίου

Εισαγωγή-επιμέλεια: Μαίρη Μικέ
Μετάφραση-επίμετρο Τιτίκα Δημητρούλια.
Εκδόσεις Αγρα, 2014.

Παρουσίαση
Σε αυτό το ανέκδοτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη μια γυναίκα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο χώρες, ανάμεσα σε δύο γλώσσες, με τη μνήμη να επιμένει όσο και η ζωή. Η πρωταγωνίστρια Λίζα πηγαίνει στο Παρίσι κυνηγημένη από την Ελλάδα του Εμφυλίου, στοιχειωμένη από μνήμες θανάτου, αίματος, τρόμου αλλά και ηρωισμού. Πηγαίνει σε ένα Παρίσι το οποίο γνωρίζει από παιδί, μέσα από διαβάσματα και ακούσματα, από πικάντικες ιστορίες και υπονοούμενα, ένα Παρίσι φιλικό και τόσο διαφορετικό από τη χώρα της. Έχει αφήσει πίσω της μια ζωή, θέλει να φτιάξει μια καινούργια, και ο τρόπος της είναι πρώτα και κύρια η γλώσσα: Αφήνει τα γαλλικά, που τόσο καλά τα ξέρει, να σκαλώσουν πάνω στη μητρική της γλώσσα, τα αφήνει να γίνουν γλώσσα όχι απλώς επικοινωνίας αλλά έρωτα και τέχνης. Υπάρχουν οι επιθυμίες, υπάρχουν οι ιδέες, οι πόθοι. Υπάρχει και η πραγματικότητα, που είναι ανελέητη.

Θάνατος, εξορία. Και πάλι εξορία. Σκληρή.
Πίσω από τη Λίζα, η Μέλπω Αξιώτη και η δική της ζωή, η δική της υπερορία, ο αγώνας της με τις λέξεις, πότε για την ένταξη και πότε ενάντια στη λησμονιά, η εσωτερική της διαπάλη, η γραφή της, διχασμένη κι αυτή και στη συνέχεια διαμελισμένη, σπαραγμένη μέσα στη σύγκρουση που ταλανίζει μια χώρα, έναν λαό, την ανθρώπινη ψυχή, την τέχνη.
Ένα μυθιστόρημα διχασμού, θλίψης, νοσταλγίας, επίμονης ελπίδας κι απελπισίας, με τη γνώριμη, ακόμη και στην άλλη γλώσσα, τα γαλλικά, γραφή της Μέλπως Αξιώτη. Η συγγραφέας το σκόρπισε σε μεταγενέστερα κείμενα, το κομμάτιασε, όπως κομματιάστηκε η δική της ζωή στα ξένα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

fav-3

Κριτική της ©Λαμπρινής Κουζέλη -© Το Βήμα
Μέλπω Αξιώτη: Ανάμεσα στη Ρεπυμπλίκ και στη Βαστίλλη
Το ανέκδοτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη και οι διαδρομές μιας εξόριστης συγγραφέως στο Παρίσι

Η Λίζα στέκεται στο πεζοδρόμιο. Στα πόδια της δυο βαλίτσες, μια μεγάλη καφετιά, μια μικρή πράσινη. Μπροστά της ανοίγεται το Παρίσι, μια άγνωστη χώρα. Τρίτο διαμέρισμα. Μεταξύ Ρεπυμπλίκ και Βαστίλλης. Στάση λεωφορείου Ζαν-Πιερ Τεμπό. Στέκεται στο παραπέτο, κοιτά μακριά και θυμάται. Θυμάται την αναχώρηση από τον Πειραιά τέσσερα μερόνυχτα πριν, τα ερείπια του λιμανιού, πολυκατοικίες που «είχαν ξεκοιλιαστεί και το φως περνούσε πια μέσα από εκεί που ήταν κάποτε το μπάνιο ή το ροζ σαλόνι». Είναι Μάρτης του 1947. Τα τραύματα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου δεν έχουν ακόμα γιατρευτεί. Ο Εμφύλιος μαίνεται. Η κομμουνίστρια Λίζα καταφεύγει στη Γαλλία, αυτοεξόριστη, για να μη συλληφθεί και εκτελεστεί όπως τόσοι σύντροφοί της. Μόνη, ξένη, πρέπει να ξαναρχίσει τη ζωή της εδώ. Κουβαλά στο σώμα της μια πληγή που την πονά και στον νου της εικόνες που ακόμη αιμορραγούν. «Ενα δόντι το ξεριζώνεις γρήγορα», συλλογίζεται, «παίρνει αντίθετα καιρό να ξεριζώσεις ένα σώμα απ’ τον τόπο του».

