Επίσκεψη πρώτη
Σαν να βγήκα από ύπνο βαθύ, η άμορφη γκριζάδα μπροστά στα μάτια μου εξατμίστηκε και είδα καθαρά τα σχήματα και τα χρώματα. Ένας κήπος. Ένας ψηλός τοίχος. Χωράφια ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Και στο βάθος δυο βουνά. Η γυναίκα με τα άσπρα, που μύριζε μαλακτικό για ρούχα και αντισηπτικό, μπήκε στο δωμάτιο να με μεταφέρει από την πολυθρόνα στο κρεβάτι. Έδειξα με το δάχτυλο το ένα βουνό και είπα «Όλυμπος».
Βλακεία έκανα. Η γυναίκα τα ‘χασε, σα να χάρηκε, σα να ανησύχησε. Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιο ο αντιπαθητικός άντρας. Άρχισε να μιλάει, να με ρωτάει, να με βασανίζει. Του έδειξα τα δόντια μου. Γρύλισα. Ήθελα να με αφήσουν μόνη μου. Είχα ξεχάσει πόσο εξαντλητικό είναι να αφήνεις τον έξω κόσμο να μπει μέσα σου ξανά.
Μου είπαν ότι ο μικρός είχε έρθει να μ’ επισκεφτεί και του είπαν για το «φωτεινό μου διάλειμμα». Εγώ μόνο το βουνό θυμάμαι καλά. Είχε λίγα χιόνια στην κορυφή και ήταν γκρίζο, το χρώμα του δελφινιού έξω από το νερό- γκρι θαμπό, χωρίς το όμορφο γυάλισμα του νερού.
Επίσκεψη δεύτερη
Ξαναήρθε σήμερα να με δει, δυο εβδομάδες μετά. Μάλλον τον μπέρδεψα με τον άλλο μου γιο. Τον φώναξα με το όνομα του μεγάλου. Δυο βδομάδες πριν ούτε που θυμόμουν ότι είχα παιδιά. Θυμόμουν όμως ξεκάθαρα ότι δεν ήθελα ούτε γάμους, ούτε παιδιά, ούτε τίποτε. Την ησυχία μου πάντα ήθελα. Μα φαίνεται ότι στην προηγούμενή μου ζωή έκανα όλα όσα έπρεπε. Τώρα θυμόμουνα τι δεν έκανα από αυτά που επιθυμούσα.
Αυτός δεν ξέρω αν χάρηκε που είχα κι άλλο «φωτεινό διάλειμμα» ή αν τσαντίστηκε που τον φώναξα με το όνομα του μεγάλου.
«Εγώ βρέξει- χιονίσει εδώ είμαι, κάθε δεκαπενθήμερο,» είπε. «Ο άλλος ούτε καν Πάσχα και Χριστούγεννα. Ούτε τα παιδιά έφερε να δούνε τη γιαγιά».
«Άρα είχα γίνει και γιαγιά», σκέφτηκα.
Με θυμώνει αυτός ο μικρός. Με κουράζει. Άσε που κουβάλησε μαζί του ένα ηλίθιο πράγμα, σα φίδι, κι έλεγε κάτι ασυναρτησίες για ερευνητικά προγράμματα, για βραβεία καινοτομίας και τέτοια. Έκανα αυτό που έκανα παλιά όταν ήθελα να με παρατήσουν ήσυχη. Έδειξα τα δόντια μου και γρύλισα. Ξέρω πια ότι τους μπερδεύει και τους τρομάζει. Παλιά όταν το έκανα δεν το συνειδητοποιούσα ότι είχα τόση δύναμη.
Επίσκεψη τρίτη
Βαρέθηκα. Και τον Όλυμπο και τον Κίσσαβο. Τα απαίσια σταροχώραφα και τις ακόμη πιο απαίσιες βαμβακοκαλλιέργειες. Τη βρώμικη χιονόπτωση των βαμβακιών. Τα πραγματικά χιόνια που έχουν ήδη λιώσει. Τη ζέστη τη φρικτή. Θέλω να φύγω τώρα. Δεν είναι νόμιμο που με κρατάνε μέσα, αλλά τι να κάνω;
Ήθελα να του τα πω όλα όταν ήρθε να με δει σήμερα. Ήταν η τρίτη επίσκεψη από τότε που άρχισα να θυμάμαι. Οι γιατροί υποψιάζονται πια ότι η μνήμη μου επιστρέφει αλλά δεν είναι σίγουροι πως να με χειριστούν ακόμη. Άμα ανακαλύψουν τα πάντα, με βλέπω ιατρικό αξιοπερίεργο και δεν θα φύγω ποτέ από δω μέσα. Αν όμως συνέχιζα να κρύβω πόσο γρήγορα τα θυμάμαι όλα, πως θα μπορούσα να υπογράψω ως έχουσα σώας τας φρένας για να πάρω εξιτήριο; Δύσκολες μέρες. Πολύ δύσκολες.
«Τα μάτια σου είναι πιο καθαρά από ποτέ,» είπε.
«Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου,» είπα κι αισθάνθηκα απέχθεια. Για μένα και για κείνον.
Τον χρειάζομαι αλλά δεν θέλω να έχω ανάγκη κανένα. Έχω μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή και δεν θέλω να κάνω τα ίδια λάθη. Τώρα είμαι μια ανήμπορη παλιόγρια και το μόνο που θέλω είναι ένα νέο διαβατήριο, μια νέα πατρίδα.
Ο μωρόχαυλος ο γιος μου δεν είναι ικανός για τίποτε. Ούτε διαβατήριο θα ξέρει να μου βγάλει με νέο όνομα. Μόνο ρομποτικά φίδια ξέρει να κατασκευάζει. Άκου ρομποτικά φίδια! Μου τα έλεγε και κόμπαζε και καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι και μίλαγε για βραβεία κι επαίνους και το προσωπικό της φυλακής μου, να τον κοιτάει με λατρεία και θαυμασμό.
Για το μόνο που τον εκτιμώ είναι που δεν έκανε ούτε οικογένεια, ούτε παιδιά. Όχι σαν τον άλλο, τον μεγάλο με τη γυναίκα του, που γεννοβόλαγαν σαν κουνέλια. Εκείνος ακόμη πιο ανίκανος. Ούτε που θα του πέρασε από το μυαλό ποτέ τι θα πει αυθεντική ζωή. Ο μικρός τουλάχιστον είναι αυθεντικός. Μάλλον αδερφή είναι. Κι εγώ στα νιάτα μου πόθησα γυναίκες αλλά οι καιροί δεν ήταν για τέτοια.
Άκου ρομποτικό φίδι! Σε τι κόσμο ήρθα να ζήσω τη δεύτερη ζωή μου! Πάντως έμαθα κάτι πολύτιμο από τις μέρες της άνοιας – να δείχνω τα δόντια μου και να γρυλίζω. Σα σκυλί. Σα χιμπατζής.
«Αυτό», είπα στον εαυτό μου, «να το κρατήσεις. Όταν με το καλό καταφέρεις να δραπετεύσεις από εδώ, τα δόντια και το γρύλισμα να τα κρατήσεις. Είναι ένας μαγικός διακόπτης.»
*
©Πέτρος Ισαακίδης
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.