Ζωή Κατσιαμπούρα, Να έχουμε λίγο Θάνο…

Σαρανταπέντε χρόνια μαζί.

Στα καλά και στα άσχημα, περισσότερα τα καλά.

Και τώρα, τέλος…

Δεν κλαίει τα νιάτα του, αν και πριν καταπέσει, ένα μήνα τώρα, ήταν θηρίο μοναχό, ως τα μέσα Νοέμβρη κολυμπούσε στη θάλασσα, «Θα με θάψεις» του έλεγε «κι ας με περνάς δέκα χρόνια».

Αλλά, πώς τα φέρνει ο καιρός και η αρρώστια…

Τον είχε κλάψει ζωντανό, όταν της έσφιγγε το χέρι και τού φευγαν και κείνου, άφωνου πλέον από τη διασπορά του κακού στον εγκέφαλο, τα δάκρυα ποτάμι. Και όταν ήρθε η ώρα, έσφιξε την καρδιά της κι ανέλαβε τα τυπικά του τελευταίου του ταξιδιού.

Δεν ήθελε παπάδες, της έλεγε και της ξανάλεγε, τους τράγους, δεν τους χώνευε μια ζωή. Στη Ριτσώνα να με πάτε. «Θα με ξεκάνεις», του έλεγε, «12 ώρες δρόμο σύρε κι έλα. Τι θα πάθεις αν ταφείς στο χωριό σου, στα Άγραφα;» Τώρα δεν είναι σίγουρη ότι αυτές οι κουβέντες, χαριεντισμοί στην πραγματικότητα, λέγονταν στα σοβαρά. Η ίδια, πάντως, δεν τις έλεγε στα σοβαρά. Αλλά, θα τον ακούσει, δεν γίνεται αλλιώς. Εξάλλου το δικό του στενό σόι στην Αθήνα μένουν, θα τους έρθει και μικρότερο το ταξίδι.

Στη Ριτσώνα, ανάμεσα στα εργοστάσια, κτίστηκε και τούτο που παράγει στάχτη και πόνο. Καλή μέρα, κρύα και στεγνή. Έμεινε απέξω, μαζί με τους συγγενείς,  να τελειώσει η καύση του προηγούμενου. Κάποτε είχε σοκαριστεί στην Αθήνα όταν στην κηδεία της μάνας της κολλητής της τους κάλεσαν από μεγαφώνου «Για την κηδεία των πέντε και τέταρτο, παρακαλώ!». Να που κι εδώ τα ίδια γίνονται…

Ήρθαν τα ανίψια από την Αθήνα, ήρθαν οι δικοί της συγγενείς και φίλοι, έκατσαν αμήχανοι όταν ήρθε η ώρα δίπλα στο φέρετρο, άκουσε την ανιψιά που έκλαιγε διαβάζοντας τον επικήδειο,  τον αγκάλιασε  μια τελευταία αγκαλιά και, πάει, αυτό ήταν. Απέξω, σε μια κομψή αυλή, είχαν και ένα μανουάλι, όποιος ήθελε πήγαινε και άναβε κερί. Δεν της χρειάζεται το κερί στη μνήμη του. Θα την έχει όσο ζει.

Πήγαν για καφέ (έπρεπε να περιμένουν κάνα δίωρο για τη σποδό), στο επίσης κομψό καφενείο και ήρθε μια ανιψιά της, γειτόνισσα στην πόλη και στο εξοχικό, κλαίγοντας,  να της βάλει το κινητό   στο αυτί. Κι εκεί κλάμα, παιδικό, με λυγμούς. Ήταν ο γιος της ανιψιάς, ο Θανασάκης, 9 χρονών, που ο Θάνος στην καθημερινή του βόλτα του πήγαινε στο διάλειμμα κολατσιό, κουλουράκια από το σπίτι. Απαρεγκλίτως, κάθε μέρα. Σπάραζε το παιδάκι, της μετέδωσε τον σπαραγμό κι αυτής κι άρχισε το γοερό κλάμα. Κι όταν κατάφερε ο μικρός να μιλήσει, άρθρωσε με δυσκολία «θα μας δώσεις και μας λίγη στάχτη να τον έχουμε στο σπίτι;» και της ήρθε ένα γέλιο, μα ένα γέλιο! Λάβετε, μοιράσατε, τούτον ήτο το σώμα μου! Αν είναι δυνατόν!

Τέλος πάντων, τελείωσαν όλα, ακούμπησε τη Σταχτοθήκη και ήταν ζεστούτσικη ακόμα.
Την είχε στο σπίτι για λίγο κι όταν ξεκάλλυνε ο καιρός πήγε στο εξοχικό, στη θάλασσα που κολυμπούσαν όλα τα καλοκαίρια (και φέτος ως τον Νοέμβρη), νοίκιασε μια βάρκα και,. μαζί με τον Θανασάκη, τον σκόρπισαν τον Θάνο στο κύμα. Να έχει και το παιδί λίγη ανάμνηση, αφού θέλει…

Βγήκαν κι ο Θανασάκης ήταν χαρούμενος, πολύ χαρούμενος. Του έπιασε το χεράκι «είσαι καλά;».  Κι εκείνος «Ναι, τώρα το καλοκαίρι  θα κολυμπάμε  λίγο μαζί με τον Θάνο!».

Ναι, σκέφτηκε. Ίσως… Λίγο…’

*

©Ζωή Κατσιαμπούρα

φωτο: Στράτος Φουντούλης