Στο συγκλονιστικό μυθιστόρημα République – Bastille της Μέλπως Αξιώτη (1905-1973), που κυκλοφορεί για πρώτη φορά, η Λίζα είναι η Μέλπω – στον βαθμό βέβαια που ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας ενσωματώνει αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα που τον επινοεί. Γραμμένο στα γαλλικά από τον Νοέμβριο του 1948 ως τον Μάιο του 1949, το μυθιστόρημα αφηγείται τη ζωή μιας νεαρής γυναίκας, αριστερής και αγωνίστριας, από τη στιγμή της άφιξής της στη γαλλική πρωτεύουσα ως τη στιγμή της απέλασής της στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το πρωτότυπο, 217 δακτυλόγραφες σελίδες με χειρόγραφες διορθώσεις της Αξιώτη που βρίσκεται στον «Φάκελο Αξιώτη» στο Λογοτεχνικό Αρχείο του Τομέα Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, παρέμενε ανέκδοτο. Μεταφρασμένο τώρα στα ελληνικά από την Τιτίκα Δημητρούλια (Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη, Αγρα, 2014) κυκλοφορεί με εισαγωγή της Μαίρης Μικέ.

Η Λίζα θα μείνει στο Παρίσι δύο χρόνια, η Αξιώτη τρία. Καταφεύγει εκεί, για πολιτικούς λόγους, το 1947. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1936, στην Ελλάδα είχε ενεργό συμμετοχή στην Αντίσταση και έγραφε στον παράνομο Τύπο. Τη δράση της συνεχίζει και στη Γαλλία ώσπου έρχεται η απέλασή της, το 1950, για την Ανατολική Γερμανία. Ζει εκεί ως το 1952, μετακινείται στη Βαρσοβία και στη Σόφια και επιστρέφει οριστικά στο Βερολίνο το 1957 και στην Ελλάδα το 1964. Βρίσκεται στην εξορία ως διαμορφωμένη συγγραφέας και στρατευμένη κομμουνίστρια. Εχει ήδη εκδώσει το μυθιστόρημα Δύσκολες νύχτες (1938) και τη νουβέλα Θέλετε να χορέψομε Μαρία; (1940) και ένα ποιητικό βιβλίο, τη Σύμπτωση (1939).

Η αιρετική γραφή, η σουρεαλιστική εικονοποιία, οι εσωτερικοί μονόλογοι, η εναλλαγή των αφηγηματικών φωνών, η συνειρμική διαχείριση του χρόνου στην αφήγηση – στοιχεία που δίχασαν την κριτική της εποχής της – τοποθετούν τη λογοτεχνία της στο μοντερνιστικό άκρο της μεσοπολεμικής πεζογραφίας, κοντά στον Πεντζίκη, στον Μπεράτη, στον Σκαρίμπα. Η κομματική γραμμή απαιτεί όμως έργα ρεαλιστικά. Η νοσταλγία απαγορεύεται, το παρελθόν πρέπει να μείνει πίσω, το βλέμμα πρέπει να κοιτά στο μέλλον με αισιοδοξία, η μαρξιστική ιδεολογία πρέπει να ζωντανέψει μέσα από χαρακτήρες αντιπροσωπευτικούς της τάξης και της κοινωνίας που ζουν. Μεταξύ της φωνής που πηγάζει από μέσα και της κομματικής κλήτευσης βρίσκεται το République – Bastille, ένα μυθιστορηματικό χρονικό εξορίας και πικρίας, θανάτου και έρωτα με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Τριτοπρόσωπη η αφήγηση, δεν απομακρύνεται από τη συνείδηση της Λίζας, στη φωνή της οποίας εισχωρούν άλλες φωνές: του γάλλου καθηγητή που βάζει φωτιά στη βιβλιοθήκη του, της ελληνίδας γυναίκας του που τριάντα χρόνια στη Γαλλία δεν ξέρει αν αγαπά τη μητέρα της (Ελλάδα) ή τον πατέρα της (Γαλλία), του Ζωρζ με το ανέκφραστο πρόσωπο, που η γυναίκα του, έγκλειστη στο τρελάδικο, περνάει τη ζωή της μαδώντας μαργαρίτες. Τη συνείδηση της Λίζας βαραίνουν οι αναμνήσεις. Η εμπειρία του πολέμου στοιχειώνει το παρόν της ειρήνης με ματοβαμμένα κορμιά και ορφανεμένα συμβολικά αντικείμενα – ένα εμαγέ κατσαρολάκι με μια κουτάλα, φθαρμένα μάλλινα ρούχα – και οι ειδήσεις θανάτου που φτάνουν με επιστολές από την πατρίδα αυξάνουν τον όγκο του χρόνου.

Στον θάνατο που την περιβάλλει, η Λίζα, alter ego της αριστερής συγγραφέως, απαντά με κατάφαση στη ζωή: «Οταν θαυμάζεις κάτι, τότε μπορείς και να το κάνεις. Και το πιο θαυμαστό στη ζωή είναι ότι δεν σταματάει να προχωράει: αναγεννιέται». Θέλει να μαθαίνει τα πάντα, είναι «πεινασμένη και λαίμαργη για όλες τις τροφές που η ζωή μας δίνει», έτοιμη διαρκώς για νέο ξεκίνημα: «Η καινούργια αρχή είναι φορές φορές πιο δύσκολη απ’ το τέλος. Κι αν ήξερε από καινούργιες αρχές. Εφτιανε γέφυρες».

Η ξένη χώρα είναι για τη Λίζα οικεία από τα παραμύθια που της διάβαζε η γιαγιά της – και για τη Μέλπω από τα γαλλικά αναγνώσματα, τη μουσική και τη γαλλική κουλτούρα που τύλιγε το πατρικό της σπίτι και από τα σχολικά της χρόνια στις Ουρσουλίνες της Τήνου. Δεν παύει όμως να κάνει διαρκώς συγκρίσεις. Αισθάνεται έκπληξη μπροστά στη γαλλική μπαγκέτα, τόσο διαφορετική από το ψωμί στην πατρίδα, ολοστρόγγυλο ή μακρόστενο. Την εντυπωσιάζει η προσφορά λουλουδιών, που στον τόπο της προορίζονταν για τους γάμους ή τις κηδείες, ως ένδειξη πολυτέλειας και πολιτισμού. Οι αυτοκτονίες στον συμβολικό του Παρισιού Σηκουάνα της φέρνουν στον νου τις αυτοκτονίες στη συμβολική της Αθήνας Ακρόπολη. Οι θύμησες και οι συγκρίσεις όμως δεν την απομονώνουν στο νέο περιβάλλον, είναι οι αποσκευές της με τις οποίες θα ξεκινήσει τη ζωή στη νέα χώρα, «στο τέλος τέλος τι είναι μια χώρα; Εκεί όπου ανακαλύπτεις τη ζωή· κι η ζωή είναι παντού. Εκεί όπου βρίσκεις χέρια να σου βγάλουν τα παπούτσια όταν γυρίζεις κουρασμένος το βράδυ· και τέτοια χέρια έχει σ’ όλες τις χώρες».

Η Λίζα μαθαίνει γρήγορα τη γλώσσα της νέας χώρας. «Δεν ήξερα ότι μπορείς να αντικαταστήσεις τη γλώσσα σου με μια άλλη» της λέει η Ζωρζ κι εκείνη απαντά: «Η σημασία και ο ήχος των λέξεων μπορεί ν’ αλλάζουνε καμιά φορά, όπως αλλάζουν τα δόντια στα παιδιά. Στην αρχή πονάει αλλά χώνονται μες στα ούλα. Και μετά γίνονται ένα στο νου και στην καρδιά». Είναι ένα αυτοαναφορικό, μεταγλωσσικό σχόλιο της Αξιώτη για την ίδια τη γραφή στην ξένη γλώσσα.

Η αισιόδοξη, μαχητική στάση της πρωταγωνίστριας δεν κατάφερε να επιβληθεί στη μοντερνιστική γραφή με τρόπο αποδεκτό από τον κομματικό έλεγχο. Ισως γι’ αυτό το μυθιστόρημα παρέμεινε ανέκδοτο. Η Αξιώτη δεν πρόλαβε να το δημοσιεύσει στη Γαλλία και από τη στιγμή που μετακινείται στις Λαϊκές Δημοκρατίες υπόκειται στον έλεγχο των μηχανισμών που αφορούν την έκδοση βιβλίων. Η μετάφραση και η επιτυχία στη Γαλλία το 1949 του αντιστασιακού μυθιστορήματός της Εικοστός αιώνας (1946) δεν έπεισε το Τμήμα Λογοτεχνικών Εκδόσεων και την Επιτροπή Διαφώτισης του κόμματος ότι η Αξιώτη μπορεί να ανταποκριθεί με επάρκεια και πληρότητα στα κομματικά λογοτεχνικά κριτήρια.

Η Αξιώτη προσπαθεί να συμμορφωθεί γράφοντας κείμενα πιο κοντά στην κομματική γραμμή. Το 1953, η «Νέα Ελλάδα», ένα εκδοτικό της κομμουνιστικής υπερορίας, της τυπώνει τα διηγήματα Σύντροφοι, καλημέρα!, αλλά προτού προλάβει να τα πάρει στα χέρια της η συγγραφέας, σε επιστολή από τη Βαρσοβία προς την Κεντρική Επιτροπή σημειώνει: «Η λογοτεχνία δεν είναι μαρξιστικο-πολιτικό κείμενο και πρέπει να της αφήνουμε περιθώριο να κινιέται στο όνειρο, και στη φαντασία, και στις εικόνες της, και στις λέξεις της».

vintage_under2

Η επανάκαμψη μιας πρωτοποριακής φωνής

axioti-fr-bkΕυτυχής σύμπτωση μιας αμφίδρομης μεταφραστικής διαδρομής. Mόλις κυκλοφόρησαν στη Γαλλία οι «Δύσκολες νύχτες» (La Difference, 2014) σε μετάφραση της Μιρέιγ Μπριζά

Το République – Bastille αποτελεί γέφυρα μεταξύ των προπολεμικών Δύσκολων νυχτών και των ώριμων διηγημάτων Το σπίτι μου (1965) και της νουβέλας Η Κάδμω (1972). Το ανέκδοτο γαλλικό αφήγημα επιβιώνει στο μεσοδιάστημα διαμελισμένο και διεσπαρμένο σε άλλα κείμενα της Αξιώτη. Η συγγραφέας μεταφράζει από τα γαλλικά σχεδόν αυτούσια κομμάτια και τα ενσωματώνει στα διηγήματα Σύντροφοι, καλημέρα! (1953) και στα ποιήματα Θαλασσινά (1961-1962) περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο το παλίμψηστο του έργου της, στο οποίο χαρακτήρες, μοτίβα και λόγια κυκλοφορούν ελεύθερα από κείμενο σε κείμενο δημιουργώντας ένα πυκνό πλέγμα εσωτερικής διακειμενικότητας, στο οποίο μας καθοδηγεί η μεθοδική εισαγωγή της συστηματικής μελετήτριας του έργου της Αξιώτη Μαίρης Μικέ.

Από τα κείμενα αυτά εφορμάται η μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια για να αναβιώσει – εξαιρετικά επιτυχημένα – το ιδιόλεκτο της Αξιώτη, την ασθματική προσωπική γραφή της γεμάτη απ’ τους χυμούς της λαϊκής γλώσσας, την ιδιότυπη μορφολογία των ρημάτων και των ουσιαστικών της και την ποιητική τους σύνταξη σε ένα κείμενο που ανασταίνει – ή καλύτερα αναδημιουργεί – μια από τις πιο πρωτοποριακές φωνές της μεσοπολεμικής λογοτεχνίας μας και καταλήγει στα χέρια του αναγνώστη ως αναπάντεχο δώρο.

[©Λαμπρινής Κουζέλη -© Το Βήμα]

vintage_under2

Κριτική του ©Βασίλη Κ. ΚαλαμαραΕλευθεροτυπία

«Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη»
Ανέκδοτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη
Αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αγρα» (σελίδες 248, τιμή: 16 ευρώ), οπότε μας δίνεται η δυνατότητα να εγκύψουμε ξανά στη Μέλπω Αξιώτη της υπερορίας: την εισαγωγή – επιμέλεια υπογράφει η Μαίρη Μικέ, καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο, ενώ τη μετάφραση και το επίμετρο η Τιτίκα Δημητρούλια, επίκουρη καθηγήτρια του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Το υπέδαφος και το έδαφος αυτού του μυθιστορήματος, αν και περιστρέφεται γύρω από την περιφορά του σώματος σε κατάσταση εκτοπισμού, βαθύνεται από ένα νοσταλγικό αίσθημα αναπόλησης του καθημαγμένου ερωτισμού. Οπωσδήποτε σ’ όλες τις σελίδες ακούγεται η σπαραχτική με σουρντίνα κραυγή της μόνης και μοναχικής γυναίκας, η οποία προσπαθεί να κατευνάσει τα δαιμόνια της αυτοβιογραφίας και της συγγραφής.

Ολιγοπρόσωπο και σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, με κεντρικό πρόσωπο τη Λίζα -το alter ego της Μέλπως Αξιώτη- δεν ανασύρει το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν του συλλογικού οράματος με την κινητικότητα της συμμετοχικής δράσης υπέρ ενός κοινωνικού, πολιτικού και απελευθερωτικού οράματος.

