Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δίχως ασπίδα

Ο Αχιλλέας είχε πια περάσει στην άλλη πλευρά. Ήταν εκείνο το φορτηγό που εμφανίστηκε από το στενό. Κόρναρε για την κυρία που περνούσε αμέριμνη μα ο Αχιλλέας πάγωσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η κυρία λίγο μα όχι σαν αυτόν. Έδωσε μια και γλίστρησε πάνω στο κράσπεδο. Θα ‘ταν μπαλαρίνα, αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια χάρη, ακόμη και τούτη την ύστατη στιγμή. 

Δεν θέλει πολύ κόπο για να γίνει το κακό, είπαν οι άλλοι. Τελευταίο πλάνο, όλοι οι φίλοι τριγύρω να νιαουρίζουν λυπητερά και ο Αχιλλέας με τα μάτια του να αργοσβήνουν. Τίποτε δεν θα αλλάξει επειδή ένα συμπαθές τετράποδο έπεσε θύμα του κολασμένου χάους των δρόμων. Ή μήπως όχι; Το θέμα σηκώνει αρκετή φιλοσοφία και η εποχή μας δεν έχει χρόνο, δεν έχει χρόνο. Μόνο να επαναλαμβάνεται μπορεί κυνηγώντας τα ρεκόρ. Πάντως ο Αχιλλέας που μετριέται στους χαμένους, μαζί με τα εκατομμύρια  των άλλων νεκρών από όλους τους πιθανούς λόγους, γίνονται το βάρος του κόσμου που τον κρατά σταθερό. 

Ο Αχιλλέας έφυγε με το φορτηγάκι του δήμου. Τραβάει για το αποτεφρωτήριο. 

Μα όσο ταξιδεύει στο πεθαμένο του όνειρο ζει και έχει να πάρει μια σοβαρότατη απόφαση. Στέκει σοβαρός , στητός με την κατάμαυρη ράχη του έξω ακριβώς από κάποιο κτίριο. Το οίκημα διαθέτει δύο εισόδους, δυο πόρτες και ο Αχιλλέας πρέπει μες στο όνειρό του να διαλέξει ποια πόρτα βγάζει στον παράδεισο ενός καλοκαιριάτικου λιμανιού, γεμάτου φρέσκους μεζέδες και ωραία φεγγάρια. Θα πρέπει να προσέξει και πολύ να μετρήσει τα βήματά του. Όχι σαν πριν που πάγωσε  μόλις αντίκρισε απειλητικό τον προφυλακτήρα του φορτηγού να πλησιάζει. Θα πρέπει να ακολουθήσει το ένστικτό του που του συστήνει να χρησιμοποιήσει την δεξιά είσοδο. Ας είναι, κάτι πρέπει να ακολουθούμε σε αυτή τη ζωή μα και στην άλλη, τίποτε δεν είναι δικό μας, σκέφτηκε και η ουρά του σάλεψε, σαρώνοντας τα σκαλοπάτια και συλλέγοντας ένα σωρό σπάνιες πληροφορίες για το κτίριο αίνιγμα, δείγμα του μοντερνισμού που φλέγεται στο υπογάστριο της πολιτείας.

Κανείς δεν το έμαθε ποτέ ποια απόφαση να πήρε ο Αχιλλέας. Η ζωή τράβηξε τον δρόμο της, το φορτηγό πάλιωσε και έγινε παλιοσίδερα, ο οδηγός του μεθά στο καφενείο δυο δρόμους παρακάτω από εδώ που σας γράφω και η πρόσοψη του κτιρίου αίνιγμα ξέφτισε δίχως ίχνος προοπτικής για αποκατάσταση. 

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης