Αρχείο 29.8.14
Δεν βαρέθηκες ρε καημένε να την ψάχνεις, φώναξε κοροϊδευτικά ο ταβερνιάρης. Αγύρτικο το μάτι του, παχουλά τα δάχτυλα του. Άξεστος και χοντροκομμένος πέρασε σχεδόν μισή ζωή ψήνοντας μπριζόλες και κλέβοντας στο ζύγι παϊδάκια. Διασκεδάζει με το καθημερινό παραλήρημα του γέρου. Κάθε μέρα στην ίδια πλατεία. Με βροχή, με ήλιο, με λουλούδια ανθισμένα, με φύλλα σκόρπια εδώ και εκεί.
Ήταν όμορφος στα νιάτα του. Άξεστος και νευρικός, αλλά ευαίσθητος. Τον ξέρουν όλοι στην πλατεία. Τα παιδιά τον πειράζουν, κάποιοι άλλοι τον σέβονται. Μερικοί του φέρνουν καφέ και γλυκό. Του αρέσει ο καφές και τα γλυκά. Πάντα του άρεσαν. Θα μπορούσε να ζει μόνο με ζάχαρη.
Τις περισσότερες ώρες, στέκεται απέναντι από το μαγαζί που δούλευε εκείνη. Η μεγάλη του αγάπη με τα μελιά μάτια. Τότε, που ήταν νέος και μποέμ, με όνειρα και άδειες τσέπες πήγαινε στο μαγαζί για να πιει καφέ φτιαγμένο από τα χέρια της. Τις Κυριακές, πάντα παρέα με εφημερίδα. Τον πέθαναν τα αρθριτικά του, από μικρό τον ταλαιπωρούσαν, όμως αρνιόταν να κάτσει σε καρέκλα. Πάντα σε σκαμπό, όσο πιο κοντά της. Ο έρωτας βλέπεις. Έτσι μόνο μπορούσε να κάνει ανάμνηση μιας ολόκληρης ζωής μια στιγμή της, κάθε κίνηση της, κάθε μελαγχολικό της βλέμμα, κάθε πικρή ή γλυκιά κουβέντα που ψέλλιζε το στόμα της. Την κοίταζε συνέχεια. Πότε με λατρεία, πότε με θυμό. Mέσα του ήξερε ότι είχε κάνει την επιλογή του από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε και ας την είχε στήσει 20 λεπτά, αρχές Φλεβάρη μέσα στο κρύο. Εγώ εσένα θα σε αγαπήσω φώναξε η καρδιά του, ενώ παράλληλα μιλούσε περί ανέμων και υδάτων ζωγραφίζοντας λέξεις με τα χέρια.
Πέρασαν χρόνια από τότε. Το μαγαζί έκλεισε. Ο γέροντας ξέμεινε. Μπορεί να ξεχάστηκε στο παρελθόν, μπορεί να έχασε τα λογικά του, να αποτρελάθηκε. Κανένας δεν ξέρει. Μέρες, μήνες και χρόνια γυρνάει με μια φωτογραφία της στα χέρια. Σταματάει περαστικούς, μπαίνει σε μαγαζιά, ρωτάει παντού. Μερικές φορές, κοντοστέκεται. Βάζει τη φωτογραφία στη τσέπη του, μα μετά από λίγο την ξαναβγάζει. Μήπως την είδατε; Την ψάχνω. Θέλω να την δω, να της μιλήσω. Σας παρακαλώ αν την είδατε πείτε της ότι θα την περιμένω στην πλατεία. Σε κάθε σουρούπωμα συνηθίζει να ανεβαίνει ψηλά στον Άγιο Νικόλα. Κλείνει τα μάτια, φαντάζεται ότι ακούει το βουητό της Πηνελόπης. Εκείνη, την έλεγε Πηνελοπίτσα. Η Πηνελόπη δεν υπάρχει πια. Κουράστηκε. Έγινε ένα βουνό από λαμαρίνες. Δεν σχίζει κύματα πια. Όσο για το γέροντα, αυτός παρέμεινε πιστός στην τρέλα και στην καρδιά του. Σαν την Πηνελόπη ένα πράμα. Με συγχωρείτε κύριε, μήπως την είδατε; Την ψάχνω. Θέλω να της μιλήσω.
Αφιερωμένο στη μούσα μου.
©Σοφία Δαλαμάγκα
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “Η οδός Φειδίου”, 2011

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.