ή
Οι άπληστοι πιανίστες δεν έχουν τέλος καλό
Το μαγαζί ήταν χωρισμένο στα δύο. Από τη μια πλευρά η παρέα του Γουίλ «Ντόλαρ» Χαρτ του Πρεσβύτερου. Και από την άλλη οι Γκιλέσπι, μεθυσμένοι ως τον λαιμό, όλοι τους με πελώρια κορμοστασιά, ικανοί να ξεκολλάνε από τις λάσπες ακόμη και ένα ασάλευτο βόδι. Ήταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς και δεν έλειπαν τα κεράσματα. Πότε από τον κουρέα στον υπεύθυνο του τηλέγραφου και από τον υπεύθυνο των ζωοτροφών προς τον ίδιο τον Γουίλ, αφού κάποτε τα δυο τους είχαν ξεπαστρέψει όλες τις τράπεζες στα δυτικά. Πέραν αυτών, όμως, ουδέν άλλο από το μέτωπο του μπαρ, «Σουηδέζα» που το έτρεχε μια αληθινή Σουηδέζα, απροσδιορίστου ηλικίας, φτιασιδωμένη με μια ολόκληρη παλέτα από χρώματα που δεν την έκαναν πιο όμορφη. Σίγουρα όμως την έκαναν να μοιάζει, ας πούμε, συμπαθητικά αλλόκοτη, σαν μια διακριτική φιγούρα γελωτοποιού. Αυτή λοιπόν είχε συμφωνήσει πως απόψε θα κάνουν όλοι μαζί μια κεφάτη μάζωξη και θα περισσέψουν οι φασαρίες και οι νεκροί. Ο πιανίστας δεν θα δεχόταν παραγγελία και ήταν στα αλήθεια ένας βιρτουόζος, του άξιζε μια κάποια τιμή. Για την ακρίβεια θύμιζε στην κοψιά του τον πιανίστα Πίτερσον, μα ακόμη δεν είχε φτάσει ο καιρός του και έτσι η παρομοίωση έχει να κάνει μόνο με την αναφορά στον διάσημο πιανίστα, τον θείο Όσκαρ μιας αλλιώτικης τζαζ σκηνής, γεμάτης δράμα και έξοχες προσωπικότητες.
Μα το ζουμί είναι αλλού και καλύτερα να πάμε πίσω στης «Σουηδέζας». Αυτή λοιπόν ρύθμισε τα πάντα και όρισε πως οι μάγκες θα παραδώσουν τα όπλα τους, εκτός από τον Γουίλ και τον γέρο Γκιλέσμπι που θα τα κρατούσαν, ως ένδειξη σεβασμού. Είχαν βάλει όλοι τα γιορτινά τους και το μπέρμπον έρεε άφθονο από τα βαρέλια της Σουηδέζας. Και κάθε τόσο ο «Ντόλαρ» Χαρτ της έδινε ένα μάτσο δολάρια και ζητούσε με βραχή φωνή και άλλο, και άλλο. Ο Γκιλέσμπι δεν πήγαινε πίσω και για να ξεδιψάσουν όλοι εκείνοι οι μαντράχαλοι έπρεπε να παραγγέλνει δυο δυο τα βαρέλια. Και έτσι η γριά τσέπωνε ένα καλό έσοδο δίχως να κάνει τίποτε περισσότερο από το να επιβλέπει τρισευτυχισμένη τον χαμό που έκαναν οι δυο άσπονδες παρέες.
Στις έντεκα ακριβώς μια νεαρή από την Μινεσότα, με καλή φωνή θα έβγαινε να πει δυο τρία τραγουδάκια. Είσαι σκληρός δεν με αγαπάς έλεγε το ρεφραίν που αγαπούσαν όλοι περισσότερο. Η μικρή το ‘λεγε με μπρίο και άναβαν οι καρδιές όλων μες σε εκείνο το μπαρ. Και ο πιανίστας έδινε μερικές φίνες πινελιές στην όλη ιστορία με ακόρντα εξεζητημένα. Αλίμονο, όλο παίρνω τον δρόμο της μουσικής και ξεχνώ την ιστορία εκείνου του μπαρ, εκείνη ακριβώς την παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο υπεύθυνος του τηλέγραφου δεν ανταποκρίθηκε σε κάποιο κέρασμα. Τα αίματα ανάψανε και ο εκείνος ο τύπος, ψηλός και αδύνατος σαν τηλεγραφόξυλο σκέτο, έφτυσε κατά τη μεριά της παρέας του Γουίλ. Κάποιος απάντησε, ένα στιλέτο βγήκε, το λένε τα μάτια που αστράψανε καθώς σκεφτήκανε «θάνατος», το μαρτυρά και ο πιανίστας που δεν δέχεται παραγγελιές και απόψε ελπίζει ότι θα βγει ζωντανός από της Σουηδέζας. Ο «Ντόλαρ» θύμωσε, το μπέρμπον φούσκωσε μέσα του και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά την τραγωδία θα έγραφαν στο τέλος, εκείνα τα δυο όπλα που είχαν παραμείνει μες στο ζωνάρι του Γουίλ και του γέρο Γκιλέσμπι, ψηλού όσο μια φλαμουριά. Τότε ο Γουίλ πυροβόλησε μια στον αέρα και ο Γκιλέσμπι πυροβόλησε το τηλεγραφόξυλο, εκείνο σωριάστηκε, το στιλέτο που άστραφτε ήταν βαμμένο με κόκκινη πορφύρα χάμω στα σανίδια και η Σουηδέζα άρπαζε τα δολάρια από το κασόνι έτοιμη να το βάλει στα πόδια. Η μικρή σοπράνο είχε σκοτωθεί με μια σφαίρα στο μέτωπό της όμως τραγουδούσε ακόμη. Θα μου πείτε πώς, μα τότε θα έπρεπε να γράψετε εσείς την ιστορία και να παραμείνετε λογικοί μες σε αυτό το ξέφρενο ξεδιάλυμα παλιών λογαριασμών.
Ο γέρο Γκιλέσμπι σημάδεψε, έτρεχε αίμα από το στέρνο του μα δεν λογάριαζε τίποτε, η ώρα σήμανε έντεκα και πενήντα εννέα ακριβώς. Ο γέρο Γκιλέσμπι πυροβόλησε το ρολόι και ο μηχανικός κόυκος έπεσε νεκρός. Έπειτα δέχτηκε τα πυρά του Γουίλ, άλλη μία στο σαγόνι και μια ακόμη στην κοιλιά, πιο μοιραία. Έπειτα όλοι χιμήξανε σε όλους καθώς κάποιος φώναξε ο χρόνος θα αλλάξει σαν το θελήσουμε εμείς, δείτε το ρολόι και έσκασε στα γέλια. Και όλοι γινήκανε ένα, μια φασαρία απροσδιόριστη, ένας φριχτός καταιγισμός από σπρωξίματα και μαχαιριές και πιστολίδι με ταμπουρωμένους πίσω από την μπάρα και πίσω από τα τραπέζια, μα την ίδια στιγμή ευτυχισμένους κατά κάποιον τρόπο για την έκβαση που πήρε η βραδιά. Μόνον ο πιανίστας διατηρούσε ακλόνητο το στυλ του, σίγουρος, βέβαιος, ήσυχος αληθινά πως δεν θα βγει ποτέ ζωντανός από εκείνο το μπαρ και ανάθεμα την απληστία του και άλλωστε, τι διάβολο, όλοι κάποτε θα χαθούμε, δεν είναι;
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
❀

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.