Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne

Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, του Ντελακρουά

μια ιστορία αλληγορική

Mπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε. Ήταν ένα βρώμικο ποτοπωλείο από εκείνα που διανυκτερεύουν, πουλώντας φτηνό ουίσκι. Επειδή ακριβώς μένει ανοιχτό ως αργά, μαζεύει λογής ανθρώπους, μέθυσους, μοναχικούς, παραμυθάδες, φονιάδες, σωματέμπορους, δούλους και κόκκινα κορίτσια, αποτυχημένους εμπόρους. Καθένας πίνει μονάχος του και πάνω από τα κεφάλια τους αιωρείται ένα λεπτό στρώμα καπνού, έτσι που να μπορούσε κανείς να υποθέσει πως μες στο κακόφημο μαγαζί έχει πέσει μια ομίχλη, που είναι αδύνατο να διαλυθεί.

Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ, είπε εκείνη. Έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της που κολλούσαν στο μέτωπό της. Και έπειτα, έχοντας βρει κάτι παραπάνω από την χαμένη της αυτοκυριαρχία επανέλαβε αποφασιστικά. Ένα ποτήρι κρασί, αυτό μόνο.

Ο μπάρμαν της χαμογέλασε και σχολίασε πως αυτό εδώ το μέρος δεν είναι ότι πρέπει για τα καλά κορίτσια. Και εσείς φαίνεστε ένα καλό, καθώς πρέπει κορίτσι.  

Η Μαριάνα – αυτό ήταν το όνομά της – έβγαλε το κόκκινο μπερεδάκι της και χαμογέλασε από ευγένεια. Έπειτα επανέλαβε την παραγγελία της και μεμιάς βυθίστηκε μες στις σκέψεις της.

 Στην επάνω γωνιά, δίχως ήχο προβάλλονται εικόνες από τα γεγονότα των ημερών. Είναι αστεία η εικόνα της μικρής οθόνης δίχως φωνή. Ειδικά όταν προβάλλονται χορευτικά προγράμματα, είναι κανείς να διασκεδάζει με τις κινήσεις των χορευτών, με τις εκφράσεις και τα χαμόγελά τους που δεν τα συνοδεύει καμιά μελωδία.

Άλλο ένα, παρακαλώ. Και ο μπάρμαν, – το όνομά του παραμένει μυστικό και μόνο η καταγωγή του από κάποιο χωριό της Νέας Καληδονίας έχει αποκαλυφθεί – σερβίρει μηχανικά το ποτήρι της. Και για να έχουμε να λέμε, εσείς τις προσπαθείτε να λησμονήσετε αγαπητή μου δεσποινίς;

Τώρα στον δέκτη προβάλλονται οι υποψήφιοι των διαφόρων παρατάξεων. Κεντροδεξιοί, αριστεροδεξιοί, κεντρώοι, αριστερόστροφοι με δεξιές τσέπες και δεξιόστροφοι με αριστερούς τρόπους, ακροαριστεροί και ακροδεξιοί και μετριοπαθείς και ριζοσπάστες και ουδέτεροι ή απέχοντες. Όλοι δικαιούνται λίγο χρόνο στη μικρή οθόνη. Όλοι τους μιλούν σοβαροί και συνοφρυωμένοι, εστιάζοντας στα μεγάλα προβλήματα του Έθνους.

Το Έθνος μπορεί να κοιμάται ήσυχο, υπάρχουν ιδεολογίες για κάθε προτίμηση, σχολίασε κάποιος θαμώνας μπερδεύοντας τα λόγια του. Η Μαριάνα χαμογέλασε, φόρεσε λίγο καλύτερα το μπερεδάκι της και έριξε μια ματιά στο πουκάμισό της που ήταν τσαλακωμένο και σκισμένο τόπους τόπους.

Τότε ήταν που εκείνος ο θαμώνας, μεθυσμένος ως το κόκαλο, φριχτός και αποτρόπαιος, με κατακόκκινα τα μάτια του από το οινόπνευμα ανασηκώθηκε στο σκαμνί του και αναφώνησε, ψωμί, παιδεία, ελευθερία. Και όλοι μαζί μες σε εκείνο το κακόφημο το μαγαζί που είναι πολύ λιγότερο σκοτεινό από την εποχή μας, πήραν να τραγουδούν ένα ξεχασμένο τραγουδάκι. Η Μαριάνα σάστισε, κοίταξε τριγύρω της όλες εκείνες τις μαριονέτες που σαν να πήραν ζωή, έπλεαν σε πελάγη πανηγυρικά. 