Στη μυθοπλασία του μυθιστορήματος «Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη» συμπυκνώνονται όλα τα νεοτερικά στοιχεία της γραφής της Αξιώτη, τα οποία αντίκεινται στην ορθοδοξία της αναπαράστασης, την οποία πλαγιοκοπεί με μισόλογα, εξομολογήσεις, υπαινικτικό τόνο.

Ο μινιμαλισμός με όρους ποιητικής σύλληψης, ο συνειρμικός και προφορικός λόγος, η αυτοειρωνεία έως τη μελαγχολική αποκάλυψή της, η μεταφορά ως όχημα ανατροπής του κοινότοπου, η πικρή γεύση της σαρκαστικής αποκαθήλωσης συμπληρώνουν τα εργαλεία με τα οποία ανοίγει και κλείνει τους κώδικες της λογοτεχνικότητας ενός πολυσύνθετου, πολυεδρικού, πολυεπίπεδου και πολυφωνικού έργου.

Το ανολοκλήρωτο και ανέκδοτο αυτό αριστούργημα, η συγγραφή του οποίου διακόπηκε απότομα, μετά τον δεύτερο εκτοπισμό ή απέλαση της Αξιώτη από τη δεύτερη πατρίδα της, τη Γαλλία, ξεκίνησε να γράφεται τον Νοέμβριο του 1948 και η συγγραφή του σταμάτησε τον Μάιο του 1949.

Το κείμενο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο και το τρίτο μέρος δεν χωρίζονται σε κεφάλαια και είναι σύντομα. Το δεύτερο, που είναι το μεγαλύτερο, αποτελείται από έξι κεφάλαια αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς.

Το μέχρι τώρα ανέκδοτο μυθιστόρημα είναι φυλαγμένο στο «Φάκελο Αξιώτη» που βρίσκεται στο Λογοτεχνικό Αρχείο του Τομέα Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το κείμενο είναι δακτυλόγραφο με χειρόγραφες σημειώσεις και διορθώσεις και προσθήκες από το χέρι της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο στα γαλλικά, με 174 φύλλα ή 217 σελίδες.

Η Μυκονιάτισσα συγγραφέας φεύγει από την Ελλάδα στις 22 Μαρτίου 1947 και καταφθάνει στο Παρίσι, απ’ όπου θα απελαθεί, στις 7 Σεπτεμβρίου 1950, με κατεύθυνση την τότε Ανατολική Γερμανία, ύστερα από διάβημα -και μάλιστα έντονο- της ελληνικής κυβέρνησης. Στην εξορία θα ζήσει επί δεκαοκτώ συναπτά έτη, μέχρι την οριστική επάνοδό της στη μητριά -όπως την αντιμετώπισε- πατρίδα, το καλοκαίρι του 1965, με απόφαση του υπουργού Εξωτερικών Ηλία Τσιριμώκου.

Κατά την τρίχρονη παραμονή της στη Γαλλία, θα αναγνωριστεί το έργο της, αφού θα μεταφραστεί στα γαλλικά, το 1949, το μυθιστόρημά της «Εικοστός αιώνας». Την ίδια περίοδο θα συνδεθεί με προσωπικότητες της αριστερής διανόησης, όπως τους Λουί Αραγκόν, Ελσα Τριολέ, Πολ Ελιάρ, Αντρέ και Αλίς Μπονάρ, Πάμπλο Νερούδα.

Παρά τη δημοφιλία που θα αποκτήσει εις την ξένην, ο κομματικός μηχανισμός, μέσω του Τμήματος Λογοτεχνικών Εκδόσεων και της Επιτροπής Διαφώτισης, θα αντιμετωπίσει τουλάχιστον με καθυστέρηση την έκδοση κάθε βιβλίου της και θα απαιτήσει από αυτή να σταθεί στο ύψος και στο ήθος του κομμουνιστή συγγραφέα!

Ετσι, η Μέλπω Αξιώτη μια ζωή θα πάει και θα έρθει μεταξύ ορθόδοξης κομματικής γραμμής και αιρετικής συγγραφικής στάσης. «Η λογοτεχνία δεν είναι μαρξιστικό-πολιτικό κείμενο, και πρέπει να της αφήνομε περιθώριο να κινιέται στο όνειρο, και στη φαντασία, και στις εικόνες της, και στις λέξεις της», διατεινόταν. Κι έμεινε πάντα στο περιθώριο, όχι των λέξεων…

Βασίλη Κ. Καλαμαρα -©Ελευθεροτυπία]