Και έπειτα κάποιος έβγαλε από τις τσέπες του ένα μάτσο χαρτονομίσματα και φώναξε, ποτά για όλους! Και η παρέα κάπως ζωντάνεψε και εκείνη η παλιά, πένθιμη συνθήκη πάει ξόφλησε. Τώρα όλοι είναι ευτυχισμένοι και περιμένουν ανυπόμονα να δοκιμάσουν άλλο ένα ποτό, έστω και αν πρόκειται για αυτό το ξέπλυμα που σερβίρει το μπαρ. Δεν θα μπορούσες να το χάσεις μες σε ολόκληρο το Παρίσι, αφού διαθέτει μια υπερμεγέθη μαρκίζα μα φανταχτερούς χαρακτήρες που αναβοσβήνει ρυθμικά και επίμονα, δέκα χρόνια τώρα και βάλε. Μοιάζει με μια χώρα που ‘μεινε στον άσσο και κάθε βράδυ θρηνεί τον παλιό της εαυτό μες στους λερωμένους τοίχους του μαγαζιού.

Εγώ θέλω από τη δεξιά μηχανή, φώναξε κάποιος ηλικιωμένος και έσκασε μεμιάς στα γέλια. Εσύ Γκρεγκόρ, ρώτησε τον διπλανό του που είχε αποκοιμηθεί και πριν καταλάβει τι του γινόταν κύλησε προς την αριστερή πλευρά του σκαμπό του και σωριάστηκε πιο μεθυσμένος από ποτέ. Κάποιος τρίτος σχολίασε, η κεντρική δεν διαθέτει τόσο πολύ αφρό, από αυτήν κέρνα μας, εμπρός, άντε!

Η Μαριάνα, κάπως ζαλισμένη γύρεψε λίγο φρέσκο αέρα. Έκανε να βγει από το μαγαζί, τα βήματά της μπερδεύονταν, ορισμένοι σχολίαζαν τ’ανοιχτό της πουκάμισο, κάποιος βρήκε γουστόζικο το κόκκινο μπερεδάκι της, το άρπαξε από το κεφάλι της και το φόρεσε, απαγγέλλοντας ένα παιδικό ποιηματάκι με μάλλον μπερδεμένους στίχους. Η Μαριάνα το πήρε πίσω, του έριξε μια άγρια ματιά και βάδισε ως την εξώπορτα του σπιτιού.  Το Παρίσι έλαμπε κάτω από το ασημένιο φεγγάρι και  έμοιαζαν όλα ειδυλλιακά.

Τότε ήταν που άκουσε από το εσωτερικό του μαγαζιού κάποιον να λέει. Μα από όπου και αν μας κεράσει ο μπάρμαν, το πιοτό παραμένει το ίδιο, ένα απαίσιο χαρμάνι από παλιές γεύσεις. Και η Μαριάνα συμφώνησε, χαμογέλασε και ρίχτηκε μες στη νύχτα. Τ’άλλο πρωί, ένας από τους θαμώνες του μαγαζιού μπήκε ανήσυχος.

Μάρτυς μου ο Θεός, εκείνο το κορίτσι καβάλα στ’άγαλμα, η Μαριάνα βρε, μοιάζει ολόιδια με κάποια που γνώρισα χθες. Μου φαίνεται πως τα ‘πινε εδώ μαζί μας. Θα στοιχημάτιζα ότι καλό έχει απομείνει από το συκώτι μου κύριοι σε αυτήν την πιθανότητα.

Μα οι άλλοι αφού γελάσανε, κοιτάξανε να τον διώξουν, βρίζοντας τον με ακατανόμαστες εκφράσεις. Μα είχε δίκιο, ναι, είχε δίκιο. Η Μαριάνα κόντρα σε κάθε επικαιρότητα, στάθηκε ένα σύμβολο για αυτούς τους Παριζιάνους μεθύστακες. Και δεν θα μπορούσαν να γελάσουν μαζί της, μήτε να αδιαφορήσουν για όσα εκφράζει αυτό το κορίτσι που επιμένει και συχνάζει στα λαϊκά μαγαζιά του Παρισιού, σίγουρο, βέβαιο πως το πιοτό εκεί έξω κρατά την ίδια γεύση, πως κάπου βαθιά μες σε τούτο τον πραγματισμό, η μορφή της δείχνει τον δρόμο.

